Σοβιετοφινλανδικός πόλεμος του 1939

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Πόλεμος του Χειμώνα)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρωσοφινλανδικός πόλεμος του 1939
Μέρος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου
A Finnish Maxim M-32 machine gun nest during the Winter War.jpg
Στοιχείο φινλανδικού πολυβόλου κατά τον Ρωσοφινλανδικό πόλεμο του 1939
Χρονολογία30 Νοεμβρίου 1939 - 13 Μαρτίου 1940
ΤόποςΒορειοανατολική Φινλανδία
ΈκβασηΝίκη της ΕΣΣΔ
υπογραφή της Συνθήκης της Μόσχας
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
337.000–346.500 άντρες
32 τανκς
114 αεροσκάφη
425.640–760.578 άντρες
998.000 άντρες (συνολικά πήραν μέρος ως το τέλος του πολέμου)
2.514-6.541 τανκς
3.880 αεροσκάφη
Απώλειες
25.904 νεκροί και αγνοούμενοι
43.557 τραυματίες
1.000 αιχμάλωτοι
126.875 νεκροί και αγνοούμενοι
188.671 τραυματίες
5.572 αιχμάλωτοι

Ο Ρωσοφινλανδικός πόλεμος του 1939 ή Χειμερινός Πόλεμος ήταν η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Φινλανδίας το 1939-40. Ξεκίνησε με τη σοβιετική εισβολή στο φινλανδικό έδαφος την 30 Νοεμβρίου 1939 και τελείωσε στις 13 Μαρτίου 1940 με τη συνθήκη ειρήνης της Μόσχας. Η Κοινωνία των Εθνών καταδίκασε ως παράνομη την επίθεση και απέβαλε από τις τάξεις της τη Σοβιετική Ένωση στις 14 Δεκεμβρίου 1939.

Οι σοβιετικές δυνάμεις ήταν τριπλάσιες σε αριθμό έναντι των φινλανδικών δυνάμεων, είχαν 30 φορές μεγαλύτερη αεροπορική δύναμη και εκατονταπλάσιο αριθμό τεθωρακισμένων. Ο Κόκκινος Στρατός παρ'όλα αυτά ήταν αποδυναμωμένος και σε φάση αναδιοργάνωσης, ύστερα από τις μαζικές εκκαθαρίσεις που είχε κάνει το 1937 ο ηγέτης της ΕΣΣΔ Στάλιν, εκκαθαρίσεις κατά τις οποίες εκτελέστηκε μεγάλος αριθμός ικανών αξιωματικών και χαρισματικών στρατηγών όπως ο Μιχαήλ Τουχατσέφσκι, εξαιτίας της ανασφάλειας του Σοβιετικού ηγέτη προς το σώμα των παλαιών στρατιωτικών λόγω της πιθανότητας ανατροπής του. Συγκεκριμένα 34.000 αξιωματικοί είχαν εκτελεσθεί ή φυλακιστεί, κυρίως ανώτερων και ανώτατων βαθμών.[1] Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων με το υψηλό φρόνημα των Φινλανδών οι οποίοι μάχονταν υπέρ βωμών και εστιών, είχε ως αποτέλεσμα μια εξαιρετικώς σθεναρή αντίσταση εκ μέρους των φινλανδικών δυνάμεων και την αναποτελεσματικότητα των σοβιετικών.

Οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν με τη Συνθήκη της Μόσχας το Μάρτιο του 1940. Η Φινλανδία απώλεσε το 11% των εδαφών της και το 30% των γεωοικονομικών πηγών της που πέρασαν στην κατοχή της Σοβιετικής Ένωσης.[2] Κατάφερε, ωστόσο, να διατηρήσει την ανεξαρτησία της. Η ΕΣΣΔ από την άλλη βγήκε από τον πόλεμο αυτό με βαρύτατες απώλειες στα πεδία της μάχης και τραυματισμένη τη διεθνή της φήμη.[2] Ο αντικειμενικός σκοπός της σοβιετικής εισβολής, που ήταν η κατάκτηση όλης της Φινλανδίας δεν επετεύχθη, κατάφερε όμως η Ε.Σ.Σ.Δ να καρπωθεί σημαντικά εδάφη γύρω από τη λίμνη Λάντογκα, τα οποία έπαιξαν τον ρόλο αμυντικής περιμέτρου της σοβιετικής πόλης του Λένινγκραντ.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιτική κατάσταση στη Φινλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φινλανδία αποτελούσε για αιώνες το ανατολικό τμήμα της Σουηδικής Αυτοκρατορίας, μέχρι το 1809. Τη χρονιά εκείνη, η τσαρική Ρωσία επιδιώκοντας να προστατέψει την πρωτεύουσά της Αγία Πετρούπολη από την επιθετικότητα των Σουηδών, κατέκτησε τη Φινλανδία και τη μετέτρεψε σε τμήμα της Αυτοκρατορικής Ρωσίας, με αυτεξούσιο όμως πολίτευμα. Μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα η Φινλανδία απολάμβανε ευρείας αυτονομίας ώσπου η Ρωσία προσπάθησε να την εντάξει στο κεντρικό της σύστημα διακυβέρνησης στα πλαίσια του προγράμματος δημιουργίας ενός ρωσοκεντρικού κράτους, κράτους με κυρίαρχο το ρόλο του σλαβικού στοιχείου.

Το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ήττα της Ρωσίας σε αυτόν και η ταυτόχρονη έκρηξη της Ρωσικής Επανάστασης έδωσαν στη Φινλανδία την ευκαιρία για ανεξαρτησία. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1917 η Βουλή της Φινλανδίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας. Η επαναστατική κυβέρνηση των Μπολσεβίκων, αδύναμη ακόμα (περιμένοντας την έναρξη εμφυλίου και απασχολημένη με την απεμπλοκή της Ρωσίας από τον πόλεμο), προέβη τρεις εβδομάδες αργότερα σε αναγνώριση της νέας φινλανδικής κυβέρνησης, μη απομακρύνοντας παραταύτα άμεσα τις μπολσεβικικές φρουρές στη χώρα. Το Μάιο του 1918 η Φινλανδία κέρδισε οριστικά την ανεξαρτησία της μετά από ένα μικρό σε διάρκεια εμφύλιο πόλεμο και την εκδίωξη των μπολσεβικικών στρατιωτικών μονάδων από το έδαφός της.

Το 1920 η βόρεια αυτή χώρα έγινε μέλος της Κοινωνίας των Εθνών (πρόδρομος του Ο.Η.Ε). Ο στόχος της Φινλανδίας ήταν η συλλογική ασφάλεια που θεωρητικά εγγυόταν ο διεθνής αυτός οργανισμός, παράλληλα με την ενίσχυση των σχέσεών της με τις σκανδιναβικές χώρες. Οι κυβερνήσεις της Σουηδίας και της Φινλανδίας συνεργάστηκαν σε ένα ευρύ φάσμα τομέων και ειδικώς σε στρατιωτικό επίπεδο. Στο στρατιωτικό επίπεδο συνεργάστηκαν κυρίως στον τομέα ανταλλαγής πληροφοριών και προμήθειας υλικού και λιγότερο στην εκτέλεση κοινών στρατιωτικών γυμνασίων, λόγω της διάθεσης της Σουηδίας να μη δεσμευτεί απέναντι στη φινλανδική εξωτερική πολιτική. Η απόρρητη στρατιωτική συνεργασία με την Εσθονία την ίδια εποχή ήταν άλλη μία σημαντική ενέργεια της φινλανδικής εξωτερικής πολιτικής.

Η δεκαετία του 1920 και τα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του '30 ήταν μια περίοδος πολιτικώς ασταθής για τη Φινλανδία. Το 1931 το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας κηρύχθηκε παράνομο και το ακροδεξιό Κίνημα Λάπουα επιδόθηκε σε πράξεις βίας εναντίον των κομμουνιστών, εξέλιξη που οδήγησε στην αποτυχημένη εξέγερση του 1932. Μετά από αυτά τα γεγονότα η επιρροή και παρουσία του ακραία εθνικιστικού Λαϊκού Πατριωτικού Κινήματος (IKL, στα φινλανδικά) μειώθηκε ραγδαία (έχοντας μόνο 14 έδρες από τις 200 του φινλανδικού κοινοβουλίου).[2] Στα τέλη της δεκαετίας του '30, η προσανατολισμένη σε εξαγωγές φινλανδική οικονομία αναπτυσσόταν σημαντικά, γεγονός που οδήγησε σε επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα από ακραίες πολιτικές θέσεις και πολιτικά κινήματα, απότοκα της οικονομικής δυσχέρειας των προηγούμενων χρόνων.

Η υπογραφή του ρωσο-φινλανδικού Συμφώνου μη επίθεσης στο Ελσίνκι το 1932. Στα αριστερά ο Φινλανδός υπουργός Εξωτερικών Άαρνο Ίργιε-Κόσκινεν και στα δεξιά ο πρέσβης της Σοβιετικής Ένωσης Ιβάν Μάισκι

Οι σχέσεις Σοβιετικής Ένωσης-Φινλανδίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη σοβιετική ανάμειξη στο Φινλανδικό Εμφύλιο του 1918, καμία επίσημη συνθήκη ειρήνης δεν υπεγράφη. Το 1918 και το 1919, Φινλανδοί εθελοντές εξαπέλυσαν δύο ανεπιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις διείσδυσης κατά μήκος των σοβιετικών συνόρων. Το 1920 Φινλανδοί κομμουνιστές εγκατεστημένοι στη Ρωσία επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον Φινλανδό, πρώην αρχηγό της Λευκής Φρουράς της Φινλανδίας (υποστηρικτών του τσάρου στον ρωσικό εμφύλιο με τους μπολσεβίκους), στρατηγό Εμίλ Μάνερχαϊμ. Στις 14 Οκτωβρίου 1920 η Φινλανδία και η Σοβιετική Ένωση υπέγραψαν τη Συνθήκη του Τάρτου, επιβεβαιώνοντας τον ορισμό των σοβιετικο-φινλανδικών συνόρων στα παλαιά όρια του αυτόνομου Μεγάλου Δουκάτου της Φινλανδίας και της Αυτοκρατορικής Ρωσίας.

Επιπροσθέτως, η Φινλανδία έλαβε το Πετσάμο, λιμάνι χωρίς πάγους, κατάλληλο για ναυσιπλοΐα και ελλιμενισμό πλοίων στον Αρκτικό Ωκεανό. Παρά την υπογραφή της συνθήκης όμως, οι σχέσεις των δύο χωρών παρέμεναν τεταμένες, με αμφίπλευρα καχύποπτη στάση. Η φινλανδική κυβέρνηση επέτρεψε σε Φινλανδούς εθελοντές να περάσουν τα σύνορα για να υποστηρίξουν την εξέγερση στην Ανατολική Καρελία το 1921, ενώ οι Φινλανδοί κομμουνιστές στη Ρωσία συνέχιζαν τις ρεβανσιστικές διαθέσεις τους εναντίον της κυβερνώσας αστικής τάξης στη χώρα τους, διαθέσεις που εκδηλώθηκαν με πράξεις όπως η συνοριακή επιδρομή που πραγματοποίησαν στο έδαφος της Φινλανδίας, η επονομαζόμενη ανταρσία Πορκ, το 1922.

Το 1932, η Σοβιετική Ένωση υπέγραψε με τη Φινλανδία ένα Σύμφωνο μη επίθεσης, το οποίο ανανεώθηκε το 1934 για άλλα δέκα χρόνια. Παρόλα αυτά οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών παρέμεναν σε άσχημη κατάσταση, όντας οι απολύτως απαραίτητες. Ενδεικτικό των σχέσεων των δύο χωρών είναι ότι ενώ το εξωτερικό εμπόριο της Φινλανδίας γνώριζε μεγάλη άνθιση, λιγότερο από το 1% αυτού γινόταν με τη Σοβιετική Ένωση. Το 1934 η Σοβιετική Ένωση έγινε μέλος της Κοινωνίας των Εθνών.

Κατά τη διάρκεια της σταλινικής περιόδου, η σοβιετική προπαγάνδα χαρακτήριζε τη φινλανδική ηγεσία ως φαύλη και αντιδραστική φασιστική κλίκα. Ο στρατηγός Εμίλ Μάνερχαϊμ και ο Βέινο Τάννερ, ηγέτης του Φινλανδικού Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος, μπήκαν στο στόχαστρο μιας εκστρατείας χλευασμού και απαξίωσης από τη σοβιετική προπαγάνδα.

Με τον Ιωσήφ Στάλιν να κερδίζει την απόλυτη εξουσία στο κόμμα και το κράτος με το Μεγάλο Διωγμό του 1938, η Σοβιετική Ένωση αναθεώρησε την εξωτερική της πολιτική απέναντι στη Φινλανδία στα τέλη του 1930. Άρχισε να επιδιώκει την ανακατάληψη των επαρχιών της τσαρικής Ρωσίας, οι οποίες είχαν απωλεσθεί μέσα στο χάος της Οκτωβριανής Επανάστασης και του επακόλουθου Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου (1918-1922). Η σοβιετική ηγεσία πίστευε ότι η Σοβιετική Ένωση είχε εξασφαλισμένα τα ασιατικά εδάφη της και επιδίωκε και η πόλη του Λένινγκραντ (προπύργιό της στα βορειοδυτικά και την Ευρώπη) να απολαμβάνει την ίδια ασφάλεια, με την κατάληψη εδαφών περιφερειακά της πόλης, δίνοντάς της έτσι το στρατηγικό βάθος άμυνας που χρειαζόταν.

Διπλωματικές συνομιλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Map of the Northern Europe where Finland, Sweden, Norway and Denmark are tagged as neutral countries. The Soviet Union has military bases in Estonia, Latvia and Lithuania.
Η Βόρεια Ευρώπη το Νοέμβριο του 1939
  Ουδέτερες χώρες
  Γερμανία και προσαρτημένες σε αυτή χώρες
  Σοβιετική Ένωση και προσαρτημένες σε αυτή χώρες
  Χώρες με σοβιετικές στρατιωτικές βάσεις

Τον Απρίλιο του 1938, ένας πράκτορας της Νικαβεντέ (NKVD), ο Μπορίς Ρούμπκιν, επικοινώνησε, κατόπιν κυβερνητικών εντολών, με τον Φινλανδό υπουργό Εξωτερικών Ρούντολφ Χόλστι και τον Πρωθυπουργό Άιμο Καχάντερ, ενημερώνοντάς τους ότι η Σοβιετική Ένωση δεν εμπιστευόταν τη ναζιστική Γερμανία και ότι ο πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών θεωρείτο πιθανός. Ο Κόκκινος Στρατός δεν θα περίμενε παθητικώς πίσω από τα σοβιετικά σύνορα αλλά θα προτιμούσε να προελάσει για να εμπλακεί με τον εχθρό. Φινλανδοί αντιπρόσωποι διαβεβαίωσαν τον Ρούμπκιν ότι η Φινλανδία ήταν προσηλωμένη σε μια πολιτική ουδετερότητας και κατέστησαν σαφές ότι η χώρα θα εναντιωνόταν σε κάθε εχθρική εισβολή στο έδαφός της. Ο Ρούμπκιν κατόπιν πρότεινε στη Φινλανδία να εκχωρήσει ή να εκμισθώσει στη Σοβιετική Ένωση κάποια νησιά στον Κόλπο της Φινλανδίας κατά μήκος των ακτών κοντά στο Λένινγκραντ. Η φινλανδική κυβέρνηση απέρριψε αυτή την πρόταση.

Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν όλο το 1938 χωρίς αποτελέσματα. Η φινλανδική υποδοχή των σοβιετικών προτάσεων ήταν αποφασιστικά ψυχρή, καθώς η βίαιη κολεκτιβοποίηση και οι διωγμοί του σταλινικού καθεστώτος είχαν αποκρυσταλλώσει στη φινλανδική κοινή γνώμη μια πολύ απαξιωτική εκτίμηση για τη μεγάλη χώρα στα ανατολικά τους. Πολλοί από την κομμουνιστική ελίτ είχαν εκτελεστεί κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Διωγμού, σκιάζοντας ακόμα περισσότερο την εικόνα της Σοβιετικής Ένωσης στη συνείδηση των Φινλανδών. Την ίδια εποχή, η Φινλανδία προσπαθούσε να επιτύχει την ευόδωση ενός στρατιωτικού σχεδίου συμμαχικής δράσης με τη Σουηδία, ελπίζοντας σε άμυνα από κοινού για τα νησιά Άαλαντ.

