Σιχισμός στην Ταϊλάνδη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Σιχισμός είναι μια αναγνωρισμένη μειονοτική θρησκεία στην Ταϊλάνδη, με πληθυσμό περίπου 70,000 υποστηρικτών.[1] Η θρησκεία εμφανίστηκε στη χώρα έπειτα από την άφιξη μεταναστών από την Ινδία σε αυτήν, περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Υπάρχουν περίπου είκοσι Σιχ ναοί (γκουντβάρας) στη χώρα, συμπεριλαμβανομένου και του Γκουντβάρα Σρι Γκουρού Σινγκ Σαμπχά στην Μπανγκόκ.

Κατάσταση και αριθμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2006, υπολογίστηκε πως ο πληθυσμός της Σιχ κοινότητας ανερχόταν περίπου στα 70,000 άτομα, με τους περισσότερους από αυτούς να κατοικούν στις περιοχές Μπανγκόκ, Τσιανγκ Μάι, Νάνκον Ρατσάσιμα (Κοράτ), Πατάγια και Πουκέτ. Εκείνη την περίοδο, υπήρχαν δεκαεννιά Σιχ ναοί στη χώρα. Ο Σιχισμός ήταν μία από τις πέντε θρησκευτικές ομάδες που ήταν εγγεγραμμένες στο Τμήμα Θρησκευμάτων του Υπουργείου Πολιτισμούς της Ταϊλάνδης.[1] Οι Σιχ της Ταϊλάνδης αποτελούν τη μεγαλύτερη κοινότητα ανάμεσα στους Ινδούς που ζουν στη χώρα και έχουν καλές σχέσεις με τον Βασιλιά.[2]

Ταυτότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αποτελέσματα μιας μελέτης που είχε σαν θέμα τους Σιχ κατοίκους της Μπανγκόκ, αναφέρουν πως «η ταυτότητα των Σιχ της Ταϊλάνδης είναι σαφής και καλά διατηρημένη μέσα στην κοινωνία της Μπανγκόκ», αλλά πως οι επιρροές από τη Δύση και άλλες κοινωνίες οδηγούσαν σε παραμέληση των χαρακτηριστικών του παραδοσιακού τρόπου ζωής.[3] Η Σιχ κοινότητα της Μπανγκόκ περιγράφηκε ως «η πιο ολοκληρωμένη κοινότητα της Ταϊλάνδης».[4]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μπανγκόκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στους πρώτους Ινδούς που έφτασαν στην Ταϊλάνδη, ήταν ο Κιρπαράμ Μαντάν το 1884. Ο Κιρπαράμ Μαντάν ήταν ένας Σαχαζντάρι Σιχ από το χωριό Μπαντιβάλ της περιοχής Σιαλκότ (σήμερα στο Πακιστάν).[5] Του δόθηκε η ευκαιρία να εμφανιστεί μπροστά στον Βασιλιά Ραμά Ε΄[6] και μετέπειτα έφερε στη χώρα και τους συγγενείς του. Κιρπαράμ Μαντάν και οι συγγενείς του ήταν ανάμεσα στα πρώτα μέλη της Ινδικής διασποράς στην Ταϊλάνδη, οι οποίοι άρχισαν να καταφτάνουν περί τα τέλη του 19ου αιώνα.[7]

