Πόλεμος του Σικελικού Εσπερινού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μια σκηνή του Σικελικιού Εσπερινού. Πίνακας του Φραντσέσκο Άγιετς.

Ο Πόλεμος του Σικελικού Εσπερινού ήταν μια σύγκρουση που ξεκίνησε με την εξέγερση του Σικελικού Εσπερινού κατά του Καρόλου Α΄ της Σικελίας το 1282 και τελείωσε το 1302 με την ειρήνη της Καλταμπελότα. Διεξήχθη στη Σικελία, την ΚαταλονίαΣταυροφορία της Αραγονίας ) και αλλού στη δυτική Μεσόγειο μεταξύ των βασιλέων της Αραγονίας από τη μία πλευρά, εναντίον των Καπετιδών-Ανζού (Ανδεγαβών), δηλ. του Καρόλου Α΄, του γιου του Καρόλου Β΄, των βασιλέων της Γαλλίας και του πάπα από την άλλη πλευρά. Ο πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα τη διαίρεση του παλαιού βασιλείου της Σικελίας. Στην Καλταμπελότα, ο Κάρολος Β΄ επιβεβαιώθηκε ως βασιλιάς των εδαφών στη χερσόνησο του βασιλείου της Σικελίας, δηλ. στην ηπειρωτική Ιταλία ("βασίλειο της Σικελίας στην άλλη πλευρά του Στενού", δηλαδή της Νάπολης), ενώ ο Φρειδερίκος Γ΄ επιβεβαιώθηκε ως βασιλιάς των νησιωτικών εδαφών ("βασίλειο της Σικελίας απέναντι του Στενού», δηλαδή την Τρινακρία).

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νήσος Σικελία (Τρινακρία) ήταν μέρος ενός βασιλείου της Σικελίας, το οποίο περιλάμβανε επίσης τη νότια ιταλική χερσόνησο, από τις αρχές του 12ου αιώνα, όταν ο Ρογήρος Β΄ της Σικελίας νίκησε τους βαρόνους της ηπειρωτικής Ιταλίας και εξελέγη βασιλιάς από τον πάπα. Η βασιλεία του είχε κληρονομηθεί από τον εγγονό του Φρειδερίκο Β΄ της Σικελίας, του οποίου ο γιος Mάνφρεντ εκδιώχθηκε ωστόσο από τη Γαλλική εισβολή του Καρόλου Α΄ του Ανζού το 1266. Η γαλλική κυριαρχία σύντομα απέκτησε έναν κατασταλτικό και άγριο χαρακτήρα.

Τη Δευτέρα του Πάσχα (30 Μαρτίου) 1282, στην Εκκλησία του Αγίου Πνεύματος λίγο έξω από το Παλέρμο, κατά την απογευματινή προσευχή (Εσπερινό), ένας Γάλλος παρενόχλησε μια γυναίκα από τη Σικελία. Οι αναφορές διίστανται ως προς το τι συνεπαγόταν η παρενόχληση, ποια ήταν η γυναίκα και ποιος ήταν ο Γάλλος. [1]

Αυτό το μοναδικό γεγονός οδήγησε στη σφαγή τεσσάρων χιλιάδων Γάλλων κατά τη διάρκεια των επόμενων έξι εβδομάδων. Ο βασιλιάς της Σικελίας εκείνη την εποχή, Κάρολος Α΄, ήταν των Καπετιδών-Ανζού και οι Γάλλοι οπαδοί του είχαν τη φήμη ότι κακομεταχειρίζοντο τους ντόπιους της Σικελίας, ειδικά όταν ο Κάρολος Α΄ έλειπε σε μια από τις πολλές απουσίες του. Μόνο λίγοι αξιωματούχοι που ήταν αξιόλογοι για την καλή τους συμπεριφορά γλίτωσαν. Και η πόλη της Μεσσίνα παρέμεινε στον Κάρολο Α΄. Όμως, μέσω των διπλωματικών λαθών του βικάριου Χέρμπερτ της Ορλεάνης, η Μεσσίνα επαναστάτησε στις 28 Απριλίου υπό τη διοίκηση του λοχαγού του Λαού Αλάιμο ντε Λεντίνι. Ο Χέρμπερτ υποχώρησε στο κάστρο του Ματεγκριφόν και ο στόλος των σταυροφόρων που βρισκόταν στο λιμάνι, κάηκε.