Τον Αύγουστο του 1939 η Σοβιετική Ένωση και η Ναζιστική Γερμανία υπέγραψαν το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Το Σύμφωνο ήταν φαινομενικά απλώς μια συνθήκη μη επίθεσης, περιείχε όμως ένα μυστικό πρωτόκολλο στο οποίο οι ευρωπαϊκές ανατολικές χώρες χωρίζονταν σε σφαίρες επιρροής, τη γερμανική και τη σοβιετική σφαίρα. Στο πρωτόκολλο αυτό η Φινλανδία εντασσόταν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, Γερμανοί στρατιώτες επιτέθηκαν σε συνοριακά πολωνικά φυλάκια, σηματοδοτώντας την έναρξη της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Δυο μέρες αργότερα η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, εγγυήτριες της ασφάλειας των ευρωπαϊκών χωρών, κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία. Σχεδόν αμέσως, η Ε.Σ.Σ.Δ εισέβαλε στην ανατολική Πολωνία. Οι βαλτικές χώρες, ανεξάρτητες τότε (μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917), υποχρεώθηκαν να δεχθούν την εγκατάσταση σοβιετικών στρατιωτικών βάσεων στα εδάφη τους κατόπιν σοβιετικών τελεσιγράφων. Η εσθονική κυβέρνηση αποδέχθηκε το τελεσίγραφο, υπογράφοντας σχετική συνθήκη με την Ε.Σ.Σ.Δ το Σεπτέμβριο. Η Λετονία και η Λιθουανία ακολούθησαν τον Οκτώβριο. Η Φινλανδία όμως, πράττοντας αντίθετα από τις χώρες της Βαλτικής, έθεσε σε εφαρμογή μια γιγάντιας κλίμακας κινητοποίηση, καλύπτοντάς την από τους Σοβιετικούς υπό το πρόσχημα των εκπαιδευτικών στρατιωτικών γυμνασίων.

Πολεμική προπαρασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A group of soldiers with snowsuits and skies lies on the snow, guns pointing to the right.
Φινλανδοί χιονοδρόμοι στη βόρεια Φινλανδία τον Ιανουάριο του 1940

Στις 5 Οκτωβρίου του 1939, η Σοβιετική Ένωση προσκάλεσε στη Μόσχα αντιπρόσωπο της Φινλανδίας για διαπραγματεύσεις. Ο άνθρωπος που στάλθηκε στη Μόσχα ως εκπρόσωπος της φινλανδικής κυβέρνησης ήταν ο Φινλανδός πρέσβης στη Σουηδία, Γιούχο Κούστι Παασικίβι. Οι Σοβιετικοί κατά τις συνομιλίες απαίτησαν το σύνορο μεταξύ Ε.Σ.Σ.Δ και Φινλανδίας στον Ισθμό της Καρελίας να μετακινηθεί δυτικότερα σε ένα σημείο μόλις 30 χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης Βιιπούρι και οι Φινλανδοί να καταστρέψουν όλες τις οχυρώσεις τους στον ίδιο ισθμό. Απαίτησαν επιπλέον την κατάληψη των νησιών στον Κόλπο της Φινλανδίας καθώς και την κατοχή της χερσονήσου Καλασταγιανσααρέντο.

Δεν έμειναν όμως μόνο εκεί. Ζήτησαν την εγκατάλειψη από τους Φινλανδούς της χερσονήσου Χάνκο για μια περίοδο τριάντα ετών και την άδεια να εγκαταστήσουν στη χερσόνησο αυτή στρατιωτικές βάσεις. Σε αντάλλαγμα, η Σοβιετική Ένωση θα εκχωρούσε στη Φινλανδία δυο περιφέρειές (Ρέπολα και Ποραγιέρβι) της με το διπλάσιο μέγεθος των ζητούμενων από τους Φινλανδούς εδαφών. Η αποδοχή εκ μέρους των Φινλανδών της σοβιετικής πρότασης θα σήμαινε εγκατάλειψη των, πολύ κρίσιμων γεωστρατηγικά, οχυρώσεων της Φινλανδικής Καρελίας.

Η σοβιετική προσφορά δίχασε τη φινλανδική κυβέρνηση, τελικώς όμως απορρίφθηκε. Στις 31 Οκτωβρίου 1939, στη συνεδρίαση του Ανώτατου Σοβιέτ, ο Μολότοφ κατέστησε γνωστές δημοσίως τις σοβιετικές απαιτήσεις. Οι Φινλανδοί έκαναν δύο αντιπροσφορές στις οποίες η Φινλανδία θα εκχωρούσε την περιοχή Τεριγιόκι στην Ε.Σ.Σ.Δ, περιοχή που η κατοχή της θα διπλασίαζε την απόσταση ανάμεσα στο Λένινγκραντ και τα φινλανδικά σύνορα, προσφορές όμως που απείχαν πολύ από τις σοβιετικές απαιτήσεις.

Τις ατελέσφορες διαπραγματεύσεις ακολούθησε εντατική κινητοποίηση των σοβιετικών στρατευμάτων κοντά στα φινλανδικά σύνορα το 1938-39. Οι δυνάμεις εισβολής ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του '39 να καταλαμβάνουν τις θέσεις εξόρμησης. Τα επιχειρησιακά σχέδια που είχαν εκπονηθεί τον Σεπτέμβριο του '39 προσδιόριζαν την έναρξη της εισβολής για το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Ο βομβαρδισμός στο χωριό Μαϊνίλα - Η αφορμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A group of soldiers with snowsuits stands in a trench, guns pointed to the left.
Φινλανδοί στρατιώτες στα χαρακώματα της Γραμμής Μάνερχαϊμ

Στις 26 Νοεμβρίου ένα συνοριακό επεισόδιο αναφέρθηκε κοντά στο χωριό Μαϊνίλα. Ένα σοβιετικό συνοριακό φυλάκιο επλήγη με πυρά πυροβολικού από αγνώστους, σύμφωνα με σοβιετικές αναφορές, προκαλώντας το θάνατο τεσσάρων και τον τραυματισμό εννέα σοβιετικών συνοριακών φρουρών. Σύγχρονες έρευνες από Φινλανδούς και Ρώσους ιστορικούς συμπέραναν ότι ο βομβαρδισμός έγινε από τη σοβιετική πλευρά των συνόρων και από μονάδα της Νικαβεντέ με σκοπό να δημιουργήσει προβοκάτσια και κάσους μπέλι (αιτία πολέμου) για τους Σοβιετικούς και πρόσχημα εγκατάλειψης του Συμφώνου μη επίθεσης του 1932.

Ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών Βιατσεσλάβ Μολότοφ απέδωσε την επίθεση στο φινλανδικό πυροβολικό και απαίτησε η Φινλανδία να απολογηθεί για το περιστατικό και να μετακινήσει τις δυνάμεις της 20 χιλιόμετρα από τη συνοριακή γραμμή. Η Φινλανδία αρνήθηκε κάθε ευθύνη, απέρριψε τις σοβιετικές απαιτήσεις και κάλεσε για τη σύσταση ρωσοφινλανδικής επιτροπής προς εξέταση των ακριβών συνθηκών του συμβάντος. Η Σοβιετική Ένωση άδραξε την ευκαιρία χαρακτηρίζοντας ως εχθρική τη στάση της Φινλανδίας και αποκήρυξε στις 28 Νοεμβρίου το Σύμφωνο μη επίθεσης του 1932. Τα επόμενα χρόνια, η σοβιετική ιστοριογραφία περιέγραφε το συμβάν ως φινλανδική πρόκληση. Μόνο τα χρόνια της γκλάσνοστ και της περεστρόικα, στη δεκαετία του '80, εγέρθηκαν στη Σοβιετική Ένωση ισχυρές αμφιβολίες ως προς τον υπαίτιο του συμβάντος. Παρόλα αυτά, το θέμα εξακολούθησε να διχάζει τη ρωσική ιστοριογραφία ακόμα και μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Έναρξη της σοβιετικής εισβολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στρατηγός Καρλ Γκούσταφ Εμίλ Μάνερχαϊμ, ο ηγέτης των Φινλανδών στον επικό αγώνα με τους Σοβιετικούς

Στις 30 Νοεμβρίου, οι Σοβιετικοί εισέβαλαν στη Φινλανδία με 21 μεραρχίες, συνολικά 450.000 άνδρες, και βομβάρδισαν τη φινλανδική πρωτεύουσα, Ελσίνκι. Αργότερα, ο Φινλανδός πολιτικός Γιούχο Κούστι Παασικίβι σχολίασε ότι οι Σοβιετικοί με την εισβολή είχαν παραβιάσει τρεις διαφορετικές πολιτικές συμφωνίες: τη Συνθήκη του Τάρτου του 1920, το Σύμφωνο μη επίθεσης του 1932 (και την ανανέωσή του τού 1934) καθώς και τη Χάρτα της Κοινωνίας των Εθνών, την οποία η Ε.Σ.Σ.Δ είχε υπογράψει το 1934. Ο στρατηγός Μάνερχαϊμ ορίστηκε αρχηγός του γενικού επιτελείου των Φινλανδικών Δυνάμεων Άμυνας με την έναρξη της σοβιετικής επίθεσης. Παράλληλα, η φινλανδική κυβέρνηση, στα πλαίσια γενικότερης αναδιοργάνωσης, όρισε νέο πρωθυπουργό τον Ρίστο Ρύτι και υπουργό Εξωτερικών τον Βέινο Τάννερ.

Την 1η Δεκεμβρίου, οι Σοβιετικοί σχημάτισαν μια σκιώδη φινλανδική κυβέρνηση-μαριονέτα με σκοπό να αναλάβει την διακυβέρνηση της Φινλανδίας όταν θα έπεφτε στα χέρια του Κόκκινου Στρατού. Το σχήμα αυτό λεγόταν Φινλανδική Δημοκρατία και είχε αρχηγό τον Όττο Βίλχελμ Κούουσινεν (πολιτικό, ιστορικό λογοτεχνίας και ποιητή). Ονομαζόταν επίσης Κυβέρνηση του Τεριγιόκι από το χωριό Τεριγιόκι, το πρώτο μέρος που κατέλαβε ο προελαύνων σοβιετικός στρατός. Μετά τη λήξη του πολέμου και την αποτυχία κατάληψης της Φινλανδίας, το σχήμα αυτό διαλύθηκε. Άλλωστε από τις αρχές του πολέμου, η πολυπληθής εργατική τάξη της Φινλανδίας στήριξε τη νόμιμη κυβέρνηση του Ελσίνκι. Η φινλανδική ενότητα απέναντι στη σοβιετική εισβολή ονομάστηκε αργότερα Το Πνεύμα του Χειμερινού Πολέμου.

Η σοβιετική προέλαση στη Γραμμή Μάνερχαϊμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σοβιετικό σχέδιο επίθεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάγραμμα των σοβιετικών επιθέσεων
Οι κύριες επιθέσεις των Σοβιετικών το διάστημα 30 Νοεμβρίου – 22 Δεκεμβρίου 1939 (τα παραλληλόγραμμα είναι οι Στρατιές και αριστερά τους ο αριθμός τους)

Στην αρχή του πολέμου, οι Σοβιετικοί ανέμεναν ολοκληρωτική νίκη έναντι των Φινλανδών μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ο Κόκκινος Στρατός μόλις είχε ολοκληρώσει την κατάληψη της Πολωνίας (1939-1945) με λιγότερες των 1.000 αντρών απώλειες. Οι προσδοκίες του Στάλιν για ένα γρήγορο σοβιετικό θρίαμβο είχαν ενισχυθεί από τον πολιτικό Αντρέι Ζντάνοφ και το στρατηγό Κλιμέντ Βοροσίλοφ, άλλοι όμως στρατηγοί είχαν τις αμφιβολίες τους. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του Κόκκινου Στρατού, στρατηγός Μπορίς Σάποσνικοφ, εκπόνησε ένα σοβαρό σχέδιο, με εκτενείς προπαρασκευές επιμελητείας και υποστήριξης πυρός, καθώς και ορθολογική διάταξη μάχης, αναπτύσσοντας τις καλύτερες μονάδες του σοβιετικού στρατού.

Ο στρατιωτικός διοικητής της Περιφέρειας του Λένινγκραντ και διοικητής των δυνάμεων εισβολής, στρατηγός Κιρίλ Μερετσκόφ, ανέφερε στην αρχή των εχθροπραξιών: Το έδαφος των επερχόμενων επιχειρήσεων χωρίζεται από λίμνες, ποτάμια, βάλτους, και είναι σχεδόν ολότελα καλυμμένο από δάση...Η ορθή χρήση των δυνάμεών μας θα είναι δύσκολη υπόθεση. Παρόλα αυτά, οι αμφιβολίες αυτές δεν είχαν ανταπόκριση στον τρόπο ανάπτυξης των στρατευμάτων. Ο Μερετσκόφ ανακοίνωσε δημοσίως ότι η Φινλανδική εκστρατεία θα διαρκούσε το πολύ δύο εβδομάδες. Οι Σοβιετικοί στρατιώτες είχαν επίσης προειδοποιηθεί να μην περάσουν κατά λάθος τα σύνορα με τη Σουηδία, ανοίγοντας έτσι νέο πολεμικό μέτωπο με άλλη χώρα.

Οι διωγμοί του Στάλιν στα τέλη της δεκαετίας του '30 είχαν στην κυριολεξία αποδιοργανώσει και εξοντώσει το Σώμα των αξιωματικών. Στους διωγμούς αυτούς χάθηκαν τρεις από τους πέντε στρατάρχες, 220 από τους 264 διοικητές μεραρχιών και άλλοι ανώτεροι και συνολικά 36.371 αξιωματικοί όλων των βαθμών. Οι αξιωματικοί αυτοί αναπληρώθηκαν με την προαγωγή στρατιωτών σε ηγήτορες, λιγότερο ικανούς βέβαια αλλά περισσότερο πειθήνιους στις άνωθεν εντολές.

Επιπλέον οι στρατιωτικοί διοικητές ήταν υπόλογοι σε ένα πολιτικό κομισάριο, ο οποίος ήταν προσκολλημένος σε κάθε στρατιωτική μονάδα, αποτελώντας τα μάτια και αυτιά του καθεστώτος. Κάθε απόφαση σε στρατιωτικό επίπεδο, ακόμα και σε επίπεδο μικρών ομάδων μάχης, έπρεπε να τύχει της πολιτικής έγκρισης του κομισάριου, γεγονός που περιέπλεξε τα πράγματα στη σοβιετική στρατιωτική αλυσίδα, κάνοντάς τη δυσκίνητη και στερώντας της τον αιφνιδιασμό που ενέχει μια πρωτοβουλία. Η δυαρχία αυτή πολλές φορές επίσης οδήγησε σε λανθασμένες ενέργειες εξαιτίας της άγνοιας των κομισάριων σε ζητήματα στρατιωτικής τακτικής.

Η σοβιετική στρατηγική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σοβιετικοί στρατηγοί είχαν εντυπωσιαστεί από την επιτυχία του κεραυνοβόλου πολέμου της Βέρμαχτ (blitzkrieg) και τις γενικότερες γερμανικές τακτικές μάχης. Παρόλα αυτά, ο κεραυνοβόλος πόλεμος ταίριαζε περισσότερο στις εδαφικές συνθήκες της Κεντρικής Ευρώπης όπου υπήρχαν πλατιές πεδιάδες και καλοσχεδιασμένο οδικό δίκτυο ασφαλτοστρωμένων δρόμων. Οι στρατοί που μάχονταν στην Κεντρική Ευρώπη είχαν τα κέντρα εφοδιασμού και επικοινωνιών τους επισημασμένα από τον εχθρό ώστε αρκούσε να τα βομβαρδίσει για να τα καταστρέψει, ενώ αντίθετα τα αντίστοιχα κέντρα του Φινλανδικού Στρατού ήταν βαθιά χωμένα στην αφιλόξενη φινλανδική ενδοχώρα, τέλεια παραλλαγμένα και απρόσιτα.

Σοβιετικοί στρατιώτες στα χαρακώματα του ρωσο-φινλανδικού μετώπου

Δεν υπήρχαν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, και ακόμα και οι χαλικόδρομοι ή οι χωματόδρομοι ήταν σπάνιοι. Το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους απαρτιζόταν από αδιαπέραστα δάση και βάλτους. Κατά συνέπεια η εφαρμογή του κεραυνοβόλου πολέμου στη Φινλανδία ήταν μια πολύ δύσκολη επιχείρηση, γεγονός που σε συσχέτιση με την αδυναμία του Κόκκινου Στρατού να επιτύχει υψηλό βαθμό τακτικής συνεργασίας και ανάπτυξης πρωτοβουλίας σε τοπικό επίπεδο, στοιχεία απαραίτητα για το blietzkrieg, επέφερε την αποτυχία εφαρμογής τέτοιων καινοτόμων τακτικών στο φινλανδικό μέτωπο.

