Παναγία Λήμνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°58′51″N 25°24′23″E / 39.98083°N 25.40639°E / 39.98083; 25.40639

Παναγία Λήμνου
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Παναγία Λήμνου
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Δήμος Λήμνου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότητα Λέσβου
Πληθυσμός 381 (2011)

Η Παναγία είναι χωριό της Λήμνου στο ΒΑ άκρο του νησιού και έχει 450 κατοίκους (2001). Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (πρόγραμμα Καλλικράτης).

Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου Μούδρου. Παλαιότερα ανήκε στον νομό Λέσβου.

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση το τοπωνύμιο Παναγία προϋπήρχε του χωριού και προήλθε από κάποιο παλιό μοναστήρι. Όντως, το 1355 αναφέρεται σε έγγραφο της μονής Μεγ. Λαύρας η μικρή μονή Θεοτόκος Σεργουνιώτισσα στη βορειοανατολική Λήμνο κοντά στο χωριό Καστρίν, το οποίο εντοπίζεται στη γειτονική Πλάκα. Η μονή αυτή είχε ιδιοκτησίες σε διάφορα σημεία της Λήμνου, όπως στις θέσεις: Πολύφυλλον, χωρίον του Πετζέα, Μαγειρίδιο και Γούδηλα.

Μεταγενέστερα, η μονή αναφέρεται ως μετόχι της Μεγ. Λαύρας, η οποία το 1380 διεκδικούσε την εικόνα της Παναγίας Σερβουνιωτίσσης από κάποια οικογένεια Κονδύλη της Λήμνου.

Αρχαιολογικές θέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα δυτικά του χωριού, στο λιμανάκι του όρμου Σωτήρας, έχει εντοπιστεί αρχαία θέση. Συγκεκριμένα στα νότια του ομώνυμου ακρωτηρίου έχει βρεθεί μια επιτύμβια στήλη του 4ου αιώνα π.Χ. που γράφει: «ΒΕΝΔΙΔΩΡΑ ΜΗΤΡΟΦΑΝΟΥ ΓΕΡΓΙΣΙΟΥ».

Σε παλιά κείμενα η τοποθεσία αναφέρεται ως «αυλάκι του Αγίου Σωτήρος», ενώ το εκκλησάκι Sotira σημειώνεται σε χάρτη αμφίβολης χρονολόγησης, ο οποίος συνοδεύει το έργο του Ιταλού περιηγητή Buondelmonti (1418).

Το 1521 στο ναυτικό οδηγό και στους χάρτες του Τούρκου ναυτικού Πίρι Ρέις σημειώνεται το αγκυροβόλιο «Kilsegük: εκκλησάκι», κάτι που σημαίνει ότι υπήρχε εξωκλήσι στην περιοχή. Παράλιος οικισμός με το όνομα «Sotira» στη βορειοανατολική Λήμνο σημειώνεται και χάρτες άλλων περιηγητών, όπως του Belon (1588) και του Όλφερτ Ντάπερ(1688).

Το 1858, που ο Conze επισκέφτηκε το ακρωτήριο και το λιμανάκι της Sotiras, παρατήρησε μια παλιά κατεστραμμένη λίθινη προκυμαία και το ξωκλήσι της Agias Sotiras. Ο αρχαίος αυτός μόλος ξεκινά από το ακρωτήριο κι εκτείνεται νότια ως 400 μ. μέσα στη θάλασσα.

Η ίδρυση του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως τα μέσα του 19ου αιώνα στην περιοχή της ΒΑ Λήμνου ανάμεσα στο χωριό Κοντοπούλι και στο ακρωτήριο Πλάκα δεν υπήρχε χωριό. Υπήρχαν μόνο μερικές απομονωμένες καλύβες τσιφλικιών, που ανήκαν σε Τούρκους αγάδες του Ανυπάτη.

Αυτή την εικόνα έχουμε τόσο από την προφορική παράδοση, όσο κι από το Γερμανό περιηγητή Conze, ο οποίος διέσχισε ολόκληρη τη ΒΑ Λήμνο το 1858.

Το χωριό Παναγία ιδρύθηκε γύρω στα 1865-66 από κατοίκους του Αγίου Υπατίου και του Κοντοπουλίου που είχαν κτήματα στην περιοχή. Ως πρώτοι οικιστές θεωρούνται οι: Κομνηνός Κατωγούδης, Ιωάννης Λαγός, Εμμανουήλ Παξιμαδάς, Δημήτριος Τσαγδής και Ιωάννης Κεχαγιάς.

Επιλέχθηκε η θέση «Παναγία», όπου βρισκόταν η παλιά βυζαντινή μονή, στους πρόποδες του λόφου «Αλεπότρυπες», πιθανόν επειδή βρισκόταν σε ίση περίπου απόσταση από τις δυτικές και τις ανατολικές ακτές, άρα παρείχε μεγαλύτερη ασφάλεια.

19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις απογραφές της μητρόπολης Λήμνου η Παναγία δεν αναφέρεται ως το 1874. Το έτος αυτό υπήρχαν 30 οικογένειες. Σε ένα άλλο έγγραφο του ίδιου έτους η Παναγία σημειώνεται με το όνομα Τσηφτλίκια. Συνεπώς, η ονομασία «Παναγία» δεν είχε επικρατήσει ακόμα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1894 το χωριό δεν σημειώνεται στο χάρτη του De Launay, αν και αναφέρονται οικισμοί στις κοντινές θέσεις Naxia και Petsa. Αντιθέτως, το 1904 στο χάρτη του Fredrich εκτός από τους δύο παραπάνω οικισμούς, σημειώνεται και η Panagia ως ξεχωριστός οικισμός. Προφανώς, το χωριό είχε αρχίσει πλέον να συγκεντρώνει περισσότερους κατοίκους.

Οι ναοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ήδη από το 1865 οι πρώτοι κάτοικοι είχαν κτίσει ναΐσκο της Παναγίας, στη θέση της ερειπωμένης μονής. Ο τόπος ανήκε σε κάποιον Τούρκο τσιφλικά, τον Αλί. Αυτός προσπάθησε δύο φορές να τους εμποδίσει και κτύπησε άγρια κάποιον ηλικιωμένο. Όμως, σαν από θεία δίκη, το άλογό του αφήνιασε, τον ανέτρεψε και τον παρέσυρε μακριά σκοτώνοντάς τον. Έτσι οι κάτοικοι αποτέλειωσαν την εκκλησία. Αργότερα κτίστηκε νεότερος ναός με δωρεά 6.500 δολαρίων του Αναστάσιου Διαμαντή, μετανάστη στις ΗΠΑ. Ο ναός γιορτάζει το δεκαπενταύγουστο, οπότε διοργανώνεται μεγάλο πανηγύρι.
  • Ενδιαφέρων είναι ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Δημητρίου, που έχει ξύλινη οροφή διακοσμημένη με λαϊκά μοτίβα και χρωματιστό ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ παλιότερα είχε μεταλλικό καμπαναριό.

Το σχολείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1887, έπειτα από κοινό διάβημα των κατοίκων Παναγίας και Πλάκας, ιδρύθηκε κοινοτικό σχολείο στην Πλάκα, στο οποίο φοιτούσαν έξι μαθητές από την Παναγία.

Από το 1903 λειτούργησε σχολείο και στην Παναγία με 20 μαθητές στην αρχή, αλλά με ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς. Συγκεκριμένα, ως το 1925 το μισθό του διδάσκοντα πλήρωναν οι κάτοικοι. Συνήθως, ήταν είτε ο ιερέας είτε ο ψάλτης της ενορίας, οι οποίοι συχνά δεν είχαν γνώσεις πέραν της Β΄ τάξης, οπότε για τις υπόλοιπες οι μαθητές πήγαιναν στο χωριό Κοντοπούλι.

Το σχολικό κτίριο κτίστηκε το 1929-32. Μακροχρόνια υπηρεσία στο σχολείο του χωριού πρόσφεραν οι εκπαιδευτικοί Ιορδάνης Αλευρόπουλος (1946-69), Ηρακλής Κοντέλλης (1963-;) και Κωνσταντίνα Καλογιάννη (1963-;).

Νεότερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα χρόνια του μεσοπολέμου το χωριό, αν και απομονωμένο στην εσχατιά της Λήμνου, αναπτύχθηκε σταδιακά με τη βοήθεια και των προσφυγικών οικογενειών που εγκαταστάθηκαν εκεί. Το 1925 χτίστηκαν 80 διπλές προσφυγικές κατοικίες. Το έτος αυτό είχε συνδεθεί με αμαξιτό δρόμο με το υπόλοιπο νησί, ο οποίος όμως μετά το Κοντοπούλι ήτανε σε κακή κατάσταση.

Το χωριό αναπτύχθηκε πληθυσμιακά, οικονομικά και πολιτιστικά με ταχείς ρυθμούς. Η ανάπτυξη αυτή, εκτός από την ευφορία των εδαφών, οφείλεται στην εργατικότητα και στη σύμπνοια των κατοίκων. Το 1928 απογράφηκαν 406 άτομα, ενώ το 1938 κατοικούσαν 500, υπήρχαν 125 σπίτια και διθέσιο σχολείο με 100 μαθητές.

Μεταπολεμικά από την εύφορη πεδιάδα παρήγαγαν ετησίως 407 τόνους βαμβάκι και 700 τόνους σίτου. Το 1961 είχε 697 κατοίκους και από το 1963 ως το 1974 τριθέσιο σχολείο. Στη συνέχεια άρχισε μια αργή συρρίκνωση, το σχολείο υποβαθμίστηκε σε διθέσιο, χωρίς όμως να χαθεί ο δυναμισμός του χωριού. Το 1991 είχε 448 κατοίκους.

Σήμερα εξακολουθεί να είναι από τα πιο ζωντανά χωριά του νησιού. Λειτουργεί ο "Αλιευτικός Σύλλογος Πλάκας-Παναγιάς", το ποδοσφαιρικό σωματείο "Αετός Πλάκας-Παναγιάς", υπάρχει δραστήριος πολιτιστικός σύλλογος και στην Αθήνα σύλλογος αποδήμων με αξιόλογη δράση.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου Βασιλική, «Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας)», Θεσσαλονίκη 1986.
  • Cdrom Επαρχείου Λήμνου: "Λήμνος αγαπημένη".
  • Θ. Μπελίτσου, Η Λήμνος και τα χωριά της, 1994.
  • "ΛΗΜΝΟΣ: Ιστορική & Πολιτιστική Κληρονομιά", εκδ. Γ. Κωνσταντέλλης, 2010.