Ο ιατρός Ιωάννης Προκίδας ενήργησε για λογαριασμό του Πέτρου Γ΄ της Αραγονίας, [2] ως σύζυγος της Κωνσταντίας, κόρης και κληρονόμου του Μάνφρεντ. Ο Ιωάννης ήταν πιστός στην υπηρεσία του Mάνφρεντ και είχε καταφύγει στην Αραγονία μετά την επιτυχία του Καρόλου Α΄ στο Tαλιακότσο. Ο Ιωάννης ταξίδεψε στη Σικελία, για να προκαλέσει δυσαρέσκεια, υπέρ του Πέτρου Γ΄ και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη, για να εξασφαλίσει την υποστήριξη του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ αρνήθηκε να βοηθήσει τον βασιλιά της Αραγονίας χωρίς την παπική έγκριση και έτσι ο Ιωάννης ταξίδεψε στη Ρώμη και εκεί κέρδισε τη συγκατάθεση του πάπα Νικολάου Γ΄, ο οποίος φοβόταν την άνοδο του Καρόλου Α΄ στο Mετσοτζιόρνο. Ο Ιωάννης της Προκίδας επέστρεψε στη Βαρκελώνη και ο πάπας απεβίωσε αμέσως, για να αντικατασταθεί από τον Σιμόν ντε Μπρι, έναν Γάλλο και σύμμαχο του Καρόλου.

Αραγωνική εισβολή στην Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πέτρος Γ' της Αραγωνίας αποβιβάζεται στο Τράπανι.

Λίγο μετά τον ίδιο τον Εσπερινό, οι Σικελοί στράφηκαν στον Πέτρο Γ΄ της Αραγονίας, για να τους απελευθερώσει από τη Γαλλική κυριαρχία. Ένας στόλος της Αραγονίας υπό τον ίδιο τον Πέτρο Γ΄ είχε αποβιβαστεί στο Κόλλο, τώρα στην ανατολική Αλγερία, και σε αυτά τα στρατεύματα οι Σικελοί έστειλαν απεσταλμένους. Στον Πέτρο Γ΄ προσφέρθηκε ο θρόνος της Σικελίας και έγινε δεκτός. Ο Σιμόν ντε Μπρι, ο οποίος είχε πάρει το όνομα πάπας Μαρτίνος Δ΄, είχε εν τω μεταξύ αρνηθεί να βοηθήσει τις κοινότητες της Σικελίας και οι επαναστάτες αφορίστηκαν, όπως και ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας και οι Γιβελλίνοι της βόρειας Ιταλίας.

Ο Κάρολος Α΄ συγκέντρωσε τις δυνάμεις του, εγκαταλείποντας τις ελπίδες των Σταυροφοριών, στην Καλαβρία και έκανε απόβαση κοντά στη Μεσσήνη και άρχισε μια πολιορκία. Πέντε μήνες μετά τον Εσπερινό, στις 30 Αυγούστου, ο Πέτρος Γ΄ αποβιβάστηκε στο Τράπανι. Γρήγορα βάδισε στο Παλέρμο και, στις 4 Σεπτεμβρίου, έλαβε τον φόρο υποτέλειας των Σικελών και επιβεβαίωσε τα αρχαία προνόμιά τους. Μόνο η κενή θέση της αρχιεπισκοπής του Παλέρμο απέτρεψε τη στέψη. Ο Κάρολος Α΄ πολιορκούσε ακόμη τη Μεσσήνη, όταν οι δυνάμεις του Πέτρου Γ΄ τον συνάντησαν για πρώτη φορά. Ο Κάρολος Α΄ αναγκάστηκε να εκκενώσει το νησί μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου και έκτοτε περιορίστηκε στην ηπειρωτική χώρα. Στη συνέχεια, ο πάπας αφόρισε τον βασιλιά της Αραγονίας και του στέρησε το βασίλειό του (18 Νοεμβρίου).