Μέχρι το 1911, αρκετές Σιχ οικογένειες είχαν εγκατασταθεί στην Ταϊλάνδη. Εκείνη την περίοδο, η Μπανγκόκ ήταν το κέντρο των Σιχ μεταναστών, αλλά δεν υπήρχε κάποιος γκουντβάρα στον οποίο μπορούσαν να πάνε για να προσευχηθούν. Έτσι, οι προσευχές λάμβαναν χώρα εκ περιτροπής στα σπίτια των Σιχ κάθε Κυριακή και όλες τις Γκουρπουράβ μέρες. Το 1912, οι Σιχ αποφάσισαν να εγκαθιδρύσουν έναν γκουντβάρα και έτσι ενοικιάστηκε ένα ξύλινο σπίτι στη γειτονική περιοχή Μπαάν Μοχ, η οποία ήταν και γνωστή επιχειρηματική περιοχή.[2] Το 1913, με τη συνεχόμενη αύξηση του πληθυσμού της Σιχ κοινότητας, ενοικιάστηκε ένα μεγαλύτερο ξύλινο σπίτι στη γειτονιά Παχουράτ. Έπειτα από σημαντικές ανακαινίσεις και διακοσμήσεις, το Γκουρού Γκραντ Σαχίμπ εγκαταστάθηκε εκεί και οι προσευχές διεξάγονταν σε καθημερινή βάση. Οι Σιχ της πόλης είναι εγκατεστημένοι κυρίως σε αυτή τη γειτονιά και οι περισσότεροι είναι κτηματομεσίτες ή ασχολούνται με την υφαντουργία.

Το 1979, αποφασίστηκε να γίνει μια ανακαίνιση στον γκουντβάρα ώστε να μεγαλώσει για να μπορεί φιλοξενεί τον αυξανόμενο αριθμό των Σιχ. Μαζί με την επιτροπή του γκουντβάρα και τους άλλους Σιχ της Ταϊλάνδης, αποφασίστηκε να ανοικοδομηθεί ο Γκουντβάρα Σρι Γκουρού Σινγκ Σαμπχά στην ίδια τοποθεσία, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1981, έπειτα από δύο χρόνια.

Τσιανγκ Μάι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος Σιχ που ταξίδεψε στην Τσιανγκ Μάι ήταν ο Ισχάρ Σινγκ το 1905, ο οποίος έφτασε στην Ταϊλάνδη από την Ινδία, μέσω της Μιανμάρ. Σύντομα, τέσσερις ακόμα οικογένειες κατέφθασαν στην περιοχή. Το 1907, αυτή η ομάδα των Σιχ, αποφάσισε να εγκαθιδρύσει έναν Γκουντβάρα στην περιοχή, ο οποίος βρίσκεται μέχρι σήμερα στον δρόμο Charoenrat, καταλαμβάνοντας χώρο περίπου 240 τετραγωνικών μέτρων.

Πατάγια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1975, υπήρχαν μόνο τρεις ή τέσσερις Σιχ οικογένειες στην Πατάγια. Όταν αργότερα η Πατάγια έγινε ένα τουριστικό μέρος, αρκετοί Σιχ μετανάστευσαν εκεί από άλλες περιοχές της χώρας.

Κον Καέν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1932, οι Σιχ ξεκίνησαν να μετακομίζουν στην πόλη Κον Καέν με σκοπό τη δημιουργία επιχειρήσεων για να κερδίζουν τα προς το ζην. Αρχικά, οι Σιχ στην Κον Καέν δεν έχτισαν κάποιον Γκουντβάρα για να τελούν σε αυτόν θρησκευτικές τελετές ή προσευχές. Αντ'αυτού, για αυτές τις τελετές χρησιμοποιούνταν εκ περιτροπής τα σπίτια των Σιχ σε συγκεκριμένες μέρες. Αργότερα, το 1972, καθώς ο αριθμός των Σιχ αυξανόταν, εγκαθιδρύθηκε ένας Γκουντβάρα στον δρόμο Ruamchit.

Λαμπάνγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά, ο Γκουντβάρα στην πόλη Λαμπάνγκ βρισκόταν στον δρόμο Sai Klang και ήταν ένας από τους παλαιότερους γκουντβάρας στην Ταϊλάνδη. Το 1933, ένας Σιχ με το όνομα Γουαριάμ Σινγκ, δώρισε ένα κομμάτι γης, στο οποίο ξεκίνησε η ανοικοδόμηση ενός Γκουντβάρα. Αργότερα, καθώς ο αριθμός των Σιχ αυξανόταν, ανοικοδομήθηκε ένας νέος Γκουντβάρα στον δρόμο Thip Chaang. Ο νέος Γκουντβάρα εγκαινιάστηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1992, με αρκετούς Σιχ από τις κοντινές περιοχές αλλά και από την Μπανγκόκ να παρευρίσκονται εκεί.

