Κάσπακας Λήμνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°54′23″N 25°4′18″E / 39.90639°N 25.07167°E / 39.90639; 25.07167

Κάσπακας Λήμνου
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Κάσπακας Λήμνου
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Δήμος Λήμνου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότητα Λέσβου
Πληθυσμός 525 (2011)

Ο Κάσπακας είναι χωριό της Λήμνου. Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (πρόγραμμα Καλλικράτης).

Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου Μύρινας. Παλαιότερα ανήκε στον νομό Λέσβου.

Είναι χτισμένος αμφιθεατρικά στο δυτικό μέρος του νησιού και αριθμεί 894 κατοίκους (απογραφή του 2001).

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του χωριού είναι βυζαντινό. Το 883 ο στρατηγός Κατάκαλος Κάσπακας στάλθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Ιερισσό για να διευθετήσει κτηματικές διαφορές μεταξύ κατοίκων και μοναχών. Επί Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) ο ναύαρχος Κάσπακας κατανίκησε το στόλο των Σελτζούκων που λυμαίνονταν το βόρειο Αιγαίο. Ο ίδιος έκτισε τη μονή Κάσπακος στον Άθω, πλησίον της μονής Φιλοθέου, η οποία διαλύθηκε πριν από το 1300. Αργότερα στην ίδια θέση αναφέρεται ναός του Αγίου Ονούφριου. Φαίνεται πως ο ναύαρχος είχε κτηματική περιουσία και στη Λήμνο, διότι το 1363 ο «τόπος του Κάσπακα» αναφέρεται ως ιδιοκτησία της μονής Κοσταμονίτου σε σχετικό χρυσόβουλο:

Εις δε το νησίον της Λήμνου τόπος, λεγόμενος Κάσπακα, μετόχιον του Αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, εχέτω γην μοδίων εκατόν ογδοήκοντα, όπερ ο πατήρ του πατρός της βασιλείας μου Κωνσταντίνος ο Πατρίκιος εκ βάθρων ανήγειρεν...

Η έκταση που κατείχε περιλάμβανε το λόφο Άγιος Αθανάσιος κι έφθανε ως τη Βίγλα (όρος Σκοπιά). Στα χωράφια εργάζονταν οι παλαιοί κάτοικοι του χωριού. Ο αρχικός οικισμός βρισκόταν στη θέση Πύργος, πεντακόσια μέτρα βορειοανατολικά του χωριού, όπου υπήρχε μεσαιωνική οχύρωση για να καταφεύγουν σε περιπτώσεις επιδρομών. Κατά τον παπά-Αγγελή Μιχέλη (εφ. Λήμνος 1014, 7-10-1934):

Προς το βόρειον μέρος του χωρίου και παρά την θέσιν «Καψάλη», φαίνεται και ο πύργος των μοναχών, κατόχων των κτημάτων του Κάσπακος.

Επειδή ο τόπος ήταν άνυδρος, μεταφέρθηκε στους πρόποδες του Αγίου Αθανασίου, στο λόφο Παλιόμυλο, όπου υπάρχουν άφθονα νερά. Αν και βρίσκεται σε δύσβατη περιοχή, δεσπόζει μιας εύφορης κοιλάδας με συκιές και αμυγδαλιές, η οποία εκτείνεται ως τη θάλασσα.

Στην περιοχή δεσπόζει το όρος Σκοπιά ή Βίγλα (470 μ.) που σημειώνεται ήδη από το 1588 ως Mont Vigla (χάρτης Belon). Η ονομασία είναι βυζαντινή και υποδηλώνει την ύπαρξη οργανωμένης φρυκτωρίας με καμινοβιγλάτορες, οι οποίοι ειδοποιούσαν με σήματα φωτιάς για τυχόν κινδύνους. Ο παπά-Αγγελής Μιχέλης εντόπισε εκεί λαξεμένες στέρνες:

Η φρουρά αύτη υδρεύετο από δεξαμενάς, εις τας οποίας εναποθηκεύετο το νερό της βροχης, επί τούτω πελεκημένας εντός του όρους και αι οποίαι λέγονται «Αγιαστέρνες» μέχρι σήμερον.

Μεταβυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο κείμενό του ο Belon (1548) αναφέρει ότι η αρχαία ονομασία του όρους ήταν Soace, όνομα που σημειώνεται και στην ξυλογραφία του Thevet (1554). Είτε παράλληλα με το Βίγλα ακουγόταν και η ονομασία Σκοπιά και την κατέγραψαν λάθος είτε μπέρδεψαν το βουνό της Λήμνου με το όρος Σάος της Σαμοθράκης. Η ονομασία Σκοπιά πρωτοσημειώνεται το 1868 από τον Conze (Bg. Skopia) ενώ το 1889 ο Tozer θεωρεί ότι ταυτίζεται με το Ερμαίον όρος της αρχαιότητας.

Στην περιοχή υπάρχουν και άλλα τοπωνύμια, τα οποία προήλθαν από ιδιοκτησίες βυζαντινών αξιωματούχων, όπως οι μάντρες και ο ποταμός του Ραγκαβά και το ακρωτήριο Μούρτζεφλος στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού, το οποίο παραπέμπει στο προσωνύμιο του αυτοκράτορα Αλέξιου Ε΄ Μουρτζούφλου (1204). Σε έγγραφο του 1284 της μονής Μεγ. Λαύρας αναφέρεται ότι δυτικά των κτημάτων του Γομάτου βρίσκονται «...τα δίκαια του Μουρτζούφλου», προφανώς ιδιοκτησία. Το 1521 ο Piri Reis το ονομάζει «Ulufegi Burnu: ακρωτήριο των μισθοφόρων», άγνωστο γιατί. Στο ακρωτήριο επισημαίνεται η ύπαρξη παλαιάς οχύρωσης από πολλούς περιηγητές, το λεγόμενο «Παλαιόκαστρον» (Porcacchi 1572, Piacenza 1685, Όλφερτ Ντάπερ1688, Michelot 1775, Frieseman 1780, Choiseul-Gouffier 1785, Lacroix 1848, Conze 1858).

Τον 16ο αιώνα κοντά στον Κάσπακα σημειώνεται ο παραθαλάσσιος οικισμός Mniphista, τόσο σε χάρτη του 1588 που συνοδεύει την τρίτη έκδοση του έργου του Belon, όσο και στην ξυλογραφία του Thevet (1554). Έκτοτε δεν αναφέρεται. Σε μεταγενέστερους χάρτες στην ίδια περιοχή σημειώνεται ο οικισμός Moleso ή Moselo (Piacenza 1680-85, Ανώνυμος 1685, Όλφερτ Ντάπερ1688, Βιντσέντζο Κορονέλλι 1690-95). Τα περίεργα αυτά τοπωνύμια, προφανώς έχουν καταγραφεί λανθασμένα από τους περιηγητές, αλλά δεν αποκλείεται να αντιστοιχούν σε άγνωστους σήμερα οικισμούς που δημιουργήθηκαν εκείνα τα χρόνια κι έπειτα εγκαταλείφθηκαν.

Το 1785 το χωριό σημειώνεται στο χάρτη του Ωγκύστ ντε Σουαζέλ Γκουφιέ ως Village και κοντά του το Mt du Chateau δηλαδή «το όρος του Κάστρου». Πρόκειται για την περιοχή Πύργος, όπου ήταν η αρχική θέση του χωριού. Συνεπώς, είχε ήδη γίνει η μεταφορά στη νέα θέση.

19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1801 ο Άγγλος Hunt αγκυροβόλησε στον ακατοίκητο όρμο του Κάσπακα με τους ηφαιστειογενείς βράχους κι έχουμε την πρώτη νεότερη αναφορά του ονόματος του χωριού, το οποίο αναφέρεται και από το Γερμανό Conze το 1868 στη σημερινή του θέση, στη βορειοανατολική πλαγιά του υψώματος Άγιος Αθανάσιος (Bg. Athanas). Μάλιστα, όταν ο Conze πέρασε από εκεί, οι χωρικοί με τα γιορτινά τους ρούχα κατέβαιναν από ορεινά μονοπάτια στην εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν πάνω σε ένα βράχο της ακτής, για το πανηγύρι της.

