Ρωμανού Λήμνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°54′23″N 25°17′20″E / 39.90639°N 25.28889°E / 39.90639; 25.28889

Ρωμανού Λήμνου
Χαρακτηριστικός τύπος σπιτιού του Ρωμανού με ενσωματωμένη μάντρα
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Ρωμανού Λήμνου
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Δήμος Λήμνου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότητα Λέσβου
Πληθυσμός 302 (2011)
Η Παπαϊωάννειος Σχολή και η παλιά βρύση
Τα υπόσκαφα πιθάρια

Το Ρωμανού (επίσημα Ρωμανόν) είναι χωριό της Λήμνου. Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού, κοντά στον κόλπο του Μούδρου. Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (πρόγραμμα Καλλικράτης).

Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου Μούδρου. Παλαιότερα ανήκε στον νομό Λέσβου. Έχει 457 κατοίκους (2001).

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό πρωτοαναφέρεται το 1785 από τον Γάλλο περιηγητή Ωγκύστ ντε Σουαζέλ Γκουφιέ με το όνομα Osmanou και από το Villoison ως village d’Ermenou, δηλαδή «χωριό του Ρωμανού». Προφανώς, πρόκειται για αναγραμματισμό: Ορμανού-Ρωμανού, που συναντάμε και σε άλλα χωριά του νησιού, όπως: Ορσωπούλ-Ρωσοπούλι . Το 1858 ο Γερμανός Conze (1858) το αναφέρει πιο σωστά ως Romano. Σημειώνεται στους χάρτες του De Launay (1898 ως Ormano) και του Fredrich (1904 ως Romanos).

Αν και δεν υπάρχουν μαρτυρίες, λογικά η ονομασία προήλθε από κάποιον παλιό γαιοκτήμονα που ονομαζόταν «Ρωμανός», όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις σε όλη τη Λήμνο. Το χωριό έγινε κοινότητα το 1918 με το όνομα Ρωμανός (ο) . Το 1940 μετονομάστηκε σε Ρωμανόν (το) αλλά αποκαλείται Ρωμανού και οι κάτοικοί του Ρωμανιώτες ή Ρουμανιώτες.

Στα βυζαντινά χρόνια μεταξύ του Ρωμανού και του Μούδρου αναφέρεται το χωρίον του Νερά, στο οποίο η μονή Μεγ. Λαύρας διατηρούσε πάροικους το 1304. Φαίνεται, πως η περιοχή ανήκε σε κάποιον γαιοκτήμονα που ονομαζόταν «Νεράς». Σήμερα στη θέση «Νερά» υπάρχει το εξωκλήσι των Αγ. Αποστόλων.

Η θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες στη σημερινή θέση οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν πριν από 230 χρόνια περίπου για να προστατευτούν από τους πειρατές. Παλιότερα κατοικούσαν κοντά στο κόλπο του Μούδρου, στην περιοχή όπου δεσπόζει ο λόφος Βούκρανος (βοός κρανίον: αρχαίο τοπωνύμιο). Η παράδοση αυτή συμπίπτει χρονικά με την αναφορά του ιστοριοδίφη Κων. Σάθα περί ληστοπειρατικής εφόδου Ψαριανών που συνέβη «εις το Μούντρος και τα πλησιέστερα μέρη αυτού» λίγο μετά τα πολεμικά γεγονότα των ορλοφικών στα τέλη του 18ου αιώνα. Η νέα θέση δεν απέχει πολύ από τη θάλασσα, όμως είναι κρυμμένη πίσω από μικρούς λοφίσκους και απλώνεται αμφιθεατρικά.

Το 1785 ο Villoison αναφέρει ότι το χωριό ήταν μοιρασμένο στα δύο: «village d’Ermenou qui est partage en deux», χωρίς άλλη διευκρίνιση. Αυτή η πληροφορία σημαίνει είτε ότι δεν είχαν μετακινηθεί ακόμα όλοι οι κάτοικοι στη νέα θέση είτε ότι υπήρχε τουρκική και ελληνική συνοικία. Κατά τα άλλα, βρήκε στο χωριό 25 πέτρινα σπίτια σκεπασμένα με κεραμίδια. Οι κάτοικοί του είχαν διαθέσιμα για πούλημα: αρνιά, κότες και κρασί. Συνεπώς, ο οικισμός αν και μικρός είχε κάποια αυτάρκεια.

