Φισίνη Λήμνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°48′51″N 25°20′56″E / 39.81417°N 25.34889°E / 39.81417; 25.34889

Φισίνη Λήμνου
Το χωριό από το λόφο των Πύργων
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Φισίνη Λήμνου
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Δήμος Λήμνου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότητα Λέσβου
Πληθυσμός 57 (2011)

Η Φισίνη είναι χωριό της Λήμνου. Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (πρόγραμμα Καλλικράτης).

Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου Μούδρου. Παλαιότερα ανήκε στον νομό Λέσβου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά το 1321 ως πατριαρχικό κτήμα σε έγγραφο του πατριάρχη Ιωάννη ΙΓ΄:

"...τα περί την Αγίαν Μελιτηνήν χωρία του Βισσίνου, του Σκανδάλη και τα λοιπά."

Προφανώς, αποτελούσε κτήμα κάποιου βυζαντινού αξιωματούχου, του Βισσίνου, από το όνομα του οποίου προήλθε το σημερινό όνομα. Οι περιηγητές συνήθως αγνοούν τη Φισίνη. Αναφέρουν είτε το κοντινό οχυρό και λιμάνι Σκάλα είτε τους οικισμούς Tilo και Cogito, όλα στην ανατολική ακτή της Λήμνου. Όμως, λογικά το χωριό υπήρχε, αφού επιβιώνει ως ονομασία από το 14ο αιώνα -καθώς και τα άλλα δύο Χωρία της Σκάλας, όπως αποκαλούνταν ως το 19ο αιώνα: η Σκανδάλη και η Αγία Σοφία.

Η Σκάλα βρισκόταν στην περιοχή που σήμερα αποκαλείται Πύργοι. Εκεί διακρίνονται τα ερείπια ενός μεσαιωνικού κάστρου έκτασης τριών στρεμμάτων περίπου με εξωτερικό τείχος. Δίπλα στη Σκάλα υπήρχε ο οικισμός του Γούδηλα, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων βόρεια του σημερινού χωριού. Σε έγγραφο της μονής Μεγ. Λαύρας αναφέρεται ότι το 1355 διατηρούσε ιδιοκτησίες στου Γούδηλα το μονύδριο της Παναγίας Σεργουνιώτισσας. Ως Tilo τον σημειώνουν οι Piacenza (1680-85) και Βιντσέντζο Κορονέλλι (1696). Έκτοτε δεν αναφέρεται.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση οι κάτοικοί του μετοίκησαν στη Φισίνη για να γλιτώσουν από τους πειρατές. Πιθανότατα, αυτό συνέβη ταυτόχρονα με την εγκατάλειψη του κοντινού οχυρού της Σκάλας -που ως τότε πρόσφερε προστασία από τις πειρατείες- κατά το 18ο αιώνα και πριν το 1785. Ανάλογη μετακίνηση κατοίκων σε ασφαλέστερη θέση στα τέλη του 18ου αιώνα, αναφέρεται και για τη γειτονική Αγία Σοφία. Ερείπια οικιών, πηγαδιών, νεκροταφείου και ανεμόμυλων διακρίνονται ως σήμερα.

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τοπικό ιδίωμα και σε κοινοτικά έγγραφα του 19ου αιώνα το χωριό αναφέρεται ως Βισίν (το 1856), Φσιν ή Ψιν (το), οι δε κάτοικοί του με αναγραμματισμό: Σφνάδες (οι). Έτσι, επεκράτησε ο θηλυκός τύπος: Φισίνη (η) που με παρετυμολογία αποδόθηκε στο ρήμα φυσώ, επειδή στην περιοχή "φ'σα, σφνίζ': σιφουνίζει, σηκώνει σιφούνια (κυκλώνες)", κάτι που οδήγησε μερικούς να υιοθετήσουν τον εσφαλμένο τύπο: Φυσίνη (η). Στους χάρτες του Conze (1858) και του Fredrich (1904) σημειώνεται ως Psin. Ο Conze το επισκέφθηκε κι έψαξε στην εκκλησία του για αρχαιότητες αλλά δεν αναφέρει λεπτομέρειες.