Ο Πέτρος Γ΄ προχώρησε το πλεονέκτημά του και μέχρι τον Φεβρουάριο του 1283 είχε καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της ακτογραμμής της Καλαβρίας. Ο Κάρολος Α΄, ίσως νιώθοντας απελπισμένος, έστειλε επιστολές στον Πέτρο Γ΄ απαιτώντας να επιλύσουν τη σύγκρουση με προσωπική μάχη. Ο εισβολέας δέχτηκε και ο Κάρολος Α΄ επέστρεψε στη Γαλλία, για να κανονίσει τη μονομαχία. Και οι δύο βασιλείς επέλεξαν έξι ιππότες, για να διευθετήσουν θέματα τόπων και ημερομηνιών. Μια μονομαχία ήταν προγραμματισμένη για την 1η Ιουνίου στο Μπορντό. Εκατό ιππότες θα συνόδευαν κάθε πλευρά και ο Εδουάρδος Α' της Αγγλίας θα έκρινε τον αγώνα. Ο Άγγλος βασιλιάς, υπακούοντας τον πάπα, αρνήθηκε να λάβει μέρος. [3] Ο Πέτρος Γ΄ άφησε τον Ιωάννη της Προκίδας επικεφαλής της Σικελίας και επέστρεψε μέσω του δικού του βασιλείου στο Μπορντό, στο οποίο μπήκε μεταμφιεσμένος, για να αποφύγει μια ύποπτη γαλλική ενέδρα. Περιττό να πούμε, ότι δεν έγινε ποτέ μάχη και ο Πέτρος Γ΄ επέστρεψε σε μια πολύ ταραγμένη Ισπανία.

Ενώ ο Πέτρος Γ΄ και ο Κάρολος Α΄ επιδίωκαν τη λύση με μονομαχία στη Γαλλία, ο Καταλανός ναύαρχος Ροζέρ ντε Λούρια (Ρουρζιέρο ντι Λαούρια) συνέχισε τον πόλεμο στην Ιταλία για λογαριασμό του Πέτρου Γ΄. Είχε λεηλατήσει τις ακτές της Καλαβρίας και διατηρούσε ισχυρή ναυτική παρουσία. Ο Κάρολος Α΄ έφυγε από το Μπορντό για την Προβηγκία και εκεί έστειλε ένα στόλο για τη Νάπολη (πρωτεύουσά του στην Ιταλία εκείνη την εποχή και για τους επόμενους της δυναστείας του). Ο Ροζέρ κατέλαβε τη Μάλτα και νίκησε τον στόλο των Ανζού-Προβηγκιανών κοντά στα νησιά στη μάχη της Μάλτας. Στη συνέχεια, ο Ροζέρ τράβηξε τον Κάρολο (Β΄) τον Χωλό, πρίγκιπα του Σαλέρνο, γιο και διάδοχο του Ναπολιτάνου βασιλιά, έξω από το λιμάνι της Νάπολης. Ο Ροζέρ τον κατατρόπωσε τελείως στην ανοιχτή θάλασσα, καταστρέφοντας ολόκληρο το ναυτικό των Καπετιδών-Ανζού στη μάχη του Κόλπου της Νάπολης. Ο Ροζέρ πήρε αιχμάλωτο τον πρίγκιπα και 42 πλοία στη Μεσσήνη. Ο Κάρολος Α΄ ο πρεσβύτερος έφτασε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, αλλά απεβίωσε αμέσως μετά το 1285 και ο πόλεμος στην Ιταλία αναβλήθηκε λόγω της έλλειψης ηγεσίας και από τις δύο πλευρές: ο διάδοχος του Καρόλου Α΄ ήταν αλυσοδεμένος και ο Πέτρος Γ΄ αντιμετώπιζε μια νέα απειλή, τη Σταυροφορία της Αραγονίας. [4]

Σταυροφορία της Αραγονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1284, ο γαλλόφιλος πάπας Μαρτίνος παραχώρησε το βασίλειο της Αραγονίας στον Κάρολο, κόμη του Βαλουά, αδελφό του Γάλλου βασιλιά και μικρανιψιό του Καρόλου Α΄ της Σικελίας (ως εγγονό του Λουδοβίκου Θ΄, αδελφού του Καρόλου Α΄ της Σικελίας). Δόθηκε παπική κύρωση σε έναν πόλεμο —"σταυροφορία"— τον οποίο ο ιστορικός Χ. Τζ. Τσέυτορ περιγράφει ως «ίσως το πιο άδικο, περιττό και καταστροφικό εγχείρημα που ανέλαβε ποτέ η καπετιδική μοναρχία». [4] Ενώ ο Ροζέρ ντε Λούρια εξακολουθούσε να εδραιώνει τα κέρδη του Πέτρου Γ΄ στη Σικελία και την Καλαβρία, ο ίδιος ο Πέτρος Γ΄ είχε εισέλθει κρυφά στη Γαλλία,, για να μονομαχήσει με τον Κάρολο Α΄, αλλά αποτυγχάνοντας, επέστρεψε στις Ιβηρικές περιοχές του, ενώ ο Κάρολος Α΄ ξαναμπήκε στην Ιταλία, όπου απεβίωσε.