Οι σοβιετικές δυνάμεις είχαν την εξής διάταξη:

  • Η 7η Στρατιά, αποτελούμενη από 1 Σώμα Τεθωρακισμένων, 9 Μεραρχίες Πεζικού και 3 Ανεξάρτητες Ταξιαρχίες Τεθωρακισμένων, ήταν τοποθετημένη στον Ισθμό της Καρελίας. Ο αντικειμενικός της σκοπός ήταν η κατάληψη της φινλανδικής πόλης Βιιπούρι. Η στρατιά αυτή χωρίστηκε αργότερα στις 7η και 13η σοβιετικές Στρατιές.
  • Η 8η Στρατιά, αποτελούμενη από 6 Μεραρχίες Πεζικού και 1 Ταξιαρχία Τεθωρακισμένων, βόρεια της λίμνης Λάντογκα. Αποστολή της ήταν η υπερφαλάγγιση της Γραμμής Μάνερχαϊμ και η επίθεση στα νώτα της μέσω διενέργειας πλευρικού ελιγμού γύρω από τη βόρεια ακτή της λίμνης Λάντογκα.
  • Η 9η Στρατιά, αποτελούμενη από 3 Μεραρχίες Πεζικού, στις οποίες προστέθηκε άλλη 1 λίγο αργότερα. Ήταν τοποθετημένη στα σύνορα της Κεντρικής Φινλανδίας, με αποστολή να προελάσει δυτικά, χωρίζοντας ως σφήνα τη Φινλανδία στη μέση.
  • Η 14η Στρατιά, αποτελούμενη από 3 Μεραρχίες Πεζικού, τοποθετημένη στο Μούρμανσκ με αποστολή να καταλάβει το αρκτικό φινλανδικό λιμάνι του Πετσάμο και στη συνέχεια να προελάσει έως την πόλη του Ρόβανιεμι.

Η φινλανδική στρατηγική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στρατηγική των Φινλανδών ήταν βασισμένη στη γεωγραφία της χώρας. Τα σύνορα με τη Σοβιετική Ένωση εκτείνονταν σε μήκος 1.000 χιλιομέτρων και ήταν αδιάβατα λόγω του αφιλόξενου εδάφους, εκτός από μερικούς μη ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Σε προπολεμικούς σχεδιασμούς του, το φινλανδικό Γενικό Επιτελείο, το οποίο ήταν εγκατεστημένο στην πόλη Μικκέλι, υπολόγιζε σε περίπτωση σοβιετικής επίθεσης την ανάπτυξη 7 σοβιετικών μεραρχιών στον Ισθμό της Καρελίας και όχι περισσότερες από 5 κατά μήκος των συνόρων βόρεια της λίμνης Λάντογκα. Σε αυτή την περίπτωση, η αναλογία επιτιθεμένων προς αμυνομένους θα ήταν 3 προς 1, αναλογία θετική για αμυνόμενο (σύμφωνα με τα στρατιωτικά εγχειρίδια) και με τόσο ιδιόμορφο ανάγλυφο εδάφους. Στην πραγματικότητα όμως, η αληθινή αναλογία όταν εκδηλώθηκε η σοβιετική επίθεση ήταν πολύ μεγαλύτερη, με 12 σοβιετικές μεραρχίες να αναπτύσσονται βόρεια της λίμνης Λάντογκα.

Ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα από την έλλειψη στρατιωτών ήταν η έλλειψη υλικού. Φορτία αντιαρματικών όπλων και ανταλλακτικών αεροσκαφών από το εξωτερικό έφταναν σε μικρές ποσότητες, μη επαρκείς για τις πολεμικές ανάγκες. Η επάρκεια πυρομαχικών ήταν σε σημείο συναγερμού, καθώς οι αποθήκες υλικού είχαν φυσίγγια, βλήματα πυροβολικού και καύσιμα για μόνο 20-60 μέρες, αναλόγως την ένταση των μαχών. Η έλλειψη πυρομαχικών σήμαινε για τους Φινλανδούς αδυναμία εκδήλωσης πολλών αντεπιθέσεων και εκτέλεσης προπαρασκευαστικού ισοπεδωτικού πυρός από το πυροβολικό. Οι φινλανδικές τεθωρακισμένες δυνάμεις, υπό αυτές τις συνθήκες, ουσιαστικά δεν ήταν επιχειρησιακές.

Η διάταξη των φινλανδικών δυνάμεων ήταν η εξής:

  • Η Στρατιά του Ισθμού (ισθμού Καρελίας), η οποία αποτελείτο από 6 Μεραρχίες Πεζικού υπό την ηγεσία του στρατηγού Ούγκο Έστερμαν.
  • Το 2ο Σώμα Στρατού, τοποθετημένο στο δεξιό πλευρό της Στρατιάς του Ισθμού
  • Το 3ο Σώμα Στρατού, τοποθετημένο στο αριστερό πλευρό της Στρατιάς του Ισθμού
  • Το 4ο Σώμα Στρατού, τοποθετημένο βόρεια της λίμνης Λάντογκα. Αποτελείτο από 2 Μεραρχίες Πεζικού και ήταν υπό την ηγεσία του στρατηγού Γιούχο Χαισκάνεν, ο οποίος σύντομα αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Βόλντεμαρ Χέγκλουντ
  • Η Ομάδα της Βόρειας Φινλανδίας, η οποία ήταν ένα μείγμα πολιτοφυλάκων, συνοριακών φρουρών και εφεδρικών μονάδων υπό την ηγεσία του στρατηγού Βίλγιο Τουόμπο.

Αρχικές συγκρούσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάγραμμα του Ισθμού της Καρελίας με τη διάταξη των αντιμαχόμενων δυνάμεων
Η πολεμική κατάσταση το Δεκέμβριο του '39. Σοβιετικές μονάδες έχουν φτάσει στην κύρια γραμμή άμυνας των Φινλανδών, τη Γραμμή Μάνερχαϊμ, στον Ισθμό της Καρελίας.
  Γραμμή Μάνερχαϊμ
  Φινλανδική Μεραρχία (XX) ή Σώμα Στρατού (XXX)
  Σοβιετική Μεραρχία (XX), Σώμα Στρατού (XXX) ή Στρατιά (XXXX)
-XX- Όρια διάταξης φινλανδικής Μεραρχίας
-XXX- Όρια διάταξης φινλανδικού Σώματος Στρατού

Η κύρια φινλανδική γραμμή άμυνας, γνωστή ως Γραμμή Μάνερχαϊμ, απλωνόταν στον Ισθμό της Καρελίας, περίπου 30 έως 75 χιλιόμετρα από τα παλιά σοβιετο-φινλανδικά σύνορα. Οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού στον Ισθμό αριθμούσαν 250.000 άντρες έναντι 130.000 Φινλανδών. Η φινλανδική στρατιωτική διοίκηση ανέπτυξε μια δύναμη κάλυψης 21.000 αντρών στην περιοχή μπροστά από τη Γραμμής Μάνερχαϊμ, για να καθυστερεί και να παρενοχλεί τον Κόκκινο Στρατό μέχρι να φτάσει σε αυτή.

Στη μάχη, η μεγαλύτερη εστία αναστάτωσης για τους Φινλανδούς ήταν η εμφάνιση των σοβιετικών τανκς. Οι Φινλανδοί είχαν λίγα αντιαρματικά όπλα και ανεπαρκή εκπαίδευση στις σύγχρονες αντιαρματικές τακτικές. Παρόλα αυτά, η τακτική των σοβιετικών αρμάτων δεν ήταν παρά μια μετωπική έφοδος και σύντομα θα ανακαλύπτονταν οι αδυναμίες αυτής της τακτικής. Οι Φινλανδοί έμαθαν ότι εκ του σύνεγγυς τα τεθωρακισμένα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ποικίλους τρόπους, όπως η εισαγωγή εμποδίων στις ερπύστριές τους με αποτέλεσμα συχνά την ακινητοποίησή τους. Σύντομα, οι Φινλανδοί ανέπτυξαν ένα πολύ καλό όπλο, το κοκταίηλ Μολότοφ, τη γνωστή βόμβα. Αμέσως άρχισε η μαζική παραγωγή τους από τη φινλανδική βιομηχανία Άλκο, μαζί με σπίρτα για την ανάφλεξή τους. Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν, με ογδόντα σοβιετικά τανκς να καταστρέφονται στις μάχες των συνόρων.

Μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου, όλες οι φινλανδικές δυνάμεις κάλυψης είχαν αποσυρθεί πίσω από τη Γραμμή Μάνερχαϊμ. Ο Κόκκινος Στρατός ξεκίνησε την πρώτη του μεγάλη επίθεση εναντίον της Γραμμής στο Ταϊπάλε-την περιοχή ανάμεσα στην όχθη της λίμνης Λάντογκα, τον ποταμό Ταϊπάλε και το κανάλι Σουβάντο. Κατά μήκος του τομέα του καναλιού Σουβάντο, οι Φινλανδοί είχαν ένα μικρό πλεονέκτημα καθώς ήταν ελαφρώς λοφώδης εκεί η περιοχή με στεγνό χώμα για να σκάψουν χαρακώματα. Το φινλανδικό πυροβολικό είχε αναγνωρίσει την περιοχή και είχε ήδη έτοιμα σχέδια πυρός, για να αντιμετωπίσει τη σοβιετική επίθεση.

Η μάχη του Ταϊπάλε ξεκίνησε με σαραντάωρο φραγμό πυρός του σοβιετικού πυροβολικού. Μετά το μπαράζ αυτό βομβαρδισμού, το σοβιετικό πεζικό επιτέθηκε σε ανοιχτό έδαφος αλλά αποκρούστηκε με βαρύτατες απώλειες. Από τις 6-12 Δεκεμβρίου οι Σοβιετικοί συνέχισαν την εμπλοκή, χρησιμοποιώντας μόνο μία μεραρχία. Στη συνέχεια ενίσχυσαν τις δυνάμεις του πυροβολικού τους στο μέτωπο του Ταϊπάλε και επιπλέον έφεραν τανκς και τη 10η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων.

Στις 14 Δεκεμβρίου, οι ενισχυμένοι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν μια νέα επίθεση αλλά για ακόμα μια φορά αποκρούστηκαν. Μια τρίτη σοβιετική μεραρχία ενεπλάκη στη μάχη αλλά η απόδοσή της ήταν φτωχή και γρήγορα πανικοβλήθηκε από τα πυρά του φινλανδικού πυροβολικού. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν χωρίς αντίκρυσμα, με τρομερές απώλειες για τον Κόκκινο Στρατό. Μια συγκεκριμένη σοβιετική επίθεση κράτησε λιγότερο από μία ώρα και άφησε στην παγωμένη φινλανδική γη 1.000 Σοβιετικούς στρατιώτες νεκρούς και 27 άρματα κατεστραμμένα.

Βόρεια της λίμνης Λάντογκα, στο μέτωπο Λάντογκα της Καρελίας, οι αμυνόμενες φινλανδικές μονάδες βάσιζαν την αντίστασή τους στο έδαφος. Η περιοχή Λάντογκα στην Καρελία ήταν μια περιοχή με μεγάλες δασώδεις εκτάσεις, άγρια και αδιάβατη, χωρίς οδικά δίκτυα για τον σύγχρονο Κόκκινο Στρατό. Η σοβιετική όμως 8η Στρατιά είχε επεκτείνει το υπάρχον σιδηροδρομικό δίκτυο με μια νέα γραμμή μέχρι τα σύνορα, γεγονός που διπλασίαζε την ποσότητα προμηθειών που λάμβαναν στο μέτωπο οι σοβιετικές δυνάμεις. Στις 12 Δεκεμβρίου, η προελαύνουσα 139η μεραρχία Τυφεκιοφόρων, υποστηριζόμενη από την 56η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων, υπέστη δεινή ήττα από μια πολύ μικρότερη φινλανδική δύναμη υπό τον Πάαβο Τάλβελα στο Τολβαγιέρβι, νίκη που ήταν η πρώτη φινλανδική νίκη του πολέμου.

Στην κεντρική και βόρεια Φινλανδία, οι δρόμοι ήταν λίγοι και το έδαφος πολύ αφιλόξενο. Οι Φινλανδοί δεν περίμεναν μεγάλης κλίμακας σοβιετική επίθεση σε αυτές τις παγωμένες, ανεμοδαρμένες εσχατιές, αλλά οι Σοβιετικοί έστειλαν εκεί 8 μεραρχίες, ενισχυμένες με πυροβολικό και άρματα. Η σοβιετική 155η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων επιτέθηκε στη Λιέκσα και βορειότερα η 44η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων στο Κούμο. Η 163η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων αναπτύχθηκε στο Σουομουσσάλμι με την αποστολή να κόψει τη Φινλανδία στα δύο προελαύνοντας στην Οδό Ράατε. Στη φινλανδική Λαπωνία, οι σοβιετικές 88η και 122η Μεραρχίες Τυφεκιοφόρων επιτέθηκαν στη Σάλλα. Το αρκτικό λιμάνι του Πετσάμο δέχθηκε την επίθεση της 104ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Τυφεκιοφόρων από την ξηρά και τη θάλασσα, με αποβατική ενέργεια, υποστηριζόμενη από πυρά του σοβιετικού ναυτικού που ναυλοχούσε εκεί κοντά.

Η φινλανδική άμυνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καιρικές συνθήκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφιλόξενη περιοχή της Φινλανδίας στον αρκτικό κύκλο, την περίοδο του καλοκαιριού

Ο χειμώνας του 1939-40 ήταν εξαιρετικώς δριμύς. Σε μια τοποθεσία του Ισθμού της Καρελίας η θερμοκρασία έφτασε τους -43 °C στις 16 Ιανουαρίου 1940, κάνοντας ρεκόρ χαμηλής θερμοκρασίας. Στην αρχή του πολέμου μόνο οι Φινλανδοί που ήδη υπηρετούσαν είχαν στολές και όπλα. Οι υπόλοιποι που κλήθηκαν για τον πόλεμο έπρεπε να αντεπεξέλθουν με δικό τους ρουχισμό, ο οποίος για τους περισσότερους δεν ήταν παρά ο κανονικός χειμερινός ιματισμός τους, με κάποια διακριτικά που προστέθηκαν.

Οι Φινλανδοί ήταν πολύ ικανοί στο να διασχίζουν τη χώρα με τα σκι. Το ψύχος, το χιόνι, τα δάση και η μεγάλη διάρκεια της νύχτας, ήταν παράγοντες που μπορούσαν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Ντύνονταν με στρώσεις λευκού χειμερινού ιματισμού και οι χιονοδρόμοι φορούσαν επίσης ένα λευκό σκούφο. Το καμουφλάζ αυτό έκανε τους χιονοδρόμους σχεδόν αόρατους πάνω στο πάλλευκο τοπίο καθώς εκτελούσαν τις καταδρομικές τους επιχειρήσεις ενάντια στους Σοβιετικούς. Στην αρχή του πολέμου, τα σοβιετικά άρματα ήταν βαμμένα σε λαδί χρώμα και οι άντρες φορούσαν χακί στολές. Μόνο στα τέλη Γενάρη του '40 οι Σοβιετικοί άρχισαν να βάφουν τον εξοπλισμό τους σε λευκό χρώμα και να χορηγούν λευκές στολές παραλλαγής στους στρατιώτες.

Πολλοί Σοβιετικοί στρατιώτες είχαν από την αρχή του πολέμου χειμερινές στολές, όχι όμως σε λευκό χρώμα παραλλαγής. Στη μάχη του Σουομουσσάλμι πολλοί Σοβιετικοί πέθαναν από κρυοπαγήματα. Τα σοβιετικά στρατεύματα δεν είχαν ικανότητες στο σκι, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες να είναι περιορισμένοι να κινούνται μόνο μέσω δρόμων (που ήταν ελάχιστοι) και να κινούνται σε μακριές σειρές (σε ήδη ανοιχτούς δρόμους). Η έλλειψη κατάλληλων χειμερινών σκηνών ήταν άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα, αναγκάζοντας τους άντρες να κοιμούνται σε διαμορφωμένα καταφύγια. Κάποιες στρατιωτικές μονάδες έχασαν από κρυοπαγήματα το 10% της συνολικής τους δύναμης πριν ακόμα περάσουν τα σύνορα της Φινλανδίας. Το μόνο πλεονέκτημα που καρπώθηκαν οι Σοβιετικοί ήταν η ευκολότερη κίνηση των αρμάτων στο παγωμένο έδαφος, από την ακινητοποίηση σε βάλτους και τη λάσπη που θα δοκίμαζαν αν είχαν επιτεθεί κάποια άλλη εποχή του χρόνου.

