Κωνσταντής Αταλιώτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κωνσταντής Αταλιώτης
Γέννηση 1862
Φισίνη Λήμνου
Θάνατος 1942
Υπηκοότητα Ελλάδα
Ιδιότητα γλύπτης
Καμπαναριό στα Καμίνια, έργο του Αταλιώτη

Ο Κωνσταντής Αταλιώτης (1862 - 1942) ήταν περίφημος Έλληνας λιθοξόος από τη Λήμνο.

Βιογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντής Αταλιώτης γεννήθηκε στη Φισίνη το 1862 περίπου. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χρυσάφης Τριανταφύλλου αλλά επειδή είχε εργαστεί στην Αττάλεια της Μικρασίας του έμεινε το παρωνύμιο Αταλιώτης, από όπου προήλθε και το επώνυμο.

Ο Αταλιώτης εργαζόταν από μικρός σε συντεχνίες οικοδόμων στα μικρασιατικά παράλια, κυρίως στη Σμύρνη και στο Αϊβαλί. Σιγά σιγά έμαθε την τέχνη του πετρά αλλά και του πελεκάνου. Δηλαδή έμαθε όχι μόνο να χτίζει την πέτρα (πετράς) αλλά να τη λαξεύει κιόλας (πελεκάνος – λιθοξόος). Ήταν αυτοδίδακτο ταλέντο. Ήταν πολύ παρατηρητικός και αντέγραφε σε μεγάλα χαρτιά σχέδια οικιών, καμπαναριών, ναών, κρηνών κλπ από χωριά και πόλεις που εργαζόταν και τα μετέφερε στη Λήμνο. Την πληροφορία αυτή έδωσε ο ίδιος στο Γερμανό περιηγητή Fredrich, το 1904, όταν εκείνος θαύμασε το νεόκτιστο καμπαναριό του ναού των Καμινίων και τον ρώτησε πού είχε βρει το σχέδιο.

Όταν αναλάμβανε να χτίσει ένα μεγάλο έργο, συνήθως κάποιο καμπαναριό, το σχεδίαζε με κάρβουνο στο έδαφος και στη συνέχεια λατόμευε τις πέτρες που απαιτούνταν και το έχτιζε. Τις πέτρες έκοβε από τη θέση Κομμένο Βουνό, κοντά στον Άγιο Σώζο. Από εκεί τις μετέφερε με ένα βοϊδάμαξο. Πρώτα λατόμευε τους σοβέδες, δηλαδή τα μεγάλα μονοκόμματα κομμάτια, τα οποία προόριζε για κίονες, πρέκια ή παραστάδες, και τις γωνιές, με ένα ειδικό μεταλλικό εργαλείο, τη γωνιά. Αφού λάξευε τα κομμάτια που είχε σχεδιάσει, στη συνέχεια τα αρμολογούσε με χυμένο μολύβι.

Από το 1892 περίπου, που παντρεύτηκε τη Μαρία Κατακουζηνού από τη Φισίνη, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό του και απέκτησε έξι παιδιά. Το 1938 επισκέφτηκε το σπίτι του, που είχε κτίσει ο ίδιος, ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας, όταν μελετούσε την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του νησιού σταλμένος από την Ακαδημία Αθηνών. Το φωτογράφισε, το σχεδίασε και δημοσίευσε σχέδια και φωτογραφίες στην εργασία του «Η λαϊκή οικοδομία της Λήμνου». Το σπίτι αυτό υπάρχει ακόμα στη Φισίνη και ανήκει στη Σοφία Γ. Πούλιου, εγγονή του Αταλιώτη από τη θυγατέρα του, την Ευλαλία Αν. Ψάρρα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Αταλιώτης έχασε το φως του, με αποτέλεσμα να πέσει από τον εξώστη του σπιτιού του και να τραυματιστεί σοβαρά. Στη συνέχεια κατάπεσε και πέθανε το 1942 σε ηλικία 80 ετών περίπου.

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγ. Δημήτριος Ρουσσοπουλίου, έργο του Αταλιώτη

Κατασκεύασε τα καμπαναριά των εξής ναών στη Λήμνο:

  • Άγ. Γεώργιος Ρεπανιδίου (πριν από το 1900). Ήταν τρίπατο κι εθεωρείτο το αρχαιότερο στη Λήμνο. Κατέρρευσε από το σεισμό του 1968.
  • Ευαγγελίστρια Μούδρου, μαζί με άλλους τεχνίτες (1903).
  • Κοίμηση Θεοτόκου Καμινίων (1904).
  • Άγ. Νικόλαος Σκανδάλης (μαζί με τον εξωνάρθηκα).
  • Άγ. Ιωάννης Φισίνης. Το αρχικό ήταν τρίπατο αλλά μετά το σεισμό του 1968 θεωρήθηκε επικίνδυνο και αφαίρεσαν τον έναν όροφο. Τελικά, αποδείχθηκε ότι είχαν εκτιμήσει λάθος, διότι κατεδαφίστηκε με μεγάλη δυσκολία, αφού ο Αταλιώτης είχε ενισχύσει το εσωτερικό της πέτρας με τέσσερα τσουβάλια μολύβι!
  • Άγ. Δημήτριος Ρουσσοπουλίου (1910).
  • Αγ. Σοφία του ομώνυμου χωριού (1914). Μετά το σεισμό του 1968 θεωρήθηκε ετοιμόρροπο και κατεδαφίστηκε μαζί με το ναό, κάτι που κι εδώ αποδείχθηκε λάθος, αφού χρειάστηκε πολύς κόπος για να γκρεμιστούν.
  • Αγ. Γεώργιος Ατσικής (1928). Είναι το πιο εντυπωσιακό καμπαναριό του νησιού. Στην κατασκευή αυτή εργάστηκε κοντά στον άλλο σπουδαίο Λήμνιο λιθογλύπτη, το Γιάννη Φωτιάδη, ο οποίος είχε την εργολαβία.

Επίσης, έκτισε το κτίριο του Δημοτικού Σχολείου Μούδρου (1928-31), σπίτια, κρήνες, ηρώα κ.ά.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γ. Μέγα, Η λαϊκή οικοδομία της Λήμνου, 1940.
  • Θ. Μπελίτσου, Μάστορες και χτίστες της Λήμνου, Αιολικά Φύλλα 45 (Απρίλιος 1997), σ. 323-328.
  • Θ. Μπελίτσου, Τα Καμίνια της Λήμνου, 2004, σ. 218-219 και 287-288.