Ο Πέτρος Γ΄ αντιμετώπιζε εγχώριες αναταραχές, την εποχή που οι Γάλλοι ετοιμάζοντο να εισβάλουν. Πήρε τον Αλβαραθίν από τον επαναστάτη ευγενή Χουάν Νούνιεθ Α΄ δε Λάρα, ανανέωσε τη συμμαχία με τον Σάντσο Δ΄ της Καστίλλης και επιτέθηκε στην Tουδέλα σε μια προσπάθεια να αποτρέψει τον Φίλιππο βασιλιά της Ναβάρρας (μετέπειτα Δ΄ της Γαλλίας), ο οποίος ήταν γιος του Γάλλου βασιλιά, Φιλίππου Γ΄ του Τολμηρού, από την εισβολή σε αυτό το μέτωπο.

Το 1283, ο αδελφός του Πέτρου Γ΄, ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ της Μαγιόρκας, ενώθηκε με τους Γάλλους και αναγνώρισε την επικυριαρχία τους στο Μονπελιέ δίνοντάς τους ελεύθερη διέλευση από τις Βαλεαρίδες Νήσους και το Ρουσιγιόν. Ο Ιάκωβος Β΄ της Μαγιόρκας είχε επίσης κληρονομήσει την κομητεία του Ρουσιγιόν και έτσι βρισκόταν ανάμεσα στις κυριαρχίες των Γάλλων και Αραγωνέζων μοναρχών. Ο Πέτρος Γ΄ είχε αντιταχθεί στην κληρονομιά του Ιακώβου Β΄ ως νεότερου γιου και τώρα καρπώθηκε τις συνέπειες μιας τέτοιας αντιπαλότητας στη σταυροφορία. Το 1284, οι πρώτοι Γαλλικοί στρατοί υπό τον βασιλιά Φίλιππο Γ΄ και τον Κάρολο κόμη του Βαλουά εισήλθαν στο Ρουσιγιόν. Περιλάμβαναν 16.000 ιππείς, 17.000 βαλλιστροφόρους και 100.000 πεζούς, μαζί με 100 πλοία στα λιμάνια της Νότιας Γαλλίας. [5] Αν και οι Γάλλοι είχαν την υποστήριξη του Ιακώβου Β΄, ο τοπικός πληθυσμός ξεσηκώθηκε εναντίον τους. Η πόλη Έλνε υπερασπιζόταν γενναία από τον λεγόμενο νόθο του Ρουσιγιόν (bâtard de Roussillon), νόθο γιο του Nούνιο Σάντσεθ, όψιμου κόμη του Ρουσιγιόν (1212 – 1242). Τελικά νικήθηκε και ο καθεδρικός ναός κάηκε, μετά το οποίο οι βασιλικές δυνάμεις συνέχισαν την προέλασή τους.

Το 1285 ο Φίλιππος Γ΄ περιχαρακώθηκε μπροστά στη Χιρόνα, σε μια προσπάθεια να την πολιορκήσει. Παρά τη σθεναρή αντίσταση, η πόλη καταλήφθηκε. Ο Κάρολος κόμης του Βαλουά στέφθηκε εκεί, αλλά χωρίς πραγματικό στέμμα. Οι Γάλλοι γνώρισαν σύντομα μια ανατροπή, ωστόσο, στα χέρια του Ροτζέρ ντε Λούρια, πίσω από το ιταλικό θέατρο της παρατεταμένης σύγκρουσης. Ο Γαλλικός στόλος ηττήθηκε και καταστράφηκε στη μάχη του Λε Φορμίγκ. Περαιτέρω, το Γαλλικό στρατόπεδο επλήγη σκληρά από μια επιδημία δυσεντερίας, και ο ίδιος ο Φίλιππος Γ΄ προσβλήθηκε. Ο διάδοχος του Γαλλικού θρόνου, ο βασιλιάς της Ναβάρρας, άνοιξε διαπραγματεύσεις με τον Πέτρο Γ΄ για δωρεάν διέλευση της βασιλικής οικογένειας από τα Πυρηναία. Αλλά στα στρατεύματα δεν προσφέρθηκε τέτοιο πέρασμα και καταστράφηκαν στη μάχη του Κολ ντε Πανισάρ. Ο ίδιος ο βασιλιάς της Γαλλίας απεβίωσε στο Περπινιάν, την πρωτεύουσα του Ιακώβου Β΄ της Μαγιόρκας -ο οποίος είχε τραπεί σε φυγή μετά την αντιμετώπισή του από τον Πέτρο Γ΄- και θάφτηκε στη Ναρμπόν.