Οι φινλανδικές τακτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατεστραμμένο σοβιετικό άρμα μάχης Τ-26

Στις μάχες που έλαβαν χώρα βορείως της Λάντογκα Καρελίας μέχρι και το αρκτικό λιμάνι του Πετσάμο, οι Φινλανδοί χρησιμοποίησαν τακτικές ανορθοδόξου πολέμου. Ο Κόκκινος Στρατός υπερείχε σε αριθμούς προσωπικού και υλικού, οι Φινλανδοί όμως χρησιμοποίησαν τους παράγοντες της ταχύτητας, της στοχευμένης τακτικής και οικονομίας δυνάμεων. Ειδικώς στο μέτωπο της Λάντογκα-Καρελίας και κατά τη μάχη στην Οδό Ράατε, απομόνωσαν μικρά τμήματα μεγαλύτερων σχηματισμών των Σοβιετικών. Τους κατέτμησαν έτσι σε μικρότερα κομμάτια, επιτιθέμενοι με ισχυρές τοπικές συγκεντρώσεις και από όλες τις μεριές.

Σύντομα, στις παγωμένες εκτάσεις του Βορρά, αντιμέτωποι με ένα λαό κυνηγών, δεινών σκοπευτών, με αντοχή στο ψύχος και απαράμιλλων με τα σκι, οι Σοβιετικοί βρέθηκαν να δίνουν πραγματικό αγώνα επιβίωσης. Για πολλούς Σοβιετικούς στρατιώτες, το να μείνουν ζωντανοί αποτελούσε δοκιμασία το ίδιο σκληρή με τη μάχη αυτή καθαυτή. Οι Σοβιετικοί λιμοκτονούσαν και ξεπάγιαζαν και οι υγειονομικές συνθήκες ήταν πολύ φτωχές.

Ο ιστορικός Ουίλιαμ Τρόττερ περιγράφει πολύ παραστατικά τις συνθήκες αυτές: Οι Σοβιετικοί στρατιώτες δεν είχαν καμία επιλογή. Αν αρνιόνταν να πολεμήσουν, θα εκτελούντο. Αν προσπαθούσαν να διαφύγουν μέσα από τα δάση, θα πάγωναν μέχρι θανάτου. Όσο για την παράδοση στον εχθρό, η σοβιετική προπαγάνδα τούς είχε προειδοποιήσει ότι οι Φινλανδοί βασάνιζαν τους αιχμαλώτους μέχρι θανάτου.

Άμυνα στη Γραμμή Μάνερχαϊμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A snowy hill with stone barriers and barbed wire in front, and a distant bunker in behind.
Αντιαρματικά εμπόδια (βράχοι) και συρματοπλέγματα, τμήμα της οχύρωσης στη Γραμμή Μάνερχαϊμ. Στο βάθος διακρίνεται φινλανδικό καταφύγιο-πολυβολείο από ενισχυμένο σκυρόδεμα

Το έδαφος στον ισθμό της Καρελίας δεν επέτρεπε τις τακτικές ανορθοδόξου πολέμου, με τους Φινλανδούς να αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν πιο συμβατικές μεθόδους στο μέτωπο αυτό: συγκεκριμένα, κατασκεύασαν μια οχυρωμένη γραμμή άμυνας, τη Γραμμή Μάνερχαϊμ, με τα πλευρά της προστατευμένα από μεγάλες υδάτινες μάζες. Η σοβιετική προπαγάνδα ισχυρίστηκε ότι ήταν εφάμιλλη ή και καλύτερη από τη Γραμμή Μαζινό. Οι Φινλανδοί ιστορικοί από την άλλη μειώνουν την αξία της, επιμένοντας ότι αποτελείτο από συμβατικά κυρίως χαρακώματα και απλές σειρές συρματοπλεγμάτων και αντιαρματικών εμποδίων.

Οι Φινλανδοί είχαν κατασκευάσει 221 ισχυρά σημεία στήριξης κατά μήκος του Ισθμού της Καρελίας, κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Πολλά επεκτάθηκαν στα τέλη της δεκατίας του '30. Παρόλες όμως αυτές τις αμυντικές προετοιμασίες, ακόμα και ο πιο οχυρωμένος τομέας της Γραμμής Μάνερχαϊμ δεν είχε παρά μόλις ένα πολυβολείο υποστήριξης πυρός (με ενισχυμένο σκυρόδεμα) ανά χιλιόμετρο της Γραμμής. Σε μια συνολική εκτίμηση, η γραμμή αυτή άμυνας ήταν πιο αδύναμη από άλλες αμυντικές Γραμμές στην κεντρική Ευρώπη. Όπως αρέσκονται να λένε οι Φινλανδοί, η πραγματική δύναμη της γραμμής ήταν οι πεισματάρηδες υπερασπιστές της.

Στην ανατολική πλευρά του ισθμού, ο Κόκκινος Στρατός επιχείρησε να διασπάσει τη Γραμμή Μάνερχαϊμ με τη μάχη του Ταϊπάλε. Στη δυτική πλευρά, οι σοβιετικές δυνάμεις αντιμετώπισαν τη φινλανδική αμυντική γραμμή στη Σούμα, κοντά στην πόλη Βιιπούρι, στις 16 Δεκεμβρίου. Οι Φινλανδοί είχαν φτιάξει 41 καταφύγια-πολυβολεία από ενισχυμένο σκυρόδεμα στην περιοχή της Σούμα, δημιουργώντας στο σημείο εκείνο τον πιο ισχυρό αμυντικό τομέα της Γραμμής Μάνερχαϊμ. Παρόλα αυτά, λόγω κάποιου λάθους στο σχεδιασμό, ο παρακείμενος βάλτος του Μουνασούο είχε ένα χιλιόμετρο-κενό που δεν είχε καλυφθεί στη Γραμμή.

Στη διάρκεια της πρώτης μάχης της Σούμα, αριθμός σοβιετικών αρμάτων διέσπασε τη λεπτή στο σημείο εκείνο αμυντική γραμμή στις 19 Δεκεμβρίου, όμως οι Σοβιετικοί δεν κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν τη διάρρηξη της γραμμής λόγω έλλειψης συντονισμού μεταξύ των μονάδων τους. Οι Φινλανδοί παρέμειναν στα χαρακώματά τους, επιτρέποντας στα σοβιετικά τανκς να κινούνται ελεύθερα στα μετόπισθέν τους, καθώς υπήρχε έλλειψη αντιαρματικών όπλων στο φινλανδικό στρατό. Παρόλα αυτά, οι Φινλανδοί κατάφεραν να αποκρούσουν την κύρια σοβιετική επίθεση. Τα σοβιετικά άρματα, απομονωμένα στα φινλανδικά μετόπισθεν, επιτέθηκαν στα σημεία στήριξης της άμυνας των Φινλανδών μέχρι που καταστράφηκαν όλα, 20 τον αριθμό. Μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου, η μάχη είχε λήξει με νίκη των Φινλανδών.

Η σοβιετική προέλαση σταμάτησε στη Γραμμή Μάνερχαϊμ. Οι Σοβιετικοί στρατιώτες, οι οποίοι είχαν χαμηλό ηθικό και υπέφεραν από έλλειψη εφοδίων, αρνήθηκαν τελικώς να συμμετέχουν σε περισσότερες μετωπικές επιθέσεις αυτοκτονίας. Οι Φινλανδοί, υπό την ηγεσία του στρατηγού Χάραλντ Έκιστ, αποφάσισαν να εξαπολύσουν αντεπίθεση περικυκλώνοντας 3 σοβιετικές μεραρχίες σε ένα θύλακα κοντά στο Βιιπούρι στις 23 Δεκεμβρίου. Το σχέδιο του Έκιστ ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά απέτυχε. Οι Φινλανδοί έχασαν 1.300 άντρες και οι Σοβιετικοί ίδιο αριθμό αντρών όπως εκτιμήθηκε αργότερα.

Οι μάχες στη Λάντογκα Καρελίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θρυλικός Φινλανδός ελεύθερος σκοπευτής Σίμο Χέιχε κατά τη διάρκεια του Χειμερινού Πολέμου, γνωστός με το προσωνύμιο Λευκός Θάνατος.

Η δύναμη του Κόκκινου Στρατού βόρεια της λίμνης Λάντογκα (στην περιοχή Λάντογκα Καρελίας) αιφνιδίασε το φινλανδικό γενικό επιτελείο. Δύο φινλανδικές μεραρχίες αναπτύχθηκαν εκεί: η 12η Μεραρχία υπό την ηγεσία του στρατηγού Λάουρι Τιάινεν και η 13η Μεραρχία υπό τον στρατηγό Χάννου Χαννουκσέλα. Υπήρχε επίσης εφεδρική δύναμη υποστήριξης 3 ταξιαρχιών, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό της φινλανδικής δύναμης σε 30.000 άντρες.

Οι Σοβιετικοί ανέπτυξαν μια μεραρχία για σχεδόν κάθε οδό που οδηγούσε στα φινλανδικά σύνορα στα δυτικά. Η 8η Στρατιά βρισκόταν υπό τις διαταγές του στρατηγού Ιβάν Χαμπάροφ, ο οποίος αντικαταστάθηκε στις 13 Δεκεμβρίου από τον στρατηγό Γκριγκόρι Στερν. Η αποστολή των Σοβιετικών ήταν να καταστρέψουν τα φινλανδικά στρατεύματα στην περιοχή της Λάντογκα Καρελίας και να προελάσουν στην περιοχή ανάμεσα στη Σορταβάλα και το Γιενσούου εντός δέκα ημερών. Οι Σοβιετικοί είχαν πλεονέκτημα 3 προς 1 σε δύναμη αντρών και 5 προς 1 σε πυροβολικό και αεροπορία.

Οι φινλανδικές δυνάμεις πανικοβλήθηκαν στη θέα τού κατά πολύ υπέρτερου σοβιετικού στρατού και αρχικώς υποχώρησαν. Ο διοικητής του 4ου φινλανδικού Σώματος Στρατού αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Βόλντεμαρ Χέγκλουντ στις 4 Δεκεμβρίου. Στις 7 Δεκεμβρίου, στο μέσο του μετώπου της Λαντόγκα Καρελίας, οι φινλανδικές δυνάμεις υποχώρησαν κοντά στο μικρό ποτάμι του Κολλάα. Το υδάτινο στοιχείο δεν πρόσφερε ασφάλεια από μόνο του, αλλά λόγω των βράχων κατά μήκος του, ύψους μέχρι και 10 μέτρων.

Η μάχη του Κολλάα κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου. Η φράση το Κολλάα κρατάει, έγινε θρυλική μεταξύ των Φινλανδών. Ακόμη περισσότερο συνεισέφερε στο θρύλο του Κολλάα, η δράση του θρυλικού ελεύθερου σκοπευτή Σίμο Χέιχε, γνωστού ως Λευκού Θανάτου στις τάξεις των Σοβιετικών, ο οποίος πολέμησε στο μέτωπο του Κολλάα.

Στα βόρεια της περιοχής Λάντογκα Καρελίας, οι Φινλανδοί υποχώρησαν από το Εγκλεγιέρβι στο Τολβαγιέρβι στις 5 Δεκεμβρίου και απέκρουσαν μια σοβιετική επίθεση στη μάχη του Τολβαγιέρβι στις 11 Δεκεμβρίου.

Στα νότια, δύο σοβιετικές μεραρχίες ενώθηκαν στο δρόμο κατά μήκος της βόρειας όχθης της λίμνης Λάντογκα. Όπως άλλοτε στον πόλεμο αυτό, οι μεραρχίες αυτές παγιδεύτηκαν καθώς οι πιο ευκίνητες φινλανδικές μονάδες αντεπιτέθηκαν από τα βόρεια πλαγιοκοπώντας τις γραμμές των Σοβιετικών. Στις 19 Δεκεμβρίου, οι Φινλανδοί έπαυσαν προσωρινά τις επιθέσεις τους, καθώς οι στρατιώτες ήταν εξουθενωμένοι. Έπρεπε να φτάσουμε στην περίοδο 6 με 19 Ιανουαρίου του 1940 για να επιτεθούν ξανά οι Φινλανδοί, αποκόπτοντας τις σοβιετικές μεραρχίες σε μικρότερα κομμάτια, εγκλωβίζοντάς τες σε διάφορους θύλακες.

Αντίθετα με τις φινλανδικές προσδοκίες, οι περικυκλωμένες σοβιετικές μεραρχίες δεν επιχείρησαν να διαρρήξουν τον κλοιό για να διαφύγουν στα ανατολικά, αλλά αντιθέτως οχυρώθηκαν στις θέσεις τους. Ανέμεναν σύντομα να φτάσουν αεροπορικώς ενισχύσεις σε άντρες και σε εφόδια. Καθώς οι Φινλανδοί είχαν έλλειψη βαρέος πυροβολικού και αντρών, δεν επιτίθονταν συχνά στους θύλακες στους οποίους είχαν αποκλείσει τους Σοβιετικούς, προτιμώντας να εξουδετερώνουν απλώς τις πιο σημαντικές απειλές και σοβιετικές κινήσεις. Συχνά, η τακτική να εγκλωβίζουν τους Σοβιετικούς σε θύλακες δεν οφειλόταν σε κάποιο προσχεδιασμένο δόγμα αλλά αποτελούσε φινλανδική προσαρμογή στη συμπεριφορά μάχης του Κόκκινου Στρατού όταν βρισκόταν υπό εχθρικό πυρ.

Παρά το κρύο και την πείνα, τα σοβιετικά στρατεύματα δεν παραδίνονταν εύκολα, αλλά αντιθέτως πολεμούσαν γενναία, συχνά οχυρώνοντας τα τεθωρακισμένα τους σε στατικές θέσεις ώστε να χρησιμοποιηθούν ως πολυβολεία και φτιάχνοντας ξύλινα αμπριά. Εξειδικευμένοι Φινλανδοί στρατιώτες καλούνταν να επιτεθούν στους θύλακες. Στις επιθέσεις αυτές ξεχώρισε με τις ικανότητες και το θάρρος του ο ταγματάρχης Μάττι Άαρνιο, που έγινε θρύλος στις τάξεις του φινλανδικού στρατού.

Στη βόρεια Καρελία, οι σοβιετικές δυνάμεις υπερκεράστηκαν στο Ιλομάντσι και στη Λιέκσα. Οι Φινλανδοί χρησιμοποίησαν αποτελεσματικές τακτικές ανορθοδόξου πολέμου, εκμεταλλευόμενοι την υπεροχή τους στη χιονοδρομία και τον λευκό ιματισμό τους, εκτελώντας πλήθος ενεδρών και αιφνιδιαστικών επιδρομών. Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1939, οι Σοβιετικοί αποφάσισαν να υποχωρήσουν από το μέτωπο της Λάντογκα Καρελίας και να μεταφέρουν εφόδια σε πιο κρίσιμα μέτωπα.

Η διπλή επιχείρηση του Σουομουσσάλμι-Ράατε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σοβιετικός εξοπλισμός και πτώματα Σοβιετικών στρατιωτών μετά την καταστροφική μάχη της Οδού Ράατε τον Ιανουάριο του 1940

Η επιχείρηση Σουομουσσάλμι-Ράατε ήταν μια διπλή επιχείρηση, η οποία αργότερα θα χρησιμοποιείτο ως παράδειγμα από στρατιωτικούς μελετητές ως κλασική περίπτωση τού τι μπορούσαν να κάνουν στρατεύματα υπό ικανή ηγεσία και οι νεωτερικές, εμπνευσμένες τακτικές εναντίον ενός κατά πολύ υπέρτερου εχθρού.

Το Σουομουσσάλμι ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη 4.000 κατοίκων. Η περιοχή είχε μεγάλες λίμνες, πολλά και άγρια δάση και ελάχιστους δρόμους. Η φινλανδική στρατιωτική γενική διοίκηση πίστευε ότι ο Κόκκινος Στρατός δεν θα επιτίθετο εκεί, οι Σοβιετικοί όμως ανέπτυξαν δύο μεραρχίες στην περιοχή με εντολή να διασχίσουν την άγρια αυτή περιοχή, καταλαμβάνοντας την πόλη Όουλου, αποκόπτοντας έτσι στα δύο τη Φινλανδία. Υπήρχαν δύο δρόμοι που οδηγούσαν από το Σουομουσσάλμι στα σύνορα: ο βόρειος δρόμος ή Οδός Γιουντουσράντα και ο νότιος ή Οδός Ράατε.