Νάνκον Ρατσάσιμα (Κοράτ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1947, οι Σιχ ξεκίνησαν να μετακομίζουν στη Νάνκον Ρατσάσιμα με σκοπό τη δημιουργία επιχειρήσεων για να κερδίζουν τα προς το ζην. Αρχικά, οι Σιχ στη Νάνκον Ρατσάσιμα δεν έχτισαν κάποιον Γκουντβάρα για να τελούν σε αυτόν θρησκευτικές τελετές ή προσευχές. Αντ'αυτού, για αυτές τις τελετές χρησιμοποιούνταν εκ περιτροπής τα σπίτια των Σιχ σε συγκεκριμένες μέρες. Αργότερα, καθώς ο αριθμός των Σιχ αυξανόταν, εγκαθιδρύθηκε στην περιοχή ένας Γκουντβάρα. Στις 23 Δεκεμβρίου 1984, διεξήχθη στην πόλη μία παρέλαση από τη Σιχ κοινότητα, για να εορταστούν τα εγκαίνια του Γκουντβάρα.

Πουκέτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος Γκουντβάρα στο Πουκέτ ανοικοδομήθηκε από τους Σιχ που είχαν φτάσει στην περιοχή το 1939 για να δουλέψουν στα ορυχεία κασσίτερου και στην κατασκευή σιδηροδρόμων, υπό την εποπτεία των Βρετανών. Αργότερα, αρκετοί Σιχ επιχειρηματίες άρχισαν να μεταναστεύουν στο Πουκέτ με σκοπό να ασχοληθούν με τομείς όπως η ραπτική και τα ξενοδοχεία. Όταν η περιοχή έγινε μία από τα κύρια τουριστικά κέντρα της Ταϊλάνδης, περισσότεροι Σιχ μετακόμισαν εκεί, κάτι που οδήγησε στην ανάγκη της ανακαίνισης και επέκτασης του Γκουντβάρα, ώστε να μπορεί να φιλοξενεί τις ανάγκες του αυξανόμενου πληθυσμού. Η Επιτροπή Γκουντβάρα του Πουκέτ μαζί με αρκετούς άλλους Σιχ, βοήθησαν στην ανοικοδόμηση ενός νέου Γκουντβάρα, με τα εγκαίνιά του να διεξάγονται στις 22 Ιανουαρίου 2001.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Thailand». U.S. Department of State. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Οκτωβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2019. 
  2. 2,0 2,1 Swarn Singh Kahlon; Dr. Hardev Singh Virk (2016). «Sikhs presence in Thailand». Sikhs in Asia Pacific : Travels among the Sikh Diaspora from Yangon to Kobe. New Delhi: Manohar Publishers. 
  3. Nakrob Narksuwan; Wisanee Siltragool; Anchalee Jantapo (2014). «Current Conditions and Problems of Conservation and Inheritance of Identity Among Thai-Sikhs». Asian Culture and History 7. doi:10.5539/ach.v7n1p1. 
  4. Rajwant Singh Chilana (2006). International Bibliography of Sikh Studies. Springer Science & Business Media. σελ. 466. ISBN 978-1-4020-3044-4. 
  5. Surendra K. Gupta (1999). Indians in Thailand. Books India International. σελ. 48. 
  6. Οι καταγραφές είναι διαθέσιμες στον Γκουντβάρα Σινγκ Σαμπχά στην Μπανγκόκ.
  7. Surendra K. Gupta (1999). Indians in Thailand. Books India International. σελ. 67. 

Περαιτέρω μελέτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Sidhu, M. S., & Čhulālongkō̜nmahāwitthayālai. (1993). Sikhs in Thailand. Bangkok: Institute of Asian Studies, Chulalongkorn University.