Ο Πέτρος Γ΄ απεβίωσε στις 2 Νοεμβρίου 1285, την ίδια χρονιά με τους δύο βασιλικούς του εχθρούς, τον Κάρολο Α΄ και τον Φίλιππο Γ΄. Η συγχώρηση αμαρτιών έγινε στην επιθανάτιο κλίνη, αφού δήλωσε ότι οι κατακτήσεις του ήταν στο όνομα των οικογενειακών του αξιώσεων και ποτέ ενάντια στις αξιώσεις της Εκκλησίας. Μετά από μερικά ακόμη χρόνια γενικού πολέμου, που σημαδεύτηκε από τη μάχη των κομήτων στις 23 Ιουνίου 1287, όπου οι Καπετίδες-Ανζού ηττήθηκαν κοντά στη Νάπολη, η συνθήκη του Tαρασκόν του 1291 επανέφερε επίσημα την Αραγονία στον κληρονόμο της, Aλφόνσο Γ΄ (γιο του Πέτρου Γ΄), και ήρθη η απαγόρευση από την Εκκλησία.

Σικελία εναντίον Νάπολης και Αραγονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη Συνθήκη του Ταρασκόν ο πόλεμος με την Αραγονία τελείωσε, αλλά είχε μικρή επίδραση, καθώς απεβίωσε ο Αλφόνσος Γ΄ μέσα σε λίγους μήνες. Ο αδελφός του Αλφόνσου Γ΄, Ιάκωβος Α΄ της Σικελίας, κληρονόμησε την Αραγωνία, ως Ιάκωβος Β΄, και ένωσε τα δύο βασίλεια. Το 1295 ο Ιάκωβος Β΄ υπέγραψε τη Συνθήκη του Aνάνι, με την οποία παρέδωσε τη Σικελία στον παπισμό, με τον πάπα Βονιφάτιο Η΄ να την παραχωρεί στον Κάρολο Β΄. Ωστόσο, ο τρίτος γιος του Πέτρου Γ΄, ο Φρειδερίκος Β΄ της Σικελίας αρνήθηκε να παραδώσει το νησί στους Καπετίδες-Ανζού, προκαλώντας νέα σταυροφορία κατά του Φρειδερίκου Β΄ και της Αραγωνικής Σικελίας. [6]

Η συνθήκη, ωστόσο, υποχρέωσε τον Ιάκωβο Β΄ της Αραγωνίας να μπει στον πόλεμο βοηθώντας τον Κάρολο Β΄ και έστειλε τον στόλο του από την Καταλονία, για να παρενοχλήσει τις ακτές του αδελφού του. Ο Φρειδερίκος Β΄ πέρασε γρήγορα στην επίθεση και εισέβαλε στην Καλαβρία το 1296. Κατέλαβε πολλές πόλεις, ενθάρρυνε την εξέγερση στη Νάπολη, διαπραγματεύτηκε με τους Γιβελλίνους της Τοσκάνης και της Λομβαρδίας και βοήθησε τον οίκο των Κολόνα ενάντια στον πάπα.

Ο Ιάκωβος Β΄ της Αραγωνίας ήταν πολύ σοβαρός για την εκπλήρωση της υποχρέωσής του από τη συνθήκη του 1295 και την επιβολή μιας ειρήνης. Σε αυτό είχε την υποστήριξη του Ιωάννη της Προκίδας και του Ροζέρ ντε Λούρια, των ικανότερων ανδρών του πατέρα του. Στις 4 Ιουλίου 1299 ο ίδιος ο Ιάκωβος Β΄ της Αραγωνίας οδήγησε τον στόλο του με τον Ρότζερ ντε Λούρια και νίκησε τον μικρότερο αδελφό του στη μάχη του Ακρωτηρίου Ορλάντο. Εν τω μεταξύ, οι γιοι του Καρόλου Β΄, ο Ροβέρτος (που είχε νυμφευτεί την κόρη του Ιακώβου Β΄ της Μαγιόρκας) και ο Φίλιππος, είχαν αποβιβαστεί στη Σικελία και κατέλαβαν την Κατάνια. Ο Φίλιππος κινήθηκε για να πολιορκήσει το Τράπανι, αλλά νικήθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τον Φρειδερίκο Β΄ στη μάχη της Φαλκονάρια. Ο Φρειδερίκος Β΄ πολλαπλασίασε τις επιτυχίες του στην Καλαβρία. Στις 14 Ιουνίου 1300, ο Ροζέρ ντε Λούρια νίκησε ξανά τους Σικελούς στη μάχη της Πόνζα. Ο ίδιος ο Φρειδερίκος Β΄ αιχμαλωτίστηκε στη μάχη.