Η μάχη της Οδού Ράατε, η οποία συνέβη κατά τη διάρκεια της πολύμηνης μάχης του Σουομουσσάλμι, κατέληξε σε μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές του Χειμερινού Πολέμου. Η σοβιετική 44η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων και τμήματα της 163ης Μεραρχίας Τυφεκιοφόρων, συνολικά 14.000 άντρες, καταστράφηκαν ολοσχερώς σε φινλανδική ενέδρα καθώς διέσχιζαν την Οδό Ράατε, οδό μέσα στο πυκνό δάσος.

Μια μικρή φινλανδική μονάδα σταμάτησε τη σοβιετική προέλαση ενώ ο Φινλανδός συνταγματάρχης Χγιάλμαρ Σιϊλασβούο και η 9η Μεραρχία του απέκοψαν την οδό υποχώρησης, κατέτμησαν τον εχθρό σε μικρότερα τμήματα και προχώρησαν κατόπιν στην καταστροφή των υπολειμμάτων που υποχωρούσαν. Οι Σοβιετικοί υπέστησαν απώλειες 7.000-9.000 ανδρών, ενώ οι φινλανδικές μονάδες έχασαν μόλις 400 άνδρες. Επιπροσθέτως, στην κατοχή των φινλανδικών στρατευμάτων πέρασε μεγάλος αριθμός τεθωρακισμένων, πυροβόλων, αντιαρματικών όπλων, εκατοντάδες φορτηγών, σχεδόν 2.000 ίπποι, χιλιάδες τυφέκια, ιατρικοφαρμακευτικά εφόδια και μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών, άκρως αναγκαίων στο φινλανδικό στρατό.

Φινλανδική Λαπωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Soviet prisoners of war keep warm with their new clothes. The prisoner in the middle of the photo is staring at the ground with hollow eyes.
Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου με νέα ρούχα κοντά στον Αρκτικό Κύκλο στο Ροβανιέμι, Ιανουάριος 1940

Στην Φινλανδική Λαπωνία, η κάλυψη από δέντρα αραίωνε σταδιακά έως ότου στον βορρά το τοπίο ήταν τελείως ελεύθερο από δέντρα. Έτσι, η περιοχή παρείχε περισσότερο χώρο για ανάπτυξη τεθωρακισμένων, αλλά είναι αραιοκατοικημένη και χιονίζει συχνά. Οι Φινλανδοί δεν περίμεναν τίποτα περισσότερο από επιδρομές και αναγνωριστικές περιπολίες, αλλά οι Σοβιετικοί έστειλαν ολόκληρες μεραρχίες.[3] Στις 11 Δεκεμβρίου οι Φινλανδοί ανασχημάτισαν την άμυνα της Λαπωνίας και απέσπασαν την Μεραρχία της Λαπωνίας από την Ομάδα Βόρειας Φινλανδίας. Η μεραρχία τέθηκε υπό τον έλεγχο του Κουρτ Βαλένιους.[4]

Στην νότια Λαπωνία, κοντά στο χωριό Σάλλα, η Σοβιετική 88η και 122η μεραρχία με 35.000 άνδρες συνολικά, κατέφθασε εκεί. Στην μάχη της Σάλλα, οι Σοβιετικοί προωθήθηκαν με ευκολία στην Σάλλα, όπου ο δρόμος διασπαζόταν σε δύο μέρη. Ο βόρειος κλάδος κινήθηκε προς το Πελκοσενιέμι και ο υπόλοιπος προσέγγισε το Κεμιγιέρβι. Στις 17 Δεκεμβρίου, η Σοβιετική βόρεια ομάδα, αποτελούμενη από ένα σύνταγμα πεζικού, ένα τάγμα και ένα αριθμό τεθωρακισμένων, ηττήθηκε από ένα φινλανδικό τάγμα. Η 122η μεραρχία υποχώρησε εγκαταλείποντας μεγάλο μέρος του βαρέου εξοπλισμού της και οχήματα. Χάρη σε αυτή την επιτυχία, οι Φινλανδοί έφεραν ενισχύσεις στην αμυντική γραμμή μπροστά από το Κεμιγιέρβι. Οι Σοβιετικοί σφυρηλάτησαν την αμυντική γραμμή χωρίς επιτυχία. Οι Φινλανδοί αντεπιτέθηκαν και οι Σοβιετικοί υποχώρησαν σε νέα αμυντική γραμμή όπου παρέμειναν για το υπόλοιπο του πολέμου.[5][6]

Στα βόρεια υπήρχε το μόνο λιμάνι της Φινλανδίας ελεύθερο από πάγο στον Αρκτικό Ωκεανό, το Πέτσαμο. Οι Φινλανδοί δεν είχαν τον αναγκαίο αριθμό στρατιωτών για να το υπερασπιστούν πλήρως, καθώς το κύριο αμυντικό μέτωπο βρισκόταν στον Ισθμό της Καρελίας. Στην μάχη του Πέτσαμο η Σοβιετική 104η Μεραρχία επιτέθηκε στην 104η Φινλανδική Ανεξάρτητη Μεραρχία Κάλυψης. Οι Φινλανδοί εγκατέλειψαν το Πέτσαμο και επικεντρώθηκαν σε δράσεις καθυστέρησης. Η περιοχή δεν είχε δέντρα, ανεμώδης και σχετικά χαμηλή σε υψόμετρο. Η σχεδόν συνεχής συσκότιση και οι θερμοκρασίες πολλών βαθμών υπό το μηδέν ωφέλησαν τους Φινλανδούς, οι οποίοι εκτελούσαν αντάρτικες επιθέσεις κατά των σοβιετικών γραμμών προμηθειών και περιπολιών. Ως αποτέλεσμα, οι Σοβιετικές κινήσεις σταμάτησαν από τις προσπάθειες των Φινλανδών, οι οποίοι ήταν περίπου το ένα πέμπτο των Σοβιετικών.[3]

Διάσπαση της γραμμής Μάνερχαϊμ από τους Σοβιετικούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανασύνταξη του Κόκκινου Στρατού και προετοιμασία του για επίθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Four Finnish officers in uniform are sitting and reading Soviet skiing manuals with relaxed looks on their faces. A pile of the books is in front of them on a table and a large drape of Joseph Stalin hangs above their heads on the wall.
Φινλανδοί αξιωματικοί ερευνούν σοβιετικά εγχειρίδια σκι τα οποία κερδήθηκαν ως λάβαρα από τη μάχη του Σουομουσσάλμι

Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν ήταν ευχαριστημένος με τα αποτελέσματα της φινλανδικής εκστρατείας τον Δεκέμβριο. Ο Κόκκινος Στρατός είχε ταπεινωθεί. Κατά την τρίτη εβδομάδα του πολέμου, η Σοβιετική προπαγάνδα εργαζόταν σκληρά για να εξηγήσει τις αποτυχίες του Σοβιετικού στρατού στον πληθυσμό: θεωρούσε υπεύθυνο το κακό έδαφος και το σκληρό κλίμα, ενώ υποστήριζε λανθασμένα ότι η γραμμή Μάνερχαϊμ ήταν ισχυρότερη από τη γραμμή Μαζινό, και ότι οι Αμερικανοί είχαν στείλει 1.000 από τους καλύτερους πιλότους τους στην Φινλανδία. Ο επικεφαλής προσωπικού Μπορίς Σαπόσνικοφ έλαβε πλήρη αρμοδιότητα για τις επιχειρήσεις στην Φινλανδία και ζήτησε την διακοπή των μετωπικών επιθέσεων στα τέλη Δεκεμβρίου. Ο Κλίμεντ Βοροσίλοφ αντικαταστάθηκε από τον Σεμιόν Τιμοσένκο ως επικεφαλής των Σοβιετικών δυνάμεων στο πόλεμο στις 7 Ιανουαρίου.[7]

Ο στρατηγός Σεμιόν Τιμοσένκο το 1940

Η κύρια έμφαση της Σοβιετικής επίθεση μετατοπίστηκε στον Ισθμό της Καρελίας. Ο Τιμοσένκο και ο Ζντάνοφ αναδιοργάνωσαν τον στρατό και σκλήρηναν τον έλεγχο στα διάφορα τμήματα υπηρεσίας του Κόκκινου Στρατού. Άλλαξαν επίσης τακτικά δόγματα για να ανταποκριθούν στις πραγματικότητες της κατάστασης. Όλες οι Σοβιετικές δυνάμεις στον Ισθμό της Καρελίας διαιρέθηκαν σε δύο στρατούς: τον 7ο και τον 13ο στρατό. Ο 7ος στρατός υπό τον Κιρίλ Μερέτσκοφ θα συγκέντρωνε το 75% της δύναμης του στο τμήμα 16 χιλιομέτρων της γραμμής Μάνερχαϊμ ανάμεσα στο Ταϊπάλε και τον βάλτο Μουνασούο. Οι τακτικές ήταν βασικές: μια οπλισμένη σφήνα για την αρχική επίθεση, ακολουθούμενη από το κύριο ιππικό και την δύναμη επίθεσης με οχήματα. Ο Κόκκινος Στρατός θα ετοιμαζόταν εντοπίζοντας τις φινλανδικές οχυρώσεις στο μέτωπο. Η 123η διοίκηση τουφεκιών πρόβαρε την επίθεση. Οι Σοβιετικοί έστειλαν μεγάλους αριθμούς νέων τεθωρακισμένων και οπλισμού στο μέτωπο της Φινλανδίας. Τα στρατεύματα αυξήθηκαν από 10 μεραρχίες σε 25-26 μεραρχίες με έξι ή επτά μεραρχίες τεθωρακισμένων και διάφορες διμοιρίες τεθωρακισμένων ως υποστήριξη, συγκεντρώνοντας συνολικά 600.000 στρατιώτες.[8] Στις 1 Φεβρουαρίου, ο Κόκκινος Στρατός ξεκίνησε μια μεγάλη επίθεση, ρίχνοντας 300.000 οβίδες στην φινλανδική γραμμή στην πρώτη ημέρα βομβαρδισμών.[9]

Σοβιετική επίθεση στον Ισθμό της Καρελίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και το μέτωπο στον Ισθμό της Καρελίας ήταν λιγότερο ενεργός τον Ιανουάριο σε σχέση με το Δεκέμβριο, οι Σοβιετικοί αύξησαν τους βομβαρδισμούς, αποδυναμώνοντας υπερασπιστές και μαλακώνοντας τις οχυρώσεις τους. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι Φινλανδοί έβρισκαν καταφύγιο από τους βομβαρδισμούς στα οχυρά τους και επισκεύαζαν τη ζημιά κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η κατάσταση αυτή οδήγησε γρήγορα στην εξάντληση των Φινλανδών, οι οποίοι έχασαν πάνω από 3.000 στρατιώτες πόλεμο χαρακωμάτων. Οι Σοβιετικοί έκαναν μικρές επιθέσεις με το πεζικό τους με ένα ή δύο τάγματα.[10] Λόγω της έλλειψης πυρομαχικών, το φινλανδικό πυροβολικό διαταζόταν να πυροβολήσει μόνο κατά άμεσα απειλητικών επιθέσεων εδάφους. Την 1η Φεβρουαρίου, οι Σοβιετικοί κλιμάκωσαν περαιτέρω τους βομβαρδισμούς από το πυροβολικό και από αέρος.[11]

Αν και οι Σοβιετικοί αναμόρφωσαν την τακτική τους και το ηθικό τους βελτιώθηκε, οι στρατηγοί ήταν ακόμα πρόθυμοι να υποστούν μεγάλες απώλειες προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους. Οι επιθέσεις χαρακτηρίζονταν από καπνό, βαρύ πυροβολικό και υποστήριξη θωράκισης, αλλά το πεζικό είχε ανοικτούς και πυκνούς σχηματισμούς.[11] Σε αντίθεση με την τακτική τους τον Δεκέμβριο, τα Σοβιετικά τεθωρακισμένα προωθούνταν σε μικρότερους αριθμούς. Οι Φινλανδοί δεν μπορούσαν να εξαλείψουν εύκολα τα τεθωρακισμένα αν τα στρατεύματα πεζικού τα προστάτευαν.[12] Μετά από 10 ημέρες μάχης, οι Σοβιετικοί προωθήθηκαν στον δυτικό Ισθμό της Καρελίας στην δεύτερη μάχη της Σούμμα.[13]

Στις 11 Φεβρουαρίου οι Σοβιετικοί είχαν αναπτύξει στον Ισθμό της Καρελίας 460.000 στρατιώτες, 3.350 τεμάχια πυροβολικού, 3.000 τεθωρακισμένα και 1.300 αεροσκάφη. Ο Κόκκινος Στρατός λάμβανε συνεχώς νέους στρατιώτες μετά την προώθηση.[14] Οι Φινλανδοί είχαν οκτώ μεραρχίες, συνολικού ύψους περίπου 150.000 στρατιωτών. Ένα-ένα, τα προπύργια των υπερασπιστών κατέρρεαν από τις Σοβιετικές επιθέσεις και οι Φινλανδοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Στις 15 Φεβρουαρίου, ο Μάνερχαϊμ εξουσιοδότησε γενική υποχώρηση του Β΄ Σώματος σε μια εφεδρική γραμμή άμυνας.[15] Στην ανατολική πλευρά του ισθμού, οι Φινλανδοί συνέχισαν να αντιστέκονται στις Σοβιετικές επιθέσεις, απωθώντας τους στη μάχη του Ταϊπάλε.[16]

Ειρηνευτικές συνομιλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και οι Φινλανδοί αποπειράθηκαν να διαπραγματευτούν εκ νέου με τη Μόσχα με όλα τα μέσα κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι Σοβιετικοί δεν απάντησαν. Στις αρχές Ιανουαρίου, η φινλανδή κομμουνίστρια Χέλλα Βουολιγιόκι ήρθε σε επαφή με την Κυβέρνηση της Φινλανδίας. Προσφέρθηκε να επικοινωνήσει με τη Μόσχα μέσω της σοβιετικής πρέσβειρας στην Σουηδία Αλεξάντρα Κολλοντάι. Η Βουολιγιόκι αναχώρησε για την Στοκχόλμη και συναντήθηκε με την Κολλοντάι κρυφά σε ένα ξενοδοχείο. Σύντομα ο Μόλοτοφ αναγνώρισε την κυβέρνηση Ρίτι-Τάννερ ως νόμιμη κυβέρνηση της Φινλανδίας και κατέλυσε την κυβέρνηση-μαριονέτα του Τεριόκι του Κουούσινεν, η οποία στήθηκε από την Σοβιετική Ένωση.[17]

Κατά τα μέσα Φεβρουαρίου, έγινε σαφές ότι οι φινλανδικές δυνάμεις πλησίαζαν το όριο της εξάντλησης. Για τους Σοβιετικούς, οι απώλειες ήταν μεγάλες. Η κατάσταση ήταν πηγή πολιτικής ντροπής για το Σοβιετικό καθεστώς και υπήρχε κίνδυνος αγγλογαλλικής παρέμβασης. Με την άνοιξη να πλησιάζει, οι Σοβιετικές δυνάμεις ρίσκαραν να κολλήσουν στα δάση. Ο Φινλανδός Υπουργός Εξωτερικών Βέινε Τάνερ έφτασε στη Στοκχόλμη στις 12 Φεβρουαρίου και διαπραγματεύθηκε τους όρους της ειρήνης με τους Σοβιετικούς μέσω των Σουηδών. Οι γερμανοί εκπρόσωποι δεν ήξεραν ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη και στις 17 Φεβρουαρίου πρότειναν την αρχή διαπραγματεύσεων μεταξύ Φινλανδίας και Σοβιετικής Ένωσης.[18]

Τόσο η Γερμανία όσο και η Σουηδία ήταν υπέρ του τέλους του πολέμου. Οι Γερμανοί φοβούνταν ότι θα χάσουν τα ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος στην Βόρεια Σουηδία, ενώ είχαν απειλήσει να επιτεθούν στην Σουηδία αν η Σουηδία παραχωρούσε δικαίωμα διέλευσης στις συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις. Οι γερμανοί είχαν εκπονήσει την Στουντί Νορντ (Μελέτη Βορράς, Studie Nord) ως σχέδιο για την επίθεση στις χώρες της Σκανδιναβίας, το οποίο αργότερα έγινε η Επιχείρηση Βεζερύμπουνγκ.[19] Καθώς η φινλανδική κυβέρνηση δίσταζε μπροστά στις σκληρές σοβιετικές προϋποθέσεις, ο Γουσταύος Ε΄ έκανε δημόσια δήλωση στις 19 Φεβρουαρίου κατά την οποία επιβεβαίωσε το γεγονός ότι απέρριψαν τις φινλανδικές εκκλήσεις για υποστήριξη από το σουηδικό στρατό. Στις 25 Φεβρουαρίου, δόθηκαν οι σοβιετικοί όροι για ειρήνη. Στις 29 Φεβρουαρίου, η φινλανδική Κυβέρνηση αποδέχθηκε τους σοβιετικούς όρους και ήταν διατεθειμένη να εισέλθει σε διαπραγματεύσεις.[20]