Ο ναός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το 19ο αιώνα το χωριό αναπτύχθηκε γρήγορα και το 1830 οι κάτοικοι ανέγειραν τον ιερό ναό της Γέννησης του Χριστού έπειτα από δωρεά ενός εύπορου συμπατριώτη τους.

Ο ναός έχει λαξευτή λιθοδομή και ξυλόγλυπτο τέμπλο με πρωτότυπες αγιογραφίες (Πρωτόπλαστοι, Κατακλυσμός, Σάλπιγγες Ιεριχούς, Πύργος Βαβέλ, Κάιν και Άβελ κ.ά.) του Ίμβριου αγιογράφου Ευστράτιου Χαϊμαντέ τις οποίες θαύμασε ο Conze το 1858.

Ο εξωνάρθηκας με τα παράθυρα νεογοτθικού ρυθμού, τα αχλαδόσχημα διακοσμητικά μοτίβα και τα σκαλιστά κιονόκρανα, όπως αναφέρει σχετική επιγραφή, ανεγέρθηκε:

«ΔΑΠΑΝΗ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ 1881 ΙΟΥΛΙΟΥ ΠΡΩΤΗ»

Μια άλλη επιγραφή, η οποία, άγνωστο γιατί, έχει τοποθετηθεί παραπλεύρως του αγιάσματος στην είσοδο του χωριού, αποκαλύπτει το όνομα του κατασκευαστή του εξωνάρθηκα. Γράφει:

«ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΤΗΝΙΟΣ ΕΠΟΙΗ 1881 ΕΤ. ΙΟΥΛΗΟΥ ΠΡΩΤ.»,

Το 1849 ανακαινίστηκε η πηγή του αγιάσματος στην είσοδο του χωριού με έξοδα των: παπά-Χατζηιωάννη, παπά-Θεοφάνη και Χατζηγεωργίου.

Το σχολείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1850 περίπου αναφέρεται η ίδρυση σχολείου με πρωτοβουλία του δραστήριου ιερέα Θεοφάνη Λαμπίδη, ο οποίος δίδασκε στην κατοικία του ως το 1860, οπότε αγοράστηκε μια οικία για το σκοπό αυτό. Το 1879 το σχολείο έγινε κοινοτικό και λειτούργησε ως διτάξιο μέχρι το 1906.

Το έτος αυτό κτίστηκε νέο κτίριο, η Παπαϊωάννειος Σχολή, με εισφορές 500 λιρών του Γαρύφαλλου Παπαϊωάννου, εμπόρου στο Κάιρο και 100 λιρών του αδελφού του, οφθαλμίατρου, Γεώργιου. Έτσι, το σχολείο αναβαθμίστηκε σε τριτάξιο και αργότερα σε τετρατάξιο.

Το 1936 κτίστηκε εντυπωσιακό πέτρινο σχολικό κτίριο, έργο του Γιάννη Φωτιάδη, σε οικόπεδο που δώρισε ο Κων. Παπαδόπουλος. Από το Ρωμανού καταγόταν ο δάσκαλος Κων/νος Τριανταφυλλίδης που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 8/8/1944 για αντιστασιακή δράση.

Στο προάυλιο χώρο του σχολείου υπάρχουν αμυγδαλιές, καρυδιές, σιντριβάνι(είχε και χρυσόψαρα ) και αρκετά μικρά τριγωνικά παρτέρια.

Νεότερη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διάρκεια του μεσοπολέμου το Ρωμανού γνώρισε οικονομική ανάπτυξη. Το 1920 με 822 κατοίκους ήταν το πέμπτο σε πληθυσμό χωριό της Λήμνου. Με την άφιξη των προσφύγων ο πληθυσμός ξεπέρασε τα χίλια άτομα. Το 1938 υπήρχαν 200 περίπου σπίτια, τα οποία εξυπηρετούσε υπόνομος! Στο σχολείο φοιτούσαν 180 παιδιά και είχε προαχθεί σε τριθέσιο. Το χωριό παρήγαγε ετησίως: 150.000 οκάδες σιτηρά, 25.000 οκάδες βαμβάκι, 15.000 οκάδες άφκο (φάβα), 10.000 οκάδες σουσάμι, 10.000 οκάδες φασόλι, φούλια(φυστίκια αιγύπτου ) σταφύλια κ.α