Το 1302 ο Κάρολος κόμης του Βαλουά (σύζυγος της Μαργαρίτας, κόρης του Καρόλου Β΄) κατέβηκε στην Ιταλία κατόπιν εντολής του πάπα Βονιφάτιου Η΄. Αποβιβάστηκε στη Σικελία, αλλά ο στρατός του καταστράφηκε από την πανώλη και αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη. Στις 19 Αυγούστου, υπογράφηκε η ειρήνη της Καλταμπελότα και ο Φρειδερίκος Β΄ αναγνωρίστηκε ως βασιλιάς της Σικελίας (νήσου), με τον τίτλο του βασιλιά της Τρινακρίας. Ο Κάρολος αναγνωρίστηκε ως βασιλιάς της χερσονήσου, με τον τίτλο του βασιλιά της Σικελίας, που συνήθως αποδίδεται από τους ιστορικούς ως «βασιλιάς της Νάπολης», γιατί αυτή ήταν η πρωτεύουσά του. Τον Μάιο του 1303, ο πάπας επικύρωσε τη συνθήκη και ο Φρειδερίκος Β΄ του απέτεισε φόρο υποτέλειας. Ο γάμος κανονίστηκε μεταξύ του Φρειδερίκου Β΄ και της κόρης του Καρόλου Β΄, Ελεονόρας των Καπετιδών-Ανζού.

Στον λαϊκό πολιτισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το Γαλλικό έργο του 1838 Λε βεπρ σισιλιέν γράφτηκε από τον Εζέν Σκριμπ και τον Σαρλ Ντυβεριέ. Το 1855 ο Τζιουζέπε Βέρντι το μελοποίησε ως όπερα I βεσπέρι σισιλιάνι. Το 1949 κυκλοφόρησε η ιταλική ταινία Σικελική Εξέγερση, σε σκηνοθεσία Τζόρτζιο Παστίνα.
  • Μια δημοφιλής θεωρία υποστηρίζει, ότι η Μαφία ξεκίνησε με τον Σικελικό Εσπερινό και είναι συντομογραφία του "Morte Alla Francia Italia Anelia!" ("Θάνατος στους Γάλλους" είναι η κραυγή της Ιταλίας). [7] Ωστόσο, αυτό είναι πολύ απίθανο, καθώς οι Σικελοί δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ιταλούς τον 13ο αι. Η πρώτη αναφορά στον όρο Μαφία χρονολογείται από το 1862. [7]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. de Salas, F.J. (1864). Marina Española de la edad media: Bosquejo histórico de sus principales sucesos en relacion con la historia de las coronas de Aragon y de Castilla por F. Javier de Salas. Marina Española de la edad media: Bosquejo histórico de sus principales sucesos en relacion con la historia de las coronas de Aragon y de Castilla por F. Javier de Salas (στα Ισπανικά). Tip. de T. Fortanet. σελ. 537. Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2021. 
  2. Chaytor, H. J. A History of Aragon and Catalonia . 1933. Chapter 7, pp. 102-3.
  3. Chaytor, p 104.
  4. 4,0 4,1 Chaytor, p. 105.
  5. Chaytor, p 106.
  6. Tyerman 2019, σελ. 353.
  7. 7,0 7,1 «History of the Mafia». World History. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωταρχικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Rebellamentu di Sichilia, ένα φυλλάδιο της Σικελίας του 1290, είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο σε τρεις εκδόσεις:

Το Vinuta di lu re Iapicu στην Κατάνια, μια άλλη ιστορία της Σικελίας, από τον Atanasiu di Iaci, είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο:

Δευτερεύουσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]