Το 1898 ο Γάλλος De Launay έκανε γεωλογικές μελέτες στην περιοχή και αποτύπωσε μια χαράδρα στα βόρεια του χωριού. Ενδεχομένως, περπάτησε το ρέμα Κατσαΐτη, όπου σχηματίζεται ο μοναδικός καταρράκτης του νησιού.

Στα κοινοτικά έγγραφα ο Κάσπακας αναφέρεται ως οργανωμένη ενορία το 1854 με ιερέα τον Παναγιώτη. Την περίοδο αυτή χτίστηκε ο κεντρικός ναός του Αγίου Γεωργίου, στα εγκαίνια του οποίου μεταφέρθηκαν άγια λείψανα από ένα ομώνυμο εξωκλήσι, κτίσμα του 1799, που βρίσκεται τριακόσια μέτρα έξω από το χωριό και πιθανότατα αποτελεί τη συνέχεια του αγιορείτικου μετοχιού του 1363. Σύμφωνα με τον παπα-Αγγελή Μιχέλη, στο ξωκλήσι σωζόταν ξυλόγλυπτο τέμπλο ως το 1934:

...φαίνεται και παρεκκλήσιον επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου με Δεσποτικόν Θρόνον, μαρτυρούν την αρχαιότητά των εκ του σκαλιστού ξυλίνου τέμπλου.

Ο ίδιος αναφέρει ότι κοντά στο ξωκλήσι υπήρχαν πέντε οικίες:

...αίτινες εχρησίμευον ως κατοικίαι των επιμορίων και καλλιεργητών των κτημάτων.

Ο νέος ναός εγκαινιάστηκε στις 2-5-1858, εορτή της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Αθανασίου, γι’ αυτό πανηγυρίζει και το Μάιο. Το καμπαναριό φέρει χρονολογία 1889.

Το 1856 283 άνδρες του χωριού πλήρωσαν φόρο 9056 γρόσια, ώστε να απαλλαγούν από τη στράτευση. Το 1863 και το 1874 είχε 146 οικογένειες και το 1874 202 οικίες. Το έτος αυτό ανήκε στη Δημαρχία (κόλι) Κορνού μαζί με το Θάνος και το Πλατύ. Οι Κασπακ’νοί έστελναν δυο αντιπροσώπους στην παλλημνιακή επαρχιακή συνέλευση.

Το σχολείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι γύρω στο 1870 λειτούργησε σχολείο στο χωριό με 20 μαθητές. Όμως, ίσως υπήρχε από παλιότερα, διότι σε ένα αμετάφραστο οθωμανικό φιρμάνι σημειώνεται: «1269 Σχολή Κάσπακα», δηλαδή 1852-53. Το 1874 ήταν ένα από τα δώδεκα κοινοτικά σχολεία που ιδρύθηκαν στο νησί. Ήταν τριτάξιο ως το 1909 που προήχθη σε τετρατάξιο. Τότε μεταφέρθηκε σε νέο κτίριο, το οποίο κτίστηκε με εισφορές αιγυπτιωτών με προεξάρχοντα τον Τριαντάφυλλο Στράφτη, ο οποίος το προικοδότησε με 10 λίρες ετησίως. Το σημερινό κτίριο κτίστηκε μεταξύ 1936-50. Εξωραΐστηκε το 1966 με δαπάνες του Χαράλαμπου Παραθυρά κατοίκου Ν. Υόρκης.

Στα 1895-99 και 1904-11 περίπου δίδαξε στον Κάσπακα ο Λήμνιος λαογράφος Αγγελής Μιχέλης. Πήρε κασπακινή σύζυγο και χειροτονήθηκε ιερεύς το 1907. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την λαογραφία και την ιστορία του χωριού και το 1934 δημοσίευσε σειρά άρθρων για τον Κάσπακα, με τον οποίο συνδέθηκε ιδιαίτερα με αποτέλεσμα πολλοί να τον θεωρούν Κασπακινό.

Άλλοι δάσκαλοι με μακροχρόνια θητεία στον Κάσπακα ήταν οι: Σταύρος Νικολαΐδης (1899-1908), Ουρανία Αστρίδου (1914-20), Ιούλιος Αγγελίδης (1920-25), Δέσποινα Τελίδου (1938-45), Χρυσόστομος Παπαγγελής (1933-66), Θεόδωρος Καραχάλιος (1958-75), Μαρία Παπαγγελή (1966-;).

Νεότερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1918 το χωριό συγκρότησε αυτόνομη κοινότητα, στην οποία από το 1981 καταγράφονται ως ξεχωριστοί οικισμοί ο Άγιος Ιωάννης και η Γάλη (41 άτομα).

Ο Άγιος Ιωάννης με την αμμώδη παραλία και τα παράξενα βράχια -τα Μετέωρα του Κάσπακα- παρουσιάζει έντονη τουριστική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια. Λειτουργούν ταβέρνες κι ενοικιαζόμενα δωμάτια. Στο λοφίσκο «Πολιόχνη», κοντά στον Αϊ-Γιάννη, έχει εντοπιστεί προϊστορική θέση. Ως θέση με αρχαιολογικό ενδιαφέρον είχε υποδείξει την περιοχή ο παπα-Αγγελής Μιχέλης ήδη από το 1934. Έγραφε τότε:

Ο Κάσπακας δεν υστερεί από αρχαιολογική άποψη... Βυζαντινά δε ο «Πύργος» και η «Πολίχνη», κειμένη άνωθεν της θέσεως «Πηγάδα».

Παρατηρούμε, πως η περιοχή τότε λεγόταν «Πολίχνη» κι όχι Πολιόχνη όπως αποκαλείται σήμερα, σε απομίμηση προφανώς της γνωστής προϊστορικής Πολιόχνης των Καμινίων. Παρόμοιο φαινόμενο συνέβη και με το λόφο και οικισμό Πολιόχνη του Λιβαδοχωρίου.

Στα χρόνια του μεσοπολέμου το χωριό παρουσίασε σημαντική ανάπτυξη κι ο πληθυσμός του αυξήθηκε από 820 κατοίκους το 1920, σε 950 το 1940 και 966 το 1951, χρονιά που ήταν το τέταρτο χωριό του νησιού σε πληθυσμό. Αν και επλήγη από τη μετανάστευση, έχει συγκρατήσει έναν πληθυσμό 900 ατόμων μέχρι σήμερα, ενώ διατηρεί τριθέσιο σχολείο από το 1930.

Οικονομική - Κοινωνική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι, εκτός από τις αγροτικές εργασίες, είναι περίφημοι οικοδόμοι. Από τα προϊόντα του χωριού ξεχωρίζουν τα αμύγδαλα (προπολεμικά 10.000 οκάδες), το μέλι και ιδίως τα σύκα (προπολεμικά 8.000 οκάδες), τα οποία το 1930 βραβεύθηκαν με χρυσό μετάλλιο στην Α΄ Πανελλήνια Γεωργική Έκθεση του Ζαππείου για τον ιδιαίτερο τρόπο παρασκευής τους. Τελευταία, ιδρύθηκε το οινοποιείο των Ι. Σαββόγλου - Π. Τσιβόλα.

Στο χωριό υπάρχει πολιτιστικός σύλλογος με έντονη δραστηριότητα. Τα αποκριάτικα δρώμενα: «Μτσούν’ στουν Κάσπακα», «Το μοίρασμα τ’ αλόγ’», «Ο γάμος του κιαχαγιά» έχουν παλλημνιακή απήχηση. Επίσης, υπάρχει το ποδοσφαιρικό σωματείο Α.Ο. Κάσπακας με διακρίσεις σε παλλεσβιακό αλλά και πανελλήνιο επίπεδο, αφού έλαβε μέρος στο πρωτάθλημα Δ΄ Εθνικής.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου Βασιλική, «Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας)», Θεσσαλονίκη 1986.
  • Cdrom Επαρχείου Λήμνου: «Λήμνος αγαπημένη».
  • Θ. Μπελίτσου, Η Λήμνος και τα χωριά της, 1994.
  • Θεοδ. Μπελίτσου, «Ιστορικό οδοιπορικό στη Λήμνο: Κάσπακας», εφ. Λήμνος, φ. 478 (17-5- 2007).
  • «ΛΗΜΝΟΣ: Ιστορική & Πολιτιστική Κληρονομιά», εκδ. Γ. Κωνσταντέλλης, 2010.