Ο Άγιος Σώζων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άγιος Σώζων με τα ανακαινισμένα κελιά

Στις ανατολικές ακτές του νησιού, νοτιότερα της Σκάλας, σημειώνεται ένας οχυρωμένος οικισμός με την παράξενη ονομασία Cogito, για πρώτη φορά το 1572 από τον Porcacchi και στη συνέχεια από άλλους στα 1680-95. O Porcacchi αναφέρει ότι είναι προς το γαρμπή κοντά σε ένα ακρωτήριο και ότι έχει ένα άθλιο κάστρο. Επίσης, πως οι πληροφορίες του προέρχονται από ένα παλαιότερο ανώνυμο χειρόγραφο.

Η θέση σημειώνεται και από τον Choiseul-Gouffier το 1785, τόσο στον πολύ ακριβή χάρτη του, όσο και στο κείμενό του. Πρόκειται για τον Άγιο Σώζοντα, το όνομα του οποίου δεν καταγράφηκε σωστά, κάτι διόλου παράξενο. Με σωστό όνομα: Hag. Sosos, σημειώνεται μόλις το 1903 από το Fredrich. Επομένως, το εκκλησάκι του Αγίου Σώζοντα υπήρχε τουλάχιστον από τις αρχές του 16ου αιώνα στη ΝΑ Λήμνο. Επίσης, ότι στη θέση αυτή υπήρχε και μικρό φρούριο, ερειπωμένο ήδη το 1572.

Οι Λήμνιοι ναυτικοί θεωρούσαν σωτήρα τον Άγιο Σώζο, διότι κάποτε έσωσε τους ναυαγούς μετατρέποντας την κάπα του σε βάρκα, έτσι προς τα τέλη του 19ου αιώνα καθιερώθηκε να τιμάται ως πολιούχος της Λήμνου. Το πανηγύρι του, στις 7 Σεπτεμβρίου, ήταν τριήμερο και οι προσκυνητές διανυκτέρευαν σε ειδικά κτισμένα κελιά, τα οποία σώζονται αναπαλαιωμένα.

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουμε αρκετές αναφορές της Φισίνης στα κοινοτικά έγγραφα του 19ου αιώνα. Το 1854 ο ιερεύς του χωριού ονομαζόταν Κωνσταντίνος και η ετήσια εισφορά του χωριού προς το μητροπολίτη καθορίστηκε σε 640 αβγά, 30 τυριά και 60 λίρες. Το 1856 109 άνδρες 18-60 ετών πλήρωσαν φόρο 3488 γρόσια για να γλιτώσουν τη στράτευση. Το 1863 κατοικούσαν 52 οικογένειες, όσες και το 1874, δείγμα πληθυσμιακής στασιμότητας. Το ίδιο έτος υπήρχαν 72 σπίτια. Στα τέλη του 19ου αιώνα η κοινότητα είχε κυκλοφορήσει κέρματα για τις μικροσυναλλαγές με τη σφραγίδα «Ψ», δηλαδή Ψιν (Φ’σίν). Οι Φισ’νιώτες έστελναν έναν αντιπρόσωπο στην παλλημνιακή επαρχιακή συνέλευση.

Ο ναός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του χωριού, ο Άγιος Ιωάννης δεν είναι γνωστό πότε κτίστηκε, αλλά είναι παρόμοιας αρχιτεκτονικής με άλλους του 19ου αιώνα. Το πέτρινο καμπαναριό του είχε κατασκευάσει ο Φισι-νιώτης πετράς Κωνσταντής Αταλιώτης. Ήταν τρίπατο αλλά μετά το σεισμό του 1968 κρίθηκε επικίνδυνο και αφαιρέθηκε ο ένας όροφος με μεγάλη δυσκολία, διότι η αρμολόγηση της πέτρας είχε γίνει με μολύβι.

Δεν αποκλείεται ο ναός να αποτελεί τη συνέχεια της μονής Αγίου Ιωάννη Βαπτιστή που υπήρχε στην περιοχή της Σκάλας και αναφέρεται από το 1362. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρόναος στηρίζεται σε δυο ανόμοιους μαρμάρινους κίονες, εκ των οποίων ο ένας φέρει μαρμάρινο κιονόκρανο με περίτεχνο σκάλισμα ενώ ο άλλος πέτρινο, επίσης σκαλιστό, με εμφανή προσπάθεια του λιθογλύπτη να μιμηθεί το σχέδιο του μαρμάρινου. Προφανώς, τα μαρμάρινα μέλη προέρχονται από παλαιότερη κατασκευή, με πιθανότερη την περιοχή της Σκάλας.

Τεχνίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από πετράδες και λιθοξόους η Φισίνη είχε παράδοση στους αγγειοπλάστες-κεραμιδάδες από την εποχή που το χωριό βρισκόταν στου Γούδ’λα. Ονομαστά ήταν τα γουδ’λάδ’κα π’θάρια. Αναφέρονται ο Γαϊτανέρης κι ο Τζιβάκης που εγκαταστάθηκε στο Ρουσσοπούλι. Επίσης, το χωριό έβγαζε περίφημους μυλοτέχτες -δηλαδή χτίστες ανεμόμυλων- με πιο παλιό το Μανόλη Γεωργαλά ή Μανόλαρο. Ως πρώτη ύλη χρησιμοποιούσαν το μαλακό γκριζοκίτρινο πωρόλιθο που αφθονεί στην περιοχή.

Επειδή ήταν γνωστό για τους μαστόρους του, το 1938-39 επισκέφθηκε το χωριό ο Γεώργιος Μέγας απεσταλμένος της Ακαδημίας Αθηνών, για να μελετήσει τη λαϊκή οικοδομία της Λήμνου.

Το σχολείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως το 1903 οι νέοι του χωριού φοιτούσαν στο κοινοτικό σχολείο της Σκανδάλης, ορισμένοι δε ήσαν ιδιαίτερα επιμελείς, όπως ο μετέπειτα ιερεύς και δάσκαλος Ανδρέας Ανδρεάδης (1875-;). Το 1904, με πρωτοβουλία του ιερέα Βασίλειου Καλαθά, ιδρύθηκε ανεπίσημο σχολείο με 17 μαθητές σε οικία του Εμμανουήλ Κοκκιναρά, ο οποίος επιχορηγούσε τη λειτουργία του ως το 1907 που έγινε κοινοτικό.

Ο Εμμανουήλ Κοκκιναράς, τέκνο της Φισίνης που πλούτισε στην Αίγυπτο, ίδρυσε το Κοκκινάρειον Παρθεναγωγείον Ιμπραημίας και θεωρείται μέγας ευεργέτης της εκεί ελληνικής κοινότητας.

Το σχολικό κτίριο κτίστηκε το 1909 και επεκτάθηκε μεταγενέστερα με τη βοήθεια Φισινιωτών μεταναστών. Λειτούργησε ως τη δεκαετία 1980-90.

Νεότερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1918 η Φισίνη απετέλεσε κοινότητα μαζί με την Αγία Σοφία. Στα χρόνια του μεσοπολέμου είχε 100 σπίτια και 400 κατοίκους περίπου. Μεταπολεμικά υπέστη δραματική πληθυσμιακή συρρίκνωση: από 547 κάτοικοι το 1951, μόλις 84 απογράφηκαν το 2001. Στην Αθήνα λειτουργεί δραστήριος Σύλλογος Φισινιωτών.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο ναός του Αγ. Ιωάννου με το λιθόγλυπτο καμπαναριό.
  • Ο Άγιος Σώζων.
  • Το οχυρό της Σκάλας.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου Βασιλική, «Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας)», Θεσσαλονίκη 1986.
  • Cdrom Επαρχείου Λήμνου: "Λήμνος αγαπημένη".
  • Θ. Μπελίτσου, Η Λήμνος και τα χωριά της, 1994.
  • "ΛΗΜΝΟΣ: Ιστορική & Πολιτιστική Κληρονομιά", εκδ. Γ. Κωνσταντέλλης, 2010.