Περιζήτητη ήταν η ρωμανιώτικη πέτρα για τέμπλα, κίονες, κιονόκρανα, καμπαναριά, παραστάδες, γωνιές, υπέρθυρα, επιτύμβιες πλάκες κλπ, διότι είναι ανθεκτική, αδιάβροχη αλλά ταυτόχρονα μαλακή κι εύκολα λαξεύσιμη. Το Ρωμανού ανέδειξε εξαιρετικούς πετράδες, όπως τους Σπύρο Αφίωνη, Γιάννη Σκούφαρο, Μακαρούνη, Θοδωρή Κακαβέλη και το γιο του Φώτη.

Για λίγο καιρό μετά τον πόλεμο διατηρήθηκε μια δυναμική οικονομία. Ως τα μέσα της δεκαετίας του ’70 αναφέρονται δυο βιοτεχνίες αεριούχων ποτών, σιδηρουργείο, κλωστοϋφαντήριο, κυλινδρόμυλος, αρτοποιείο, τρία ξυλουργεία, πέντε καφενεία. Κτίστηκε και δεύτερος ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην είσοδο του χωριού, με ένα μοναδικό λαξευτό τέμπλο φτιαγμένο από μονοκόμματους ντόπιους πωρόλιθους.

Όμως, το χωριό δεν κατάφερε να αποφύγει την πληθυσμιακή συρρίκνωση. Από 828 κατοίκους το 1951, μόλις 457 απογράφηκαν το 2001. Το δημοτικό σχολείο, αφού υποβιβάστηκε διαδοχικά σε διθέσιο (1963) και μονοθέσιο (1974), συγχωνεύτηκε με του Μούδρου (1994).

Το χωριό είναι γνωστό για το ωραίο ντόπιο κρασί και το ντόπιο τσίπουρο.

Επίσης το χωριό είναι γνωστό για τα μεγάλα πανηγίρια.21 Μαίου και 1 Αυγούστου.

Σήμερα, στο χωριό λειτουργεί ο πολιτιστικός και ποδοσφαιρικός σύλλογος Αστραπή, Δημοτικός Ξενώνας στο σχολικό κτίριο και στην Αθήνα δραστήριος Σύλλογος Ρωμανιωτών.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ναός Γεννήσεως του Χριστού (1830) με τις πρωτότυπες αγιογραφίες
  • Ναός Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με το λιθόγλυπτο τέμπλο
  • Αγίασμα
  • Υπόσκαφα πιθάρια κρασιού
  • Το πέτρινο σχολείο, έργο του Γιάννη Φωτιάδη
  • Το σκαλιστό πέτρινο ηρώο
  • Ο ναός της Αγίας Φωτίδας στην Κώμη
  • Το γραφικό λιμανάκι με της βάρκες
  • Το ηλιοβασίλεμα στο λιμανάκι με θέα το κόλπο του Μούδρου [ χειμώνα-καλοκαίρι είναι υπέροχο]
  • Τα δύο παραδοσιακά πλησταρία μιας άλλης εποχής.
  • Οι γούρνες(σκαληστές πέτρες) για να ποτίζουν τα ζώα τους οι χωριανοί.
  • Οι πέτρινοι μύλοι.
  • Πέτρινοι ξυλόφουρνοι.
  • Παροδοσιακό καζάνι απόσταξης τσίπουρου.
  • Το σκαληστό άγαλμα σε πέτρα.
  • Η πέτρινη κεντρική πλατεία του χωριού.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου Βασιλική, «Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας)», Θεσσαλονίκη 1986.
  • Cdrom Επαρχείου Λήμνου: "Λήμνος αγαπημένη".
  • Θ. Μπελίτσου, Η Λήμνος και τα χωριά της, 1994.
  • "ΛΗΜΝΟΣ: Ιστορική & Πολιτιστική Κληρονομιά", εκδ. Γ. Κωνσταντέλλης, 2010.