Πόλεμος της Ιβηρικής Χερσονήσου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ηπειρωτικός Πόλεμος
El Tres de Mayo, by Francisco de Goya, from Prado thin black margin.jpg
Η 3η Μαΐου 1808 (Γκόγια)
Χρονολογία 2 Μαΐου 1808 - 17 Απριλίου 1814
Τόπος Ιβηρική Χερσόνησος
Έκβαση Συμμαχική Νίκη
Συνθήκη των Παρισίων
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Flag of the United Kingdom.svg Άρθουρ Ουέλσλι, δούκας του Ουέλινγκτον

Ο Πόλεμος της Ιβηρικής ή Πόλεμος της Χερσονήσου ή Ηπειρωτικός Πόλεμος ήταν η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ του Βασιλείου της Γαλλίας και των συμμαχικών δυνάμεων της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, και της Πορτογαλίας, για τον έλεγχο της Ιβηρικής Χερσονήσου κατά τη διάρκεια των Nαπολεόντειων Πολέμων. Ο πόλεμος ξέσπασε μόλις η Γαλλία και η Ισπανία κατέλαβαν την Πορτογαλία το 1807, και κλιμακώθηκε το 1808 όταν η Γαλλία στράφηκε ενάντια στην πρώην σύμμαχό της, Ισπανία. Η πολεμική αυτή σύρραξη διήρκεσε έως την ήττα του Ναπολέοντα το 1814 στον Πόλεμο του Έκτου Συνασπισμού, και θεωρείται ως ένας από τους πρώτους πολέμους εθνικής ανεξαρτησίας, σημαντικός για τη μελλοντική ανάδυση μακροχρόνιων ανταρτικών δράσεων, την τακτική και το στρατηγικό σχεδιασμό αυτών.

Υπόβαθρο των γεγονότων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση με την Πορτογαλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Συνθήκες του Τιλσίτ, που συμφωνήθηκαν στις διαπραγματεύσεις μεταξύ του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄ της Ρωσίας και του αυτοκράτορα της Γαλλίας, Ναπολέοντα Α΄, ολοκλήρωσαν τον Πόλεμο του Τέταρτου Συνασπισμού. Με την Πρωσία διαλυμένη, και τη Ρωσία σύμμαχο πλέον της Γαλλίας, ο Ναπολέων εξέφρασε την ενόχλησή του για το γεγονός ότι το Βασίλειο της Πορτογαλίας είχε τις πύλες του ανοιχτές στο εμπόριο με τη Μεγάλη Βρετανία. Τα προσχήματα ήταν πολλά: Η Πορτογαλία ήταν η παλαιότερη σύμμαχος της Βρετανίας στην Ευρώπη, νέες προοπτικές και ευκαιρίες ανοίγονταν στο μεταξύ τους εμπόριο λόγω της Βραζιλίας, αποικίας των Πορτογάλων, το Βασιλικό Ναυτικό της Βρετανίας χρησιμοποιούσε το λιμάνι της Λισσαβώνας στις επιχειρήσεις του κατά της Γαλλίας, ενώ επίσης ο Ναπολέων επιθυμούσε να μην επιτρέψει τη χρησιμοποίηση του πορτογαλικού πολεμικού στόλου από τη Βρετανία. Επιπλέον, ο Πρίγκιπας Ιωάννης της Μπραγκάντσα, αντιβασιλέας της Πορτογαλίας, ασκών την εξουσία στη θέση της φρενοβλαβούς μητέρας του, βασίλισσας Μαρίας Α΄, είχε αρνηθεί να συνδράμει τον Ναπολέοντα κατά την εφαρμογή του συστήματος του Ηπειρωτικού Αποκλεισμού που στρεφόταν κατά του βρετανικού εμπορίου.

Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ραγδαίως. Ο γάλλος αυτοκράτορας απέστειλε διαταγή στις 19 Ιουλίου 1807 στον υπουργό του των Εξωτερικών, Ταλλεϋράνδο, να κηρύξει τον πόλεμο στη Μεγάλη Βρετανία, να κλείσει τα λιμάνια στα βρετανικά πλοία, να περιορίσει τους Βρετανούς πολίτες που βρίσκονταν σε έδαφος που ήλεγχαν οι Γάλλοι, και να κατάσχει τα αγαθά τους. Μετά από μερικές ημέρες δε, μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη άρχισε να συγκεντρώνεται στην πόλη Μπαγιόν στη νοτιοδυτική Γαλλία. Εντωμεταξύ, η πορτογαλική κυβέρνηση υιοθετούσε όλο και πιο άκαμπτη στάση, ενημερώνοντας λίγο αργότερα τον Ναπολέοντα ότι η Πορτογαλία δεν θα προχωρούσε πέρα από τις αρχικές της συμφωνίες του παρελθόντος, δίδοντας έτσι στον γάλλο αυτοκράτορα το τελικό πρόσχημα που επιζητούσε. Την ίδια στιγμή, το γαλλικό 1ο Σώμα Στρατού Eπιτήρησης της Γιρόνδης, υπό τον στρατηγό Ζαν-Αντός Ζυνό, ετοιμαζόταν να βαδίσει κατά της πρωτεύουσας της Πορτογαλίας, Λισσαβώνας. Μετά την απάντηση των Πορτογάλων, ο Ναπολέων διέταξε το στρατιωτικό σώμα του Ζυνό να διαβεί τα γαλλοϊσπανικά σύνορα, καθοδόν για την Πορτογαλία.

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, μόλις είχε υπογραφεί η μυστική Συνθήκη του Φονταινεμπλώ μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας. Το κείμενο της συνθήκης είχε σχεδιαστεί από τον αυλικό στρατάρχη του Ναπολέοντα, Ζερώ Ντυρόκ, και τον Εουχένιο Ιθκιέρδο, αντιπρόσωπο του Μανουέλ ντε Γοδόι, πρωθυπουργού της Ισπανίας. Η συνθήκη αυτή προέβλεπε τον τεμαχισμό της Πορτογαλίας σε τρεις πολιτικές οντότητες. Το βόρειο τμήμα της με την πόλη Οπόρτο ως κέντρο θα αποτελούσε το Βασίλειο της Βόρειας Λυσιτανίας, υπό τον Κάρολο Λουδοβίκο της Ετρουρίας. Το νότιο τμήμα, ως Πριγκιπάτο του Αλγκάρβε, θα ήταν υπό τη διοίκηση του Μανουέλ ντε Γοδόι. Το κέντρο της χώρας, με κέντρο τη Λισσαβώνα, θα διοικείτο από τους Γάλλους. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Φονταινεμπλώ, η δύναμη εισβολής του στρατηγού Ζυνό θα υποστηριζόταν και από ισπανικές δυνάμεις, συνολικής δύναμης 25.000 αντρών, διαιρεμένων σε τρεις φάλαγγες. Ειδικότερα ως προς τις ισπανικές δυνάμεις, στο βορρά ο στρατηγός Ταράνκο με 6.500 άνδρες διατάχθηκε να προελάσει από την ισπανική πόλη Βίγο στο Οπόρτο και να το καταλάβει. Ο στρατηγός Σολάνο διατάχθηκε με τη σειρά του να βαδίσει με 9.500 άνδρες από τη συνοριακή ισπανική πόλη Μπανταχόθ και να καταλάβει τη συνοριακή πορτογαλική πόλη Έλβας με το εκεί ευρισκόμενο οχυρό, ενώ ο στρατηγός Καράφφα διατάχθηκε να συγκεντρώσει τους 9.500 άνδρες του στη Σαλαμάνκα και τη δυτικότερα αυτής ευρισκόμενη μικρή πόλη Θιουδάδ Ροδρίγο, προκειμένου να συνεργαστεί με την κύρια γαλλική δύναμη του στρατηγού Ζυνό.