Οι τελευταίες μέρες του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A diagram of the Karelian Isthmus during the last day of the war illustrates the final positions and offensives of the Soviet troops, now vastly reinforced. They have now penetrated approximately 75 kilometres deep into Finland and are about to break free from the constraints of the Isthmus.
Η στρατιωτική κατάσταση στον Ισθμό της Καρελίας στις 13 Μαρτίου 1940, την τελευταία ημέρα του πολέμου[21]
  Φινλανδικά στρατεύματα (ΧΧΧ) ή παράκτια ομάδα του Ες
  Σοβιετικά στρατεύματα (ΧΧΧ) ή στρατός (ΧΧΧΧ)

Στις 5 Μαρτίου, ο Κόκκινος Στρατός προωθήθηκε 10 με 15 χιλιόμετρα πέρα από τη Γραμμή Μάνερχαϊμ και εισχώρησε στα προάστια του Βίμποργκ. Την ίδια μέρα, ο Κόκκινος Στρατός έστησε προγεφύρωμα στον δυτικό Κόλπο του Βίμποργκ. Οι Φινλανδοί πρότειναν εκεχειρία στις 6 Μαρτίου, αλλά οι Σοβιετικοί, θέλοντας να συνεχίζουν να πιέζουν την φινλανδική κυβέρνηση, αρνήθηκαν την προσφορά. Η φινλανδική ειρηνευτική αντιπροσωπεία ταξίδεψε στην Μόσχα μέσω της Στοκχόλμης και έφτασε στις 7 Μαρτίου. Η ΕΣΣΔ έκανε περαιτέρω απαιτήσεις καθώς η στρατιωτική θέση τους ήταν ισχυρή και βελτιωνόταν. Στις 9 Μαρτίου, η φινλανδική στρατιωτική κατάσταση στον ισθμό της Καρελίας ήταν κακή καθώς τα στρατεύματα αντιμετώπιζαν βαριές απώλειες. Τα πυρομαχικά είχαν εξαντληθεί. Η φινλανδική κυβέρνηση, σημειώνοντας ότι η ελπιζόμενη αγγλογαλλική στρατιωτική αποστολή δεν θα φτάσει στην ώρα της καθώς η Νορβηγία και η Σουηδία δεν παραχωρούσαν δικαίωμα διέλευσης στους Συμμάχους, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αποδεχθούν τους Σοβιετικούς όρους.[22]

Συνθήκη Ειρήνης της Μόσχας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Four Finnish soldiers, with their backs shown, are retreating to the demarcation line after the ceasefire came into effect. The city of Vyborg looks empty and smoke is rising in the background.
11:45 π. μ. της 13ης Μαρτίου 1940. Φινλανδοί στρατιώτες φεύγουν από το Βίμποργκ υποχωρώντας στην διαχωριστική γραμμή.

Η Συνθήκη Ειρήνης της Μόσχας υπεγράφη στην Μόσχα στις 12 Μαρτίου 1940. Την επομένη η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ το μεσημέρι ώρα Λένινγκραντ ή 11 π.μ. ώρα Ελσίνκι.[23] Σύμφωνα με τη συνθήκη, η Φινλανδία παραχώρησε τμήμα της Καρελίας, ολόκληρο τον Ισθμό της Καρελίας και τη γη βόρεια της Λίμνης Λάντογκα. Η περιοχή περιλάμβανε την τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Φινλανδίας, το Βίμποργκ, μεγάλο μέρος του βιομηχανοποιημένου μέρους της Φινλανδίας, και περιοχές που βρίσκονταν ακόμη υπό την κατοχή του φινλανδικού στρατού. Συνολικά η Φινλανδία έχασε το 11% του εδάφους της και 30% των περουσιακών στοιχείων της.[24] Επίσης, 422.000 Καρέλιοι προσφυγοποιήθηκαν και έχασαν τα σπίτια τους.[25][26] Η Φινλανδία παραχώρησε μέρος της περιοχής Σάλλα, την χερσόνησο Ρίμπατσι στην Θάλασσα Μπάρεντς και τέσσερα νησιά στον Κόλπο της Φινλανδίας. Η χερσόνησος Χάνκο μισθώθηκε στη Σοβιετική Ένωση ως στρατιωτική βάση για 30 χρόνια. Η περιοχή Πέτσαμο, η οποία κατελήφθη από τον Κόκκινο Στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου, επεστράφη στη Φινλανδία σύμφωνα με τη συνθήκη.[27]

A drawing shows that the Finns ceded a small part of Rybachy Peninsula and part of Salla in the Finnish Lapland; and a part of Karelia and the islands of the Gulf of Finland in the south as well as a lease on the Hanko peninsula in southwestern Finland.
Οι φινλανδικές εδαφικές παραχωρήσεις προς τη Σοβιετική Ένωση εμφανίζονται με κόκκινο χρώμα

Οι φινλανδικές παραχωρήσεις και εδαφικές απώλειες ξεπερνούσαν τις προπολεμικές απαιτήσεις των Σοβιετικών. Πριν από τον πόλεμο, η Σοβιετική Ένωση απαιτούσε την μετατόπιση προς δυσμάς του συνόρου Φινλανδίας-Σοβιετικής Ένωσης στον ισθμό της Καρελίας σε ένα σημείο 30 χιλιομέτρων ανατολικά του Βίμποργκ στην γραμμή ανάμεσα στο Κοϊβίστο και τη Λίπολα, την κατεδάφιση των οχυρώσεων στον ισθμό της Καρελίας, την παραχώρηση των νησιών Σουουρσάαρι, Τυτερσάαρι και Κοϊβίστο στον κόλπο της Φινλανδίας και την παράδοση της χερσονήσου Ρίμπατσι στον κόλπο της Φινλανδίας. Σε αντάλλαγμα, η Σοβιετική Ένωση ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει την Ρέπολα και το Ποραγιέρβι στην Ανατολική Καρελία, μια περιοχή με διπλάσιο μέγεθος σε σύγκριση με αυτές που διεκδικούνταν από τους Φινλανδούς.[28][29][30]

Ο πόλεμος στον αέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σοβιετικοί βομβαρδισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ΕΣΣΔ είχε πλεονέκτημα στους αιθέρες κατά τον πόλεμο. Η Σοβιετική Πολεμική Αεροπορία, η οποία υποστήριξε την εισβολή του Κόκκινου Στρατού στέλνοντας περίπου 2.500 αεροσκάφη (ο πιο κοινός τύπος ήταν ο Τουπόλεφ ΣΒ), δεν ήταν όσο αποτελεσματική νόμιζαν οι Σοβιετικοί. Η υλική ζημιά από τις βομβιστικές επιδρομές ήταν ελάχιστη αφού η Φινλανδία είχε λίγους άξιους αναφοράς στόχους για στρατηγικούς βομβαρδισμούς. Συχνά οι στόχοι ήταν αποθήκες χωριών, χαμηλής αξίας. Η χώρα είχε λίγους αυτοκινητόδρομους στο εξωτερικό, κάνοντας το σιδηροδρομικό δίκτυο τον κύριο στόχο για βομβαρδισμούς. Η λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου κόπηκε χιλιάδες φορές αλλά οι Φινλανδοί επισκεύαζαν τις βλάβες πολύ γρήγορα και η λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου συνέχιζε μετά από λίγες ώρες.[31] Η σοβιετική αεροπορία έμαθε από τα πρώτα της λάθη και προς τα τέλη Φεβρουαρίου έκανε πιο αποτελεσματικές επιθέσεις.[32]

Η μεγαλύτερη αεροπορική επιδρομή εναντίον του Ελσίνκι (πρωτεύουσας της Φινλανδίας) έλαβε χώρα στην πρώτη μέρα του πολέμου. Η πρωτεύουσα δέχτηκε λίγους βομβαρδισμούς στην υπόλοιπη διάρκεια του πολέμου. Οι σοβιετικοί βομβαρδισμοί κόστισαν το 5% της φινλανδικής παραγωγής προϊόντων. Οι Σοβιετικές εναέριες επιθέσεις σκότωσαν 957 άτομα και επηρέασαν χιλιάδες άλλα.[33] Οι σοβιετικοί έκαναν 2.075 εναέριες επιθέσεις σε 516 θέσεις. Το Βίμποργκ, σημαντική πόλη κοντά στο μέτωπο του Ισθμού της Καρελίας, σχεδόν ισοπεδώθηκε αφού χτυπήθηκε από σχεδόν 12.000 βόμβες.[34] Τα σοβιετικά μέσα ενημέρωσης (ραδιόφωνο και εφημερίδες) δεν ανέφεραν επιθέσεις σε πολιτικούς στόχους. Τον Ιανουάριο του 1940, η σοβιετική εφημερίδα Πράβντα συνέχισε να αναφέρει ότι οι σοβιετικοί δεν είχαν, έστω και καταλάθος, βομβαρδίσει κάποιο πολιτικό στόχο στη Φινλανδία.[35] Εκτιμάται ότι η σοβιετική αεροπορία έχασε περίπου 400 αεροσκάφη λόγω του καιρού, της έλλειψης καυσίμων, εργαλείων, και την μεταφορά τους προς το μέτωπο. Η σοβιετική πολεμική αεροπορία έκανε περίπου 44.000 εξορμήσεις κατά τον πόλεμο.[32]

Φινλανδική Αεροπορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A Finnish bomber plane is being refueled by hand by six servicemen at an air base on a frozen lake.
Μάρτιος 1940: Ένα βρετανικό Μπρίστολ Μπλένχαϊμ Mk. IV της 44ης Μοίρας ανεφοδιάζεται με καύσιμα σε παγωμένη λίμνη στην βάση του στο Τικακόσκι

Στην αρχή του πολέμου, η Φινλανδία είχε μικρή αεροπορική δύναμη, έχοντας μόνο 114 αεροπλάνα κατάλληλα για μάχες. Οι αποστολές ήταν περιορισμένες. Οι Φινλανδοί χρησιμοποιούσαν κυρίως μαχητικά αεροπλάνα για να καταπολεμήσουν τους Σοβιετικούς. Οι στρατηγικοί βομβαρδισμοί είχαν διπλή σημασία: χρησίμευαν και για στρατιωτική αναγνώριση. Παλιομοδίτικα και λιγοστά σε αριθμό, τα αεροπλάνα παρείχαν περιορισμένη υποστήριξη για τις Φινλανδικές δυνάμεις εδάφους. Παρά τις απώλειες, ο αριθμός των αεροσκαφών της Φινλανδικής Πολεμικής Αεροπορίας αυξήθηκε κατά πάνω από 50% κατά τη διάρκεια του πολέμου.[36] Οι Φινλανδοί δέχθηκαν παραδόσεις βρετανικών, φινλανδικών, ιταλικών, σουηδικών και αμερικανικών αεροσκαφών.[37]

Συχνά οι Φινλανδοί πιλότοι πετούσαν τη λιγοστή συλλογή από αεροπλάνα ενάντια σε σοβιετικούς σχηματισμούς που είχαν 10 και 20 φορές περισσότερα αεροπλάνα. Έχει επιβεβαιωθεί ότι οι Φινλανδοί κατέρριψαν 200 σοβιετικά αεροσκάφη και έχασαν 62 δικά τους.[38] Τα φινλανδικά αντιαεροπορικά όπλα ισοπέδωσαν πάνω από 300 εχθρικά αεροσκάφη.[38] Συχνά μια φινλανδική αεροπορική βάση αποτελούταν, μεταξύ άλλων, από μια παγωμένη λίμνη, ένα τηλεφωνικό δέκτη και μερικές σκηνές. Οι προειδοποιήσεις για αεροπορικές επιδρομές δίνονταν από γυναίκες με επικεφαλής τη Λότα Σβερντ.[39]

Ναυτικές συγκρούσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θαλάσσια δραστηριότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον σοβιετοφινλανδικό πόλεμο υπήρξε περιορισμένη ναυτική δραστηριότητα. Η Βαλτική Θάλασσα άρχιζε να παγώνει στα τέλη Δεκεμβρίου, μπλοκάροντας την κίνηση των πολεμικών πλοίων. Έτσι μπορούσαν να κινηθούν μόνο παγοθραυστικά και υποβρύχια. Άλλος ένας λόγος για την περιορισμένη ναυτική δραστηριότητα ήταν η φύση των δυνάμεων του Σοβιετικού Ναυτικού στην περιοχή. Ο Βαλτικός Στόλος ήταν μια παράκτια αμυντική δύναμη που δεν είχε κατάρτιση, λογιστική δομή ή αποβατικά για να κάνουν επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Ο Βαλτικός Στόλος είχε δύο πολεμικά πλοία, ένα βαρύ καταδρομικό, σχεδόν 20 αντιτορπιλικά, 50 τορπιλοφόρα πλοία, 52 υποβρύχια και άλλα πλοία. Οι Σοβιετικοί χρησιμοποιούσαν από βάσεις στο Πάλντισκι, το Τάλιν και τη Λιέπαγια.[40]

Το Φινλανδικό Ναυτικό ήταν παράκτια αμυντική δύναμη με δύο πλοία παράκτιας άμυνας, πέντε υποβρύχια, τέσσερες κανονιοφόρους, επτά τορπιλοφόρα πλοία, μια ναρκοθέτη και έξι ναρκαλιευτικά. Τα δύο πλοία παράκτιας άμυνας, Ιλμαρίνεν και Βεϊνεμέινεν, μετακινήθηκαν στην Τούρκου για να ενισχύσουν την αεράμυνα. Τα αντιαεροπορικά όπλα τους κατέρριψαν ένα ή δύο αεροπλάνα γύρω από την πόλη και παρέμειναν εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου.[41] Εκτός από την παράκτια άμυνα της χώρας, το Φινλανδικό Ναυτικό προστάτευσε τις αυτόνομες νήσους Ώλαντ και τα φινλανδικά εμπορικά πλοία στην Βαλτική.[42]

Τα σοβιετικά αεροσκάφη βομβάρδισαν φινλανδικά θωρηκτά και λιμάνια, ενώ έριξαν και νάρκες σε φινλανδικές θαλάσσιες οδούς. Ωστόσο, οι σοβιετικές ενέργειες κατάφεραν να καταστρέψουν πέντε πλοία. Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ο οποίος ξεκίνησε σχεδόν τρεις μήνες πριν από τον Χειμερινό Πόλεμο, ήταν πιο κοστοβόρος για τα φινλανδικά εμπορικά πλοία, καθώς 26 χάθηκαν λόγω εχθρικών πράξεων το 1939 και 1940.[43]

Παράκτιο πυροβολικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φινλανδικές μπαταρίες του παράκτιου πυροβολικού υπερασπίστηκαν σημαντικά λιμάνια και βάσεις. Οι περισσότερες μπαταρίες ήταν από την εποχή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, με τα όπλα 152 χιλιοστών να είναι αυτά με το μεγαλύτερο πλάτος. Η Φινλανδία προσπάθησε να εκσυγχρονίσει τα παλιά όπλα της και εγκατέστησε μια σειρά νέων μπαταριών. Η μεγαλύτερη από αυτές είχε μπαταρία όπλου 305 χιλιοστών, η οποία είχε εγκατασταθεί με στόχο να αποκλείσει τον Κόλπο της Φινλανδίας για τα σοβιετικά πλοία με τη βοήθεια μπαταριών στην εσθονική πλευρά.[44]

Η πρώτη ναυτική μάχη έλαβε χώρα στον Κόλπο της Φινλανδίας στις 1 Δεκεμβρίου, κοντά στο νησί Ρούσαρε, 5 χιλιόμετρα νοτίως του Χάνκο. Εκείνη την ημέρα ο καιρός ήταν καλός και η ορατότητα ήταν τέλεια. Οι Φινλανδοί βρήκαν το σοβιετικό καταδρομικό Κίροφ και δύο αντιτορπιλικά. Όταν τα πλοία βρίσκονταν σε εύρος 24 χλιομέτρων, οι Φινλανδοί άνοιξαν πυρ με τέσσερα παράκτια όπλα 234 χιλιοστών. Μετά από πέντε λεπτά διαδοχικών ρίψεων από παράκτια όπλα, το καταδρομικό είχε πάθει ζημιές από κοντινές βολές και υποχώρησε. Τα αντιτορπιλικά δεν έπαθαν ζημιές, ωστόσο το Κίροφ είχε 17 νεκρούς και 30 τραυματίες. Οι Σοβιετικοί ήδη ήξεραν τις τοποθεσίες των Φινλανδικών παράκτιων μπαταριών αλλά εξεπλάγησαν από το εύρος τους.[45]

Το παράκτιο πυροβολικό είχε μεγαλύτερο αποτέλεσμα στο έδαφος ενισχύοντας την άμυνα σε συνδυασμό με στρατιωτικό πυροβολικό. Δύο σύνολα οχυρωματικού πυροβολικού συνεισέφεραν σημαντικά στις πρώτες μάχες στον Ισθμό της Καρελίας και την Καρελία της Λάντογκα. Τα σύνολα βρίσκονταν στο Κααρναγιόκι στον Ανατολικό Ισθμό, καθώς και στο Μάντσι στην βορειοανατολική ακτή της λίμνης Λάντογκα. Το οχυρό Κοϊβίστο παρείχε παρόμοια στήριξη από την νοτιοδυτική ακτή του Ισθμού.[46]

Προπαγάνδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχή του πολέμου ο σοβιετικός τύπος παρουσίαζε τον Κόκκινο Στρατό με θριαμβευτικό τόνο. Τον θεωρούσε καλοεξοπλισμένο, εξοπλισμένο με λαμπερά και τελευταίας τεχνολογίας όπλα, ενώ τον φινλανδικό τον παρουσίαζε ως επιπόλαιο στρατό. Η Πράβντα του Λένινγκραντ, εφημερίδα του καθεστώτος, έκανε αναφορές και στην μάχη δύο κόσμων, μεταξύ της κομμουνιστικής Σοβιετικής Ένωσης και της Φινλανδίας. Παρουσίαζε επίσης τον Κόκκινο Στρατό ως νικηφόρο, ηρωικό, ισχυρό και εξοπλισμένο με προηγμένες τεχνολογίες, ενώ τον φινλανδικό τον παρουσίαζε ως ανήκων στη "διεφθαρμένη φινλανδική κυβέρνηση" και ότι είχε παλιό και φθαρμένο εξοπλισμό.

Ωστόσο, ο τόνος του σοβιετικού τύπου άλλαξε ένα μήνα αργότερα. Άρχισαν να μιλάνε για τη δύναμη της "γραμμής Μάννερχαϊμ", το δύσκολο έδαφος και τον παγετό. Ανέφερε επίσης ότι ο Κόκκινος Στρατός είχε χιλιάδες νεκρούς και πολλοί υπέφεραν από κρυοπαγήματα ενώ ήταν κολλημένος (ο στρατός) στα φινλανδικά δάση [47] . Η έκθεση Μόλοτοφ της 29ης Μαρτίου 1940 έκανε λόγο για την ανυπέρβλητη «γραμμή Μάνερχαϊμ» παρόμοια με τη « γραμμή Μαζινό » και τη «γραμμή Ζίγκφριντ», η οποία δεν έχει καταστραφεί ποτέ από κανένα στρατό [48] .

Ο διάσημος πολιτικός Αναστάς Μικογιάν έγραψε: "Ο Στάλιν, έξυπνος και ικανός άνθρωπος, θέλοντας να δικαιολογήσει τις αποτυχίες κατά τη διάρκεια του πολέμου με τη Φινλανδία, κατέληξε στην αιτία ότι ξαφνικά ανακαλύφθηκε η καλά εξοπλισμένη γραμμή Μάνερχαϊμ. Κυκλοφόρησε μια ταινία ειδικά για αυτό το σκοπό ώστε να δικαιολογήσει ότι ήταν δύσκολο να πολεμήσουμε σε μια τέτοια γραμμή και να κερδίσουμε γρήγορα" [49] .

Η φινλανδική προπαγάνδα συνδύαζε την παραδοσιακή ρωσική υπερδύναμη και την κομμουνιστική τρομοκρατία (γνωστό παράδειγμα είναι το τραγούδι "Νιετ, Μόλοτοφ!" όπου συγκρίνει την σοβιετική κυβέρνηση με τον επί τσαρικής εποχής κυβερνήτη της Φινλανδίας Νικολάι Μπομπρίκοφ, ο οποίος ήταν κατά της αυτονομίας και εισήγαγε πολιτική εκρωσισμού. Η σοβιετική αγκιτπρόπ έκανε αναφορά ότι ο πόλεμος ήταν πόλεμος κατά της διεφθαρμένης φινλανδικής κυβέρνησης και γινόταν για την απελευθέρωση του φινλανδικού λαού. Επίσης, έκανε αναφορά για τον ταξικό και μη διακρατικό και διεθνή χαρακτήρα του πολέμου.

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποστήριξη από το εξωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξένοι εθελοντές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παγκόσμια γνώμη ήταν σε μεγάλο βαθμό υπέρ της Φινλανδίας και η σοβιετική επιθετικότητα θεωρούταν γενικά αδικαιολόγητη. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε επηρεάσει άμεσα το Ηνωμένο Βασίλειο ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι ο Χειμερινός Πόλεμος ήταν πρακτικά η μόνη σύγκρουση στην Ευρώπη και έτσι προσέλκυσε το ενδιαφέρον του κόσμου. Διάφοροι οργανισμοί απέστειλαν υλική βοήθεια και πολλές χώρες έδωσαν πιστωτική στήριξη και στρατιωτικό υλικό στη Φινλανδία. Η Ναζιστική Γερμανία επέτρεψε την μεταφορά όπλων μέσω Σουηδίας προς την Φινλανδία, αλλά αφού μια σουηδική εφημερίδα το ανακάλυψε, ο Χίτλερ ξεκίνησε μια πολιτική σιωπής απέναντι στην Φινλανδία, ως μέρος των βελτιωμένων γερμανοσοβιετικών σχέσεων μετά την υπογραφή του Συμφώνου Μόλοτωφ-Ρίμπεντροπ.[50]

Η μεγαλύτερη στρατιωτική βοήθεια ήρθε από την γειτονική Σουηδία, η οποία παρείχε σχεδόν 8.760 εθελοντές κατά τον πόλεμο. Οι Σουηδικές Εθελοντικές Δυνάμεις, αποτελούμενες από Σουηδούς, Νορβηγούς (727 στρατιώτες) και Δανούς (1.010 στρατιώτες) πολέμησαν στο βόρειο μέτωπο στη Σάλλα μέχρι το τέλος του πολέμου. Μια σουηδική μονάδα μαχητικών Γκλόστερ Γκλαντιέιτορ, γνωστό ως "Τάγμα Πτήσεων 19" επίσης συμμετείχε στον πόλεμο. Οι σουηδικές αντιαεροπορικές μπαταρίες με όπλα Μποφόρος 40 χιλιοστών ήταν υπεύθυνα για την αεράμυνα της βόρειας Φινλανδίας και της Τούρκου.[51] Εθελοντές έφτασαν από την Ουγγαρία, την Ιταλία και την Εσθονία. Επίσης συμμετείχαν 350 αμερικανοί φινλανδικής καταγωγής και 210 εθελοντές από άλλες χώρες έφτασαν στην Φινλανδία πριν τελειώσει ο πόλεμος.[51] Ο Μαξ Μάνους, Νορβηγός, πολέμησε στον Χειμερινό πόλεμο πριν επιστρέψει στην Νορβηγία και γίνει διάσημος μαχητής της αντίστασης κατά τη γερμανική κατοχή της χώρας του. Συνολικά η Φινλανδία δέχθηκε 12.000 εθελοντές, από τους οποίους σκοτώθηκαν 50 κατά τον πόλεμο.[52] Ο βρετανός ηθοποιός Κρίστοφερ Λη ήταν εθελοντής για δύο εβδομάδες, αλλά δεν πολέμησε.[53]

Γαλλο-βρετανικά σχέδια επέμβασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A drawing shows that the Allies had two possible roads into Finland: through Soviet-occupied Petsamo or through Narvik in neutral Norway.
Η αγγλογαλλική υποστήριξη θα παρεχόταν εφόσον οι δυνάμεις τους θα μπορούσαν να περάσουν ελεύθερα από το Νάρβικ της ουδέτερης Νορβηγίας και Σουηδίας και όχι από το δύσκολο πέρασμα στο κατεχόμενο από τους Σοβιετικούς Πέτσαμο.

Η Γαλλία ήταν ένας από τους πρώτους υποστηρικτές της Φινλανδίας στον πόλεμο. Οι Γάλλοι τον έβλεπαν ως ευκαιρία αποδυνάμωσης των Σοβιετικών (σύμμαχοι των Γερμανών) μέσω εισβολής των Φινλανδών στη Σοβιετική Ένωση. Η Φινλανδία είχε άλλο ένα κίνητρο, προτιμώντας να έχει μεγάλο πόλεμο σε ένα απομακρυσμένο σημείο της Ευρώπης παρά σε γαλλικό έδαφος. Οι Γάλλοι σχεδίαζαν να επανοπλίσουν τις πολωνικές ομάδες εξόριστων και να τους μεταφέρουν στο φινλανδικό λιμένα Πέτσαμο, στην Αρκτική. Άλλη μια πρόταση ήταν μια μαζική αεροπορική εισβολή των πετρελαιοπηγών του Καυκάσου σε συνεργασία με την Τουρκία.[54]

Οι Βρετανοί ήθελαν να μπλοκάρουν την ροή σουηδικού σιδηρομεταλλεύματος προς την Γερμανία, καθώς οι Σουηδοί παρείχαν περίπου το 40% της γερμανικής ζήτησης σιδηρομεταλλεύματος.[54] Το θέμα εισηγήθηκε ο βρετανός στρατηγός Ρέτζιναλντ Πλάνκετ στις 18 Σεπτεμβρίου 1939 και την επομένη ο Ουίνστον Τσώρτσιλ συζήτησε το θέμα στο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο του Τσάμπερλεν.[55] Στις 11 Δεκεμβρίου ο Τσώρτσιλ πρότεινε ότι η Βρετανή πρέπει να αποκτήσουν μια σταθερή βάση στην Σκανδιναβία με σκοπό να βοηθήσουν τους Φινλανδούς, αλλά χωρίς πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση.[56] Λόγω της βαριάς εξάρτησης των Γερμανών από τα σιδηρομεταλλεύματα της βόρειας Σουηδίας, ο Χίτλερ ξεκαθάρισε στην Σουηδική κυβέρνηση ότι οποιαδήποτε παρουσία συμμαχικών στρατευμάτων σε σουηδικό έδαφος θα προκαλούσε γερμανική εισβολή.[57]

Στις 19 Δεκεμβρίου ο γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Νταλαντιέ εισήγαγε το σχέδιο του στο γενικό προσωπικό και το πολεμικό υπουργικό συμβούλιο. Στο σχέδιο του ο Νταλαντιέ δημιούργησε μια σύνδεση μεταξύ του πολέμου και του σιδηρομεταλλεύματος στην Σουηδία.[56] Υπήρχε κίνδυνος ότι η Φινλανδία θα μπορούσε να πέσει υπό σοβιετική ηγεμονία, ενώ η Ναζιστική Γερμανία θα μπορούσε να εισβάλει και να κατέχει Σουηδία και Νορβηγία. Αυτές οι δύο δικτατορίες θα μπορούσαν να διαιρέσουν την Σκανδιναβία μεταξύ τους, όπως είχαν κάνει ήδη με την Πολωνία. Το κύριο κίνητρο Γάλλων και Βρετανών ήταν να μειώσουν την πολεμική ικανότητα των Γερμανών.[58]

Η Επιτροπή Στρατιωτικού Συντονισμού συγκλήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου στο Λονδίνο.[58] Το Αγγλογαλλικό Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο εξελέγη για να στείλει επιστολές στην Νορβηγία και τη Σουηδία στις 27 Δεκεμβρίου, ζητώντας από τις δύο χώρες να βοηθήσουν τη Φινλανδία και να προσφέρουν στήριξη στις συμμαχικές δυνάμεις. Οι δύο χώρες απέρριψαν την προσφορά στις 5 Ιανουαρίου 1940.[57] Οι Σύμμαχοι επανήλθαν με νέο σχέδιο, στο οποίο ζητούσαν από τη Νορβηγία και στη Σουηδία να επιτρέψουν την διέλευση συμμαχικών στρατευμάτων βάσει ενός ψηφίσματος της Κοινωνίας των Εθνών. Τα στρατεύματα της αποστολής θα αποβιβάζονταν στο νορβηγικό λιμένα Νάρβικ και θα έφταναν στην Φινλανδία μέσω σιδηροδρόμου, περνώντας από τα σουηδικά ορυχεία σιδηρομεταλλευμάτων. Η απαίτηση εστάλη στη Νορβηγία και τη Σουηδία στις 6 Ιανουαρίου αλλά απορρίφθηκε 6 μέρες μετά.[59]

Οι Σύμμαχοι δεν το έβαλαν κάτω και διαμόρφωσαν το τελικό σχέδιο τους στις 29 Ιανουαρίου. Πρώτα οι Φινλανδοί θα έκαναν επίσημο αίτημα για βοήθεια. Ύστερα οι Σύμμαχοι θα ζητούσαν άδεια από τη Νορβηγία και τη Σουηδία να μεταφέρουν τους "εθελοντές" κατά μήκος της επικράτειας τους. Τέλος, για να προστατέψουν την γραμμή προμήθειας από γερμανικές ενέργειες, οι σύμμαχοι θα έστελναν μονάδες που θα αποβιβάζονταν από τα λιμάνια του Νάμσος, του Μπέργκεν και του Τρόντχαϊμ. Η επιχείρηση απαιτούσε την αποστολή 100.000 Βρετανών στρατιωτών και 35.000 Γάλλων στρατιωτών με αεροπορική και ναυτική υποστήριξη. Οι προμήθειες θα έφευγαν στις 12 Μαρτίου και οι αποβιβάσεις θα ξεκινούσαν στις 20 Μαρτίου.[60] Ο πόλεμος τελείωσε στις 13 Μαρτίου, ακυρώνοντας τα αγγλογαλλικά σχέδια να αποβιβάσουν στρατεύματα στη Φινλανδία μέσω της Βόρειας Σκανδιναβίας.[61]

Η συνθήκη της Μόσχας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Συνθήκη της Μόσχας
A drawing shows that the Finns ceded a small part of Rybachy Peninsula and part of Salla in the Finnish Lapland; and a part of Karelia and the islands of the Gulf of Finland in the south as well as a lease on the Hanko peninsula in southwestern Finland.
Οι εδαφικές παραχωρήσεις της Φινλανδίας (σε κόκκινο χρώμα)
Four Finnish soldiers, with their backs shown, are retreating to the demarcation line after the ceasefire came into effect. The city of Vyborg looks empty and smoke is rising in the background.
11:45 π.μ. στις 13 Μαρτίου 1940. Φινλανδοί στρατιώτες στο Βίμποργκ προχωρούν προς τη νέα συνοριογραμμή.

Η συνθήκη της Μόσχας υπεγράφη στην Μόσχα στις 12 Μαρτίου 1940. Η εκεχειρία άρχισε να ισχύει στις 12 μ.μ. ώρα Λένινγκραντ (11 π.μ. ώρα Ελσίνκι) την επομένη.[62] Η Φινλανδία παρέδωσε στην ΕΣΣΔ ένα τμήμα της Καρελίας, ολόκληρο τον ισθμό της Καρελίας και τις περιοχές βόρεια της λίμνης Λάντογκα. Η περιοχή περιλάμβανε το Βίμποργκ (πρώην Βιιπούρι, 4η μεγαλύτερη πόλη της Φινλανδίας), μεγάλο τμήμα των βιομηχανοποιημένων εκτάσεων της Φινλανδίας, καθώς και αρκετές εκτάσεις που ακόμα βρίσκονταν υπό την κατοχή των Φινλανδών. Συνολικά η Φινλανδία έχασε το 11% της επικράτειας της και το 30% των οικονομικών περιουσιακών στοιχείων της.[63] Το 12% του πληθυσμού της Φινλανδίας, 422.000 Καρέλιοι, προσφυγοποιήθηκαν.[64][65] Η Φινλανδία παρέδωσε μέρος της περιοχής Σάλλα, την χερσόνησο Ρίμπατσι στην θάλασσα Μπάρεντς, και τέσσερα νησιά στον Κόλπο της Φινλανδίας. Το νησί Χάνκο μισθώθηκε από τους Σοβιετικούς ως στρατιωτική βάση για 30 χρόνια. Η περιοχή του Πέτσαμο, σύμφωνα με την Φινλανδία, επεστράφη στην Φινλανδία.[66]

Οι φινλανδικές παραχωρήσεις και εδαφικές απώλειες ξεπερνούσαν τις Σοβιετικές προπολεμικές αξιώσεις. Πριν τον πόλεμο, η ΕΣΣΔ ζήτησε την μεταφορά προς δυσμάς του φινλανδοσοβιετικού συνόρου στον ισθμό της Καρελίας σε ένα σημείο 30 χιλιόμετρα ανατολικά του Βίμποργκ προς τη γραμμή ανάμεσα στο Κοϊβίστο και τη Λίπολα, την καταστροφή των υπάρχουσων οχυρώσεων στο ισθμό της Καρελίας, και την παράδοση των νησιών Σουουρσάαρι, Τυτέρσααρι και Κοϊβίστο στον κόλπο της Φινλανδίας καθώς και της χερσονήσου Ρίμπατσι. Ως αντάλλαγμα οι Σοβιετικοί θα παρέδιδαν στους Φινλανδούς τις περιοχές Ρέπολα και Ποραγιέρβι της Ανατολικής Καρελίας, περιοχή διπλάσια από τη ζητούμενη.[67][68][69]

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φινλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

The dome of the Vyborg Cathedral has collapsed after Soviet bombing. Four people stand in the nave and look at the rubble, highlighted by sunlight shining through the damaged dome.
Ο Καθεδρικός Ναός του Βίμποργκ επλήγη σοβαρά και δεν ανοικοδομήθηκε ποτέ μετά το πόλεμο. Το ίδιο το Βίμποργκ πέρασε στην Σοβιετική Ένωση μετά το πόλεμο.
Thousands of scattered rocks litter the landscape. In the distance, leaves of trees are slowly turning yellow. It is the site of a Winter War monument at Suomussalmi, Finland, containing a rock for every soldier who died at the Battle of Suomussalmi: 750 Finnish and an estimated 24,000 Soviet.
Ένα μνημείο για τον πόλεμο στο Σουομουσάλμι της Φινλανδίας. Περιέχει ένα βράχο για κάθε νεκρό στρατιώτη στη μάχη του Σουομουσάλμι: 750 Φινλανδοί και περίπου 24.000 Σοβιετικοί

Ο πόλεμος των 105 ημερών είχε σαφή και καταθλιπτική επίδραση στην Φινλανδία. Η ουσιώδης διεθνή υποστήριξη ήταν ελάχιστη και έφτασε αργά, ενώ ο γερμανικός αποκλεισμός απέτρεψε τις περισσότερες παραδόσεις στρατιωτικού εξοπλισμού.[70] Η 15μηνη περίοδος ανάμεσα στον Χειμερινό Πόλεμο και τον Πόλεμο της Συνέχειας (σχετιζόμενο με την επιχείριση Μπαρμπαρόσα), περίοδος η οποία αργότερα ονομάστηκε Ενδιάμεση Ειρήνη.[71] Μετά το τέλος του πολέμου, η κατάσταση του Φινλανδικού στρατού στον ισθμό της Καρελίας έγινε θέμα συζήτησης στη Φινλανδία. Είχαν ήδη εκδοθεί διαταγές για να προετοιμαστεί μια υποχώρηση στην επόμενη γραμμή άμυνας στον τομέα Ταϊπάλε. Οι εκτιμήσεις για το πόσο ο Κόκκινος Στρατός θα μπορούσε να καθυστερηθεί από επιχειρήσεις υποχώρησης και παραμονής ποικίλουν από λίγες μέρες με εβδομάδες,[72][73] το πολύ δύο μήνες.[74] Οι καρέλιοι πρόσφυγες ίδρυσαν μια ομάδα συμφερόντων, τη Ομάδα των Καρελών Φινλανδών, για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα και συμφέροντα των Καρελίων, καθώς και να βρει ένα τρόπο για την επιστροφή της Καρελίας στην Φινλανδία.[75][76] Το 1940, η Φινλανδία και η Σουηδία διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις για μια στρατιωτική συμμαχία, αλλά οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν όταν έγινε ξεκάθαρη η αντίθεση των Γερμανών και των Σοβιετικών σε μια τέτοια συμμαχία.[77] Κατά την ενδιάμεση ειρήνη, η Φινλανδία βελτίωσε σημαντικά τις σχέσεις της με τη Γερμανία ελπίζοντας να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη της.[78]

Αμέσως μετά τον πόλεμο, το Ελσίνκι ανακοίνωσε 19.576 νεκρούς.[79] Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2005 από φινλανδούς ιστορικούς, 25.904 άτομα σκοτώθηκαν ή αγνοούνται και 43.557 τραυματίστηκαν στο πλευρό των Φινλανδών κατά τον πόλεμο.[F 1] Φινλανδοί και Ρώσοι ερευνητές εκτιμούν ότι υπήρχαν 800 με 1.100 Φινλανδοί αιχμάλωτοι πολέμου, από τους οποίους το 10 με 20% από αυτούς πέθανε. Η ΕΣΣΔ επαναπάτρισε 847 Φινλανδούς μετά το πόλεμο.[82] Οι αεροπορικές επιδρομές σκότωσαν 957 πολίτες.[80] Η Φινλανδία έχασε 20 με 30 τεθωρακισμένα και 62 αεροσκάφη.[83]

Σοβιετική Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ανώτατο Επιτελείο Προσωπικού της Σοβιετικής Ένωσης (Στάβκα) συναντήθηκε τον Απρίλιο του 1940, αναθεώρησε τα μαθήματα από την εκστρατεία στη Φινλανδία και πρότεινε μεταρρυθμίσεις. Ο ρόλος των πολιτικών κομισάριων της γραμμής του μετώπου μειώθηκε ενώ παλαιομοδίτικες θέσεις και μορφές πειθαρχίας επανεισήχθησαν. Ο ρουχισμός, ο εξοπλισμός και οι τακτικές βελτιώθηκαν. Ωστόσο, 15 μήνες μετά, όταν ξεκίνησε η επιχείριση Μπαρμπαρόσα, οι μεταρρυθμίσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί.[84]

Ένα[νεκρός σύνδεσμος] μνημείο για τα θύματα του Σοβιετοφινλανδικού πολέμου του 1939-1940, στην Αγία Πετρούπολη.

Από τον Σοβιετοφινλανδικό πόλεμο (ή χειμερινό πόλεμο) μέχρι την περεστρόικα του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, η σοβιετική ιστοριογραφία εξαρτούνταν αποκλειστικά από τις ομιλίες του Μόλοτοφ στον Χειμερινό Πόλεμο. Στην ραδιοφωνική του ομιλία στις 29 Νοεμβρίου 1939, ο Βιάτσεσλαβ Μόλοτοφ δήλωσε ότι η Σοβιετική Ένωση προσπάθησε να διαπραγματευτεί εγγυήσεις για την ασφάλεια του Λένινγκραντ για δυο μήνες. Οι Φινλανδοί είχαν μια εχθρική στάση στο να "ευχαριστήσουν τους ξένους ιμπεριαλιστές". Η Φινλανδία είχε κάνει στρατιωτική προβοκάτσια, και η Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε να εξαρτάται πλέον από σύμφωνα μη επίθεσης. Κατά τον Μόλοτοφ, η ΕΣΣΔ δεν ήθελε να καταλάβει ή να προσαρτήσει τη Φινλανδία, αλλά ο στόχος ήταν μόνο και μόνο η προστασία του Λένινγκραντ.[85]

Ο επίσημος σοβιετικός αριθμός του 1940 για τους θανάτους τους είναι 48.745 νεκροί. Πιο πρόσφατες ρώσικες εκτιμήσεις ποικίλλουν: το 1990 ο Μιχαήλ Σεμίριαγκα δήλωσε 53.522 νεκρούς και ο Ν. Ι. Μπαρίσνικοφ 53.500. Το 1997 ο Γκριγκόρι Κριβοσέγιεφ δήλωσε 126.875 νεκρούς και αγνοούμενους, με συνολικές απώλειες που φτάνουν τα 391.783 άτομα με 188.671 τραυματίες. Το 1991 ο Γιούρι Κιλίν δήλωσε 63.990 νεκρούς και απώλειες που φτάνουν τα 271.528 άτομα. Το 2007 αναθεώρησε την εκτίμηση των νεκρών σε 134.000 και το 2012 ενημέρωσε την εκτίμηση σε 138.533 μη αναστρέψιμες απώλειες.[86] Το 2013, ο Πάβελ Πετρόφ δήλωσε ότι το Ρωσικό Κρατικό Στρατιωτικό Αρχείο έχει μια βάση δεδομένων που επιβεβαιώνει 167.976 αγνοούμενους ή σκοτωμένους στρατιώτες μαζί με τα ονόματά τους, την ημερομηνία γέννησής τους και τους βαθμούς τους. Υπήρχαν 5.572 σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου στην Φινλανδία. Η τύχη των αιχμαλώτων μετά τον επαναπατρισμό τους είναι άγνωστη—δυτικές πηγές υποψιάζονται ότι πέθαναν σε στρατόπεδα της Εν Κα Βε Ντε.[87][88]

Οι Σοβιετικοί έχασαν 1.200 με 3.543 τεθωρακισμένα. Ο επίσημος αριθμός έλεγε ότι χάθηκαν 611 τεθωρακισμένα, αλλά ο Γιούρι Κιλίν βρήκε ένα γράμμα που έλαβε ο στρατηγός Μπορίς Σαπόσνικοφ αναφέρει 3.543 απώλειες τεθωρακισμένων και 316 κατεστραμμένα τεθωρακισμένα. Σύμφωνα με τον φινλανδό ιστορικό Όχτο Μάνινεν, ο 7ος Σοβιετικός Στρατός έχασε 1.244 τεθωρακισμένα στις μάχες στην γραμμή Μάνερχαϊμ κατά τον πόλεμο. Η αρχική εκτίμηση των Φινλανδών είναι ότι οι Σοβιετικοί έχασαν 1.000 με 1.200 τεθωρακισμένα. Οι Σοβιετικές Ένοπλες Δυνάμεις έχασαν περίπου 1.000 αεροπλάνα, αλλά λιγότερα από τα μισά χάθηκαν σε μάχες.

Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χειμερινός Πόλεμος ήταν πολιτική επιτυχία για την Γερμανία. Ο Κόκκινος Στρατός και η Κοινωνία των Εθνών ταπεινώθηκαν, ενώ ανακαλύφθηκε Αγγλογαλλικό Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο ήταν χαοτικό και χωρίς εξουσία. Η γερμανική πολιτική ουδετερότητας δεν ήταν δημοφιλής στην πατρίδα, και οι σχέσεις με την Ιταλία υπέφεραν. Μετά την ειρήνη της Μόσχας, οι Φινλανδοί βελτίωσαν τις σχέσεις με τους Γερμανούς και σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες οι φινλανδογερμανικές σχέσεις ήταν στην κορυφή της ατζέντας.[89] Το σημαντικότερο, η κακή απόδοση του Κόκκινου Στρατού έπεισε τον Χίτλερ ότι μια επίθεση στην Σοβιετική Ένωση θα επιτύχει. Τον Ιούνιο του 1941 ο Χίτλερ δήλωσε: "Πρέπει μόνο να κλωτσήσουμε την πόρτα και η ολόκληρη σάπια δομή τους θα καταρρεύσει'.[90]

Σύμμαχοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χειμερινός Πόλεμος έδειξε την αποδιοργάνωση και αναποτελεσματικότητα του Κόκκινου Στρατού και των Συμμάχων. Το Αγγλογαλλικό Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο απέτυχε να βρει ένα επιτυχημένο σχέδιο και γενικά απέτυχε να εκπληρώσει το έργο του σε αυτή τη περίπτωση. Αυτό συνέβαλε στην κατάρρευση της κυβέρνησης Νταλαντιέ στην Γαλλία.[91]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Rayfield, Donald (2011). Οι δήμιοι του Στάλιν. Τα εκτελεστικά όργανα του κόκκινου τσάρου. Μοντέρνοι Καιροί. σελίδες 367–371. ISBN 978-960-494-090-5. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Edwards (2006)
  3. 3,0 3,1 Trotter (2002), pp. 171–174
  4. Leskinen and Juutilainen (1999), p. 164
  5. Trotter (2002), pp. 178–180
  6. Vuorenmaa (1999), pp. 545–549
  7. Trotter (2002), pp. 203–204
  8. Laaksonen (1999), pp. 424–425
  9. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Trotter_214-215.
  10. Laaksonen (1999), pp. 426–427
  11. 11,0 11,1 Trotter (2002), pp. 214–215
  12. Laaksonen (1999), p. 430
  13. Trotter (2002), p. 218
  14. Geust; Uitto (2006), p. 77
  15. Trotter (2002), p. 233
  16. Laaksonen (1999), p. 452
  17. Trotter (2002), pp. 234–235
  18. Trotter (2002), pp. 246–247
  19. Edwards (2006), p. 261
  20. Trotter (2002), pp. 247–248
  21. Kilin and Raunio (2007), pp. 260–295
  22. Trotter (2002), pp. 249–251
  23. Trotter (2002), p. 254
  24. Edwards (2006), p. 18
  25. Engle and Paananen (1985), pp. 142–143
  26. Ahtiainen (2000)
  27. Jowett & Snodgrass (2006), p. 10
  28. Van Dyke (1997), pp. 189–190
  29. Turtola (1999a), pp. 38–41
  30. Trotter 2002, pp. 14–16
  31. Trotter (2002), p. 187
  32. 32,0 32,1 Trotter (2002), p. 193
  33. Kurenmaa and Lentilä (2005), p. 1152
  34. Trotter (2002), pp. 187–188
  35. Tillotson (1993), p. 157
  36. Peltonen (1999), pp. 607–608
  37. Trotter (2002), p. 189
  38. 38,0 38,1 Tillotson (1993), p. 160
  39. Trotter (2002), pp. 191–192
  40. Elfvegren (1999), p. 681
  41. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Trotter_48-51.
  42. Elfvegren (1999), p. 678
  43. Elfvegren (1999), p. 692
  44. Leskinen (1999), p. 130
  45. Silvast (1999), pp. 694–696
  46. Tillotson (1993), pp. 152–153
  47. «Коктейль Молотова» взрывает историю // «Новые Известия», 2002, № 102
  48. http://heninen.net/sopimus/molotov1940.htm Доклад председателя Совета народных комиссаров и народного комиссара иностранных дел В. М. Молотова на заседании VI сессии Верховного Совета Союза ССР 29 марта 1940 года
  49. Анастас Микоян. Так было
  50. Trotter (2002), pp. 194–202
  51. 51,0 51,1 Jowett & Snodgrass (2006), pp. 21–22
  52. Juutilainen (1999b), p. 776
  53. Rigby 2003, σελίδες 59–60.
  54. 54,0 54,1 Trotter (2002), pp. 235–236
  55. Edwards (2006), p. 141
  56. 56,0 56,1 Edwards (2006), p. 145
  57. 57,0 57,1 Trotter (2002), p. 237
  58. 58,0 58,1 Edwards (2006), p. 146
  59. Trotter (2002), pp. 237–238
  60. Trotter (2002), pp. 238–239
  61. Trotter (2002), p. 239
  62. Trotter (2002), p. 254
  63. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Edwards_18.
  64. Engle and Paananen (1985), pp. 142–143
  65. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα helsinginsanomat1.
  66. Jowett & Snodgrass (2006), p. 10
  67. Van Dyke (1997), pp. 189–190
  68. Turtola (1999a), pp. 38–41
  69. Trotter 2002, pp. 14–16
  70. Edwards (2006), pp. 272–273
  71. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα JS2006_102.
  72. Laaksonen (2005), p. 365
  73. Paasikivi (1958). p. 177
  74. Halsti (1955), p. 412
  75. Ahtiainen (2000)
  76. Finnish Karelian League
  77. Turtola (1999b), p. 863
  78. Jowett & Snodgrass (2006), pp. 10–11
  79. Dallin (1942), p. 191
  80. 80,0 80,1 Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Kur&Lent2005.
  81. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα autogenerated2.
  82. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Malmi1999_792.
  83. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Tillo1993_1602.
  84. Trotter (2002) p. 264
  85. Vihavainen (1999), pp. 893–896
  86. Soviet-Finnish War 1939–1940 and Red Army's Losses, in Proceedings of Petrozavodsk State University. Social Sciences & Humanities, Issue 5 (126)/2012.
  87. Van Dyke (1997), p. 191
  88. Trotter (2002), p. 263
  89. Edwards (2006), pp. 277–279
  90. Sedlar (2007), p. 8
  91. Edwards (2006), pp. 13–14
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Winter War της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).


Σφάλμα αναφοράς: Υπάρχουν ετικέτες <ref> για κάποια ομάδα με το όνομα «F», αλλά δεν βρέθηκε καμία αντίστοιχη ετικέτα <references group="F"/>, ή λείπει η ετικέτα κλεισίματος </ref>