Αγία Σοφία Λήμνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°49′49″N 25°19′45″E / 39.83028°N 25.32917°E / 39.83028; 25.32917

Αγία Σοφία Λήμνου
Το χωριό από τα ανατολικά
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Αγία Σοφία Λήμνου
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Δήμος Λήμνου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότητα Λέσβου
Πληθυσμός 50 (2011)
Ταχ. κωδ. 81401
Το σχολείο
Ο ναός της Αγίας Σοφίας
Ο κεντρικός δρόμος

Η Αγία Σοφία είναι χωριό της Λήμνου. Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (πρόγραμμα Καλλικράτης).

Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν ανήκε στο δημοτικό διαμέρσμα Φισίνης του Δήμου Μούδρου. Παλαιότερα ανήκε στον νομό Λέσβου.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά το 1303 σε έγγραφο της μονής Μεγ. Λαύρας ως πατριαρχικό κτήμα και πάλι το 1320 σε έγγραφο του πατριάρχη Ιωάννη ΙΓ΄ ως ένα από τα 25 χωριά της Λήμνου. Την εποχή αυτή αναφέρονται πολλά πατριαρχικά κτήματα στην νοτιοανατολική Λήμνο: του Βισσίνου, του Σκανδάλη κ.ά.

Την ονομασία του οφείλει στον ομώνυμο ναό, ο οποίος παραπέμπει στη βυζαντινή Αγιά Σοφιά, αν και εορτάζει στις 17 Σεπτεμβρίου εορτή των αγίων Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης. Στη σημερινή του μορφή ο ναός χτίστηκε το 1971-74 σε οικόπεδο που παραχώρησε ο Ιωάννης Ψαρρής. Ένας παλαιότερος, του 1914, κατεδαφίστηκε έπειτα από ζημιές που υπέστη στο σεισμό του 1968. Ήταν ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής με στεγασμένο εξωνάρθηκα και με θαυμάσιο πέτρινο καμπαναριό, έργο του Κωνσταντή Αταλιώτη.

Η παράδοση θέλει τον αρχικό οικισμό κτισμένο δυτικότερα, στη θέση Παλιόμαντρα, όπου υπάρχουν χαλάσματα, παλιό νεκροταφείο και ναός του Αγίου Νικολάου. Ήταν κοντά στον όρμο Σκίδι του κόλπου του Μούδρου, όπου βρισκόταν το επίνειο του χωριού. Τώρα, διακρίνονται μόνο τα βυθισμένα υπολείμματα της πέτρινης αποβάθρας, οι λεγόμενες Στραβές Σκάλες.

Στη θέση αυτή σημειώνεται συχνά σε χάρτες περιηγητών ο οικισμός ή λιμάνι Corfos (κόλπος) ή Carfos: Thevet (1554), Belon (1588), Piacenza (1685), Ανώνυμος (1685), Όλφερτ Ντάπερ(1688) και Choiseul-Gouffier (1785). Μεταγενέστερα δεν αναφέρεται.

Η ονομασία Αγία Σοφία σε χάρτη σημειώνεται για πρώτη φορά το 1785 από το Choiseul-Gouffier, μάλλον στην παλιά θέση. Αντίθετα, ο Conze το 1858, που την αντίκρισε από το οχυρό της Σκάλας, τη σημειώνει στο χάρτη του στη σημερινή της θέση. Συνεπώς, η μεταφορά που θέλει η παράδοση πρέπει να συνέβη μεταξύ 1785-1858 και πιθανότατα προς τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν υπήρξε έξαρση της πειρατείας. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει, με βάση προφορικές μαρτυρίες και άλλα στοιχεία, κι ο Αντώνης Διακουμής στο θαυμάσιο βιβλίο του «Ο τόπος που πληγώσαμε», όπου καταγράφει νοσταλγικές μνήμες από το χωριό του.

Η μετεγκατάσταση έγινε με κοινή απόφαση και όχι σταδιακά, έπειτα από μια πειρατική επιδρομή Ψαριανών κατά τη διάρκεια ενός γάμου. Μάλλον πρόκειται για τη ληστοπειρατική έφοδο που αναφέρει ο Σάθας ότι έγινε «εις το Μούντρος και τα πλησιέστερα μέρη αυτού» λίγο μετά τα ορλοφικά. Οι κάτοικοι σήκωσαν ακόμα και τις πέτρες των παλιών σπιτιών, με τις οποίες έκτισαν τα καινούργια. Αν και δεν είχε νερό, προτίμησαν τη θέση Καλύβια της Αγιασοφιάς, όπως την αποκαλούσαν ως τότε, διότι ήταν πιο ασφαλής. Οι αρχικοί οικιστές ήταν επτά ή δέκα οικογένειες, συνολικά 35 άτομα περίπου. Οι υπόλοιποι προτίμησαν να εγκατασταθούν στο χωριό Σκανδάλη, διότι ήταν πιο κοντά στην κτηματική τους περιουσία.

Μεσαιωνικές θέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαλάσματα μεσαιωνικών εγκαταστάσεων υπάρχουν σε άλλες δύο θέσεις γύρω από το χωριό:

  • Ο Παρθενόμτος, δυτικά του χωριού, από όπου οι κάτοικοι μετοίκησαν στη Σκανδάλη.
  • Ο Αγιομάρνος, στα ανατολικά του χωριού, κοντά στην ακτή όπου εκτός από ερείπια κατοικιών διακρίνεται και χάλασμα εκκλησίας. Πρόκειται για τον Άγιο Μαρίνο, ναό που αναφέρεται το 1355 σε έγγραφο της μονής Μεγ. Λαύρας. Στην περιοχή ανευρίσκονται μαρμάρινοι κίονες, ενώ υπάρχει ένα εξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας κι ένα ερημοκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σιγά-σιγά το χωριό μεγάλωσε. Το 1854 η ετήσια εισφορά του χωριού προς το μητροπολίτη καθορίστηκε σε 390 αβγά, 20 τυριά και 30 λίρες. Το 1856 73 άνδρες 18-60 ετών πλήρωσαν φόρο 2336 γρόσια για να γλιτώσουν τη στράτευση. Το 1863 κατοικούσαν 35 οικογένειες, όσες και το 1874 και υπήρχαν 47 σπίτια. Όμως η ανασφάλεια από την ανάμνηση των πειρατών έμεινε, και οδήγησε τους κατοίκους να χτίσουν υπόγεια καταφύγια, τα λεγόμενα "μουρσά", μια μοναδική κατασκευή που δεν αναφέρεται σε άλλο χωριό της Λήμνου.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η κοινότητα είχε κυκλοφορήσει κέρματα για τις μικροσυναλλαγές με τη σφραγίδα "ΕΚ/ΣΦ", δηλαδή "Εκκλησία" ή "Ελληνική Κοινότητα Σοφίας".

Νεότερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1918 (ΦΕΚ 116 Α) που συστάθηκαν οι δήμοι και κοινότητες η Αγία Σοφία υπήρξε ανέκαθεν οικισμός της κοινότητας Φισίνης. Μαζί με τη Σκανδάλη αποτελούσαν τα Χωρία της Σκάλας από το ομώνυμο κοντινό μεσαιωνικό οχυρό και οι κάτοικοί τους αποκαλούνταν Σκαλιώτες.

Το 1928 η Αγία Σοφία είχε 227 κατοίκους, το 1961 είχε 191 και το 2001 μόλις 55. Σήμερα [2015] οι μόνιμοι κάτοικοι της Αγίας Σοφίας, Λήμνου είναι 50. Το 1919 ιδρύθηκε μονοθέσιο δημοτικό σχολείο και το 1924 κτίστηκε διδακτήριο, με δωμάτια για το δάσκαλο. Λειτούργησε ως το 1972 που συγχωνεύθηκε με το σχολείο των Καμινίων.

Στην Αθήνα λειτουργεί η Ένωση Αγίας Σοφίας με σημαντική συνεισφορά σε κοινωφελή έργα και στη διατήρηση παραδοσιακών μνημείων, όπως οι τέσσερις Ραχιώτες Μύλοι (ανεμόμυλοι).

Το Παραδείσι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λόφος Παραδείσι
Η Πάνω Παναγιά στο Παραδείσι

Στην περιφέρεια του χωριού ανήκει ο λόφος Παραδείσι (286 μ.) που δεσπόζει στη νοτιοανατολική Λήμνο. Στις πλαγιές του έχουν βρεθεί απολιθωμένοι κορμοί δέντρων, υπάρχουν βοσκοτόπια και μελισσότοποι, ενώ αφθονούν τα κουνέλια και οι πέρδικες. Γι' αυτό μεγάλο τμήμα του έχει ανακηρυχθεί σε προστατευόμενη ζώνη θηραμάτων. Από την κορυφή του έχει κανείς πολύ καλή θέα όλης της ανατολικής Λήμνου μέχρι το ακρωτήριο Πλάκα.

Ίσως πρόκειται για το Ερμαίον Όρος των ομηρικών επών, μέσω του οποίου μεταβιβάστηκε με φωτιά η είδηση της πτώσης της Τροίας προς τον Άθω και από κει στη χερσαία Ελλάδα.

Οι χαρτογράφοι και περιηγητές το αναφέρουν ως λόφο του Ποσειδώνα: Colle di Nettune (Porcacchi, 1572), Neptunius Collis (Ortelius, 1589 και Mercator, 1607 και 1630). Το όνομα Παραδείσ’ (Paradis) πρωτοεμφανίζεται σε χάρτη του Joseph Roux (1764) και μετά στο χάρτη του Conze (1858). Οι Hauttecoeur (1903) και Fredrich (1904) αναφέρουν ξεχωριστά τις δύο κορυφές του: Panagia (273 μ.) και Παραδείσι (286).

Στην πρώτη κορυφή υπάρχει το ξωκλήσι της Πάνω Παναγιάς (Εισοδίων της Θεοτόκου) -η Κάτω Παναγιά βρίσκεται στους πρόποδες και ανήκει στην περιφέρεια των Καμινίων- που χτίστηκε το 1915 από το Δημήτριο Ψαρρή σε παλαιά ερείπια καθώς και μαρμάρινος κίονας από αρχαίο ναό. Αυτό σημαίνει ότι το τοπωνύμιο υπήρχε πριν από το χτίσιμο του ναού. Επίσης, κοντά στην κορυφή υπάρχουν χαλάσματα από φυλάκια και κτίρια που έκτισαν οι Γερμανοί στα χρόνια της κατοχής.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παραλία Παρθενόμιτος
  • Παραλίες: Σκίδι, Παρθενόμτος, Μακρύγιαλος ή Αγιομάρνος.
  • Μεσαιωνικά χωριά: Αγιομάρνος, Παρθενόμτος.
  • Λόφος Παραδείσι.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αντώνη Διακουμή, "Ο τόπος που πληγώσαμε".
  • Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου Βασιλική, «Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας)», Θεσσαλονίκη 1986.
  • Cdrom Επαρχείου Λήμνου: "Λήμνος αγαπημένη".
  • Θ. Μπελίτσου, Η Λήμνος και τα χωριά της, 1994.
  • "ΛΗΜΝΟΣ: Ιστορική & Πολιτιστική Κληρονομιά", εκδ. Γ. Κωνσταντέλλης, 2010.