Στις 12 Οκτωβρίου 1805, το σώμα του Ζυνό άρχισε να διασχίζει τον ποταμό Μπιδασόα στο ύψος της πόλης Ιρούν στο βασκικό βορρά, εισερχόμενο από τη Γαλλία στην Ισπανία. Ο στρατηγός Ζυνό επιλέχθηκε απότον Ναπολέοντα διότι είχε υπηρετήσει ως πρέσβης της Γαλλίας στην Πορτογαλία το 1805 και ήξερε πρόσωπα και καταστάσεις. Επίσης, ήταν γνωστός ως ικανός μαχητής και δραστήριος αξιωματικός, παρόλο που δεν είχε ποτέ ασκήσει καθήκοντα ανεξάρτητης διοίκησης.

Η κατάσταση στην Ισπανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα 1800, το Βασίλειο της Ισπανίας βρισκόταν σε κατάσταση κοινωνικής αναταραχής. Οι κάτοικοι των πόλεων καθώς και οι χωρικοί σε ολόκληρη τη χώρα, που είχαν αναγκαστεί να επανενταφιάσουν αποθανόντα μέλη των οικογενειών τους σε νέα δημοτικά κοιμητήρια, πήραν πίσω τα λείψανα των νεκρών τη νύχτα και προσπάθησαν να τα ενταφιάσουν στα αρχικά σημεία ταφής τους. Στην πρωτεύουσα Μαδρίτη, η αυξανόμενη γαλλοφιλία της βασιλικής αυλής είχε προκαλέσει την αντίδραση των μάχος, που τους αποτελούσαν άτομα των κατώτερων τάξεων της ισπανικής κοινωνίας, κυρίως καταστηματάρχες, τεχνίτες, ξενοδόχοι, ταβερνιάρηδες και εργάτες, ντυμένοι σε παραδοσιακό στυλ, που αντλούσαν ευχαρίστηση από τους καυγάδες με δανδήδες.

Η Ισπανία ήταν σύμμαχος της Α΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα. Παρόλα αυτά, μετά την ήττα των Γάλλων στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ τον Οκτώβριο του 1805, η ισπανική αυλή θεωρούσε ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος συμμαχίας με τη Γαλλία. Ο πρωθυπουργός Μανουέλ ντε Γοδόι, ευνοούμενος του ισπανού βασιλιά, Καρόλου Δ΄, άρχισε να αναζητά τρόπους διαφυγής από τη συμμαχία με τη Γαλλία. Στο ξεκίνημα του Πολέμου του Δ΄ Συνασπισμού, που έθεσε ως κύριο αντίπαλο της Γαλλίας το Βασίλειο της Πρωσίας, ο Γοδόι εξέδωσε μια διακήρυξη που προφανώς αφορούσε και υπονοούσε τη Γαλλία, παρόλο που δεν καθοριζόταν σε αυτή κάποιος συγκεκριμένος εχθρός.

Μετά την αποφασιστική όμως νίκη των Γάλλων στη μάχη της Ιένας-Άουερστετ, ο Γοδόι άμεσα απέσυρε τη διακήρυξή του. Παρόλα αυτά ήταν αργά για να αποτραπούν οι υποψίες του Ναπολέοντα ως προς τη διαγωγή της συμμάχου Ισπανίας. Από εκείνη τη στιγμή ο Ναπολέων άρχισε να σχεδιάζει τον τρόπο αντιμετώπισης της ασταθούς συμμάχου του σε κάποια στιγμή στο μέλλον. Εντωμεταξύ, σκοπεύοντας αρχικώς να χρησιμοποιήσει όσο μπορούσε την Ισπανία προτού θέσει σε εφαρμογή τα τελικά του σχέδια γι' αυτή, ασκώντας πίεση ανάγκασε τον Γοδόι και τον Κάρολο Δ΄ να διαθέσουν μια ισπανική μεραρχία εκτός της χώρας, προς βοήθεια των Γάλλων στη Βόρεια Ευρώπη. Η "Μεραρχία του Βορρά", όπως έγινε γνωστή, πέρασε το χειμώνα του 1807-1808 στη Σουηδική Πομερανία, το Μεκλεμβούργο και πόλεις της παλαιάς Χανσεατικής Λίγκας, και στις αρχές του 1808 προήλασε στη Δανία.

Εισβολή στην Πορτογαλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανήσυχος ότι η Βρετανία θα επέμβει στην Πορτογαλία ή ότι οι Πορτογάλοι θα αντιστέκονταν, ο Ναπολένω αποφάσισε να επισπεύσει με το χρονοδιάγραμμα της επικείμενης εισβολής στη χώρα, διατάσσοντας τον στρατηγό Ζυνό να κινηθεί με το στρατό του δυτικά της πόλης Αλκάνταρα κατά μήκος της κοιλάδας του ποταμού Τάγου και να εισβάλλει στην Πορτογαλία, μια απόσταση 193 χλμ. Στις 19 Νοεμβρίου 1807, ο Ζυνό ξεκίνησε για τη Λισσαβώνα. Όσο άσχημοι ήταν οι δρόμοι από τη μεριά της Ισπανίας, τόσο πιο άσχημοι ακόμα ήταν στη μεριά της Πορτογαλίας, όντας απλώς ένα μονοπάτι διαμέσου μιας βραχώδους ερημικής περιοχής.

Εκτός της συνεχούς βροχόπτωσης, τη στιγμή της άφιξης του γαλλικού σώματος στην πόλη Αμπράντες που βρίσκεται στο κέντρο της Πορτογαλίας, τα μόνα κανόνια που μπορούσαν να ακολουθήσουν το ρυθμό προέλασης του στρατεύματος ήταν μόλις τέσσερα ισπανικά στοιχεία έφιππου πυροβολικού, ενώ οι μισοί σχεδόν στρατιώτες περιπλανώνταν ή διενεργούσαν λεηλασίες. Ο Ζυνό οργάνωσε τέσσερα τάγματα από τους καλύτερους άνδρες του και ξεκίνησε για τη Λισσαβώνα, που απείχε ακόμα 121 χλμ. Χωρίς ένα απλό κανόνι και καθόλου ιππικό, 1.500 γάλλοι στρατιώτες έφτασαν και κατέλαβαν τη Λισσαβώνα στις 30 Νοεμβρίου 1807.

Παρόλο που ο αντιβασιλιάς της Πορτογαλίας, πρίγκιπας Ιωάννης, είχε επιχειρήσει παλαιότερα να εξευμενίσει τον Ναπολέοντα, ποτέ δεν διέκοψε τους δεσμούς του με τους Βρετανούς. Καθώς ο στρατός του Ζυνό πλησίαζε όλο και πιο κοντά στην πόλη, ο Ιωάννης αμφιταλαντεύθηκε μεταξύ της πλήρους υποταγής και της καταφυγής στη Βραζιλία, αποικίας τότε της Πορτογαλίας. Τελικώς, στο φύλλο της 13ης Οκτωβρίου 1807 της εφημερίδας του Παρισιού, "Παρατηρητής" (που είχε εξελιχθεί σε όργανο προπαγάνδας του Ναπολέοντα εκείνη την περίοδο), ανακοινώθηκε η απομάκρυνση του Οίκου των Μπραγκάντσα από τον πορτογαλικό θρόνο. Στο άκουσμα αυτής της είδησης, ο πρίγκιπας Ιωάννης αποφάσισε να διαφύγει και αφού φόρτωσε την οικογένειά του, τους αυλικούς του, κρατικά αρχεία και τον κρατικό θησαυρό σε πλοία, ξεκίνησε, μαζί με πολλούς άλλους ευγενείς, εμπόρους κ.α. για τη Βραζιλία. Με 15 πολεμικά και περισσότερα από 20 μεταγωγικά πλοία, ο στόλος των προσφύγων εγκατέλειψε την Πορτογαλία στις 29 Νοεμβρίου. Ο απόπλους υπήρξε τόσο βιαστικός, επεισοδιακός και χαοτικός, που 14 κάρα γεμάτα θησαυρούς ξεχάστηκαν και εγκαταλείφθηκαν στις αποβάθρες.

Χρειάστηκαν δέκα μέρες μέχρι να καταφτάσει στη Λισσαβώνα το σύνολο του πεζικού του Ζυνό, και ακόμα περισσότερες για το πυροβολικό του, με τα φυσίγγια των στρατιωτών βρεγμένα και τις στολές τους κουρέλια. Μία από τις πρώτες ενέργειες του Ζυνό ήταν η κατάσχεση της περιουσίας εκείνων που είχαν διαφύγει στη Βραζιλία, ενώ επιβλήθηκε στον πληθυσμό και η καταβολή αποζημίωσης 100.000.000 φράγκων για τις γαλλικές χρηματικές απώλειες από τη διαφυγή τόσου πλούτου στη Βραζιλία. Ο πορτογαλικός στρατός οργανώθηκε από τους Γάλλους στη λεγόμενη "Πορτογαλική Λεγεώνα", και εστάλη στη βόρεια Γερμανία να ασκήσει καθήκοντα τοπικών φρουρών. Ο Ζυνό κατέβαλε κάθε προσπάθεια να ηρεμήσει την κατάσταση προσπαθώντας να διατηρήσει τα στρατεύματά του υπό έλεγχο. Ενώ οι πορτογαλικές πολιτικές αρχές ήταν γενικώς εθελόδουλες απέναντι στις δυνάμεις κατοχής, ο απλός κόσμος ήταν εξαγριωμένος. Παρόλα αυτά, η επιβολή βαριάς φορολογίας προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη δυσαρέσκεια στον γενικό πληθυσμό. Από τον Ιανουάριο του 1808 ξεκίνησαν και οι εκτελέσεις ατόμων που αντιστέκονταν στις γαλλικές απαιτήσεις. Η κατάσταση ήταν επικίνδυνη, αλλά θα χρειαζόταν ένα εξωτερικό ερέθισμα για να μεταβληθεί η υφιστάμενη αναταραχή σε γενικευμένη ανταρσία.

Eξεγέρσεις στην Ιβηρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα Μαρτίου 1808, με τη λεγόμενη Ανταρσία της Αρανχουέθ (17–19 Μαρτίου 1808), ο Γοδόι καθαιρέθηκε από πρωθυπουργός και ο Φερδινάνδος Ζ΄ ανέβηκε στο θρόνο της Ισπανίας μετά την ανατροπή του Καρόλου Δ΄. Μετά την επικράτηση της εξέγερσης, οι επιθέσεις στους οπαδούς του Γοδόι (γοδογίστας) ήταν συχνές, ενώ αναπτερώθηκαν οι ελπίδες του ισπανικού λαού για καλύτερες μέρες. Οι Γάλλοι όμως δεν αναγνώρισαν το νέο καθεστώς.

Η ενέργεια των Γάλλων να μην αναγνωρίσουν τον Φερδινάνδο Ζ΄ ως νόμιμο βασιλιά της Ισπανίας προκάλεσε στον ισπανικό λαό μεγάλη δυσαρέσκεια και προκάλεσε υποψίες ότι οι Γάλλοι σκόπευαν να αποκαταστήσουν τον Γοδόι στο αξίωμά του. Ο γάλλος όμως αυτοκράτορας είχε κατά νου άλλα πράγματα και εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία που παρουσιάστηκε για να επεκτείνει την κατοχή του και στην Ισπανία μετά την Πορτογαλία, την οποία άλλωστε δεν θεωρούσε και αξιόπιστη σύμμαχο. Ειδικότερα, με το πρόσχημα επίλυσης της κρίσης, προσκάλεσε τόσο τον έκπτωτο ισπανό μονάρχη Κάρολο Δ΄, όσο και τον νέο, Φερδινάνδο Ζ΄, στην πόλη Μπαγιόν για διαπραγματεύσεις. Καθώς και οι δύο φοβούνταν τη δύναμη της Γαλλίας, θεώρησαν σωστό να δεχθούν την πρόσκληση. Παρόλα αυτά, όταν έφτασαν στη Μπαγιόν, ο Ναπολέων τούς ανάγκασε να αποποιηθούν των δικαιωμάτων τους στο θρόνο της Ισπανίας, και να τον παραχωρήσουν σε αυτόν. Εφόσον πέτυχε το σκοπό του, ονόμασε στη συνέχεια τον αδελφό του Ιωσήφ Βοναπάρτη, "Βασιλέα της Ισπανίας". Το επεισόδιο αυτό έμεινε γνωστό στην ιστορία ως Οι Παραιτήσεις της Μπαγιόν. Ως αποτέλεσμα, και η Ισπανία πέρασε στην κατοχή των Γάλλων που ήλεγχαν τα πράγματα αρχικώς μέσω του λεγόμενου "Συμβουλίου της Αντιβασιλείας".

Ειδικότερα, όταν ο Φερδινάνδος Ζ΄ αποχώρησε για τη Μπαγιόν, είχε αφήσει πίσω μια δομή εξουσίας, υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του "Συμβουλίου της Αντιβασιλείας". Υπό την προεδρία πλέον του θείου του Φερδινάνδου, ινφάντε (γιος ισπανού μονάρχη) δον Αντόνιο, αυτό αποτελείτο από τους υπουργούς που είχε διορίσει ο Φερδινάνδος Ζ΄ για να προΐσταντο των υπουργείων Εξωτερικών, Πολέμου, Οικονομικών, Ναυτικού, και Δικαιοσύνης, τα οποία από τον καιρό της βασιλείας του Καρόλου Γ΄ αποτελούσαν την καρδιά της ισπανικής διοίκησης.

Συνυπάρχουσες διοικητικές αρχές με τα υπουργεία ήταν το "Συμβούλιο της Καστίλλης", το "Συμβούλιο των Ινδιών", το Ναυαρχείο, το Θησαυροφυλάκιο, τα μοναστικά (και στρατιωτικά) τάγματα και τα ιεροδικεία.

Η Ισπανία είχε διαιρεθεί σε 32 επαρχίες, καθεμιά υπό έναν αξιωματούχο του υπουργείου Οικονομικών, που ήταν γνωστός ως ιντεντιέντε, και 14 στρατιωτικές διοικήσεις, καθεμιά υπό έναν αντιβασιλέα, στρατηγό-κυβερνήτη ή στρατηγό διοικητή. Σε όλα τα υπουργεία τοποθετήθηκαν νέα πρόσωπα. Ο δούκας του Ινφαντάδο, παλαιός εχθρός του Μανουέλ ντε Γοδόι, διορίστηκε πρόεδρος του Συμβουλίου της Καστίλλης, και ο Γρεγόριο Γκαρσία δε λα Κουέστα Στρατηγός-Κυβερνήτης της Παλαιάς Καστίλλης. Παρότι όμως κάποιοι αξιωματούχοι απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους λόγω της λαϊκής οργής, συνολικά το σύστημα παρέμεινε ίδιο.

Με την έλευση του Μάη του 1808, φήμες άρχισαν να διαδίδονται ότι το "Συμβούλιο της Αντιβασιλείας" δεχόταν πιέσεις από τους Γάλλους να στείλει τα τελευταία μέλη της βασιλικής οικογένειας στη γαλλική πόλη Μπαγιόν.

Στις 2 Μαΐου, οι πολίτες της Μαδρίτης εξεγέρθηκαν εναντίον της γαλλικής κατοχής, σκοτώνοντας 150 γάλλους στρατιώτες πριν η εξέγερση κατασταλεί από την επίλεκτη γαλλική Αυτοκρατορική Φρουρά και το ιππικό των Μαμελούκων, αμφότερων υπό την ηγεσία του Ζοακίμ Μυρά, που εισέβαλε στην πόλη ποδοπατώντας στην κυριολεξία με τις ιππικές δυνάμεις του τους επαναστάτες. Την επόμενη μέρα, ο γαλλικός στρατός εκτέλεσε εκατοντάδες Μαδριλένους πολίτες ως τιμωρητική ανταπόδοση (οι εκτελέσεις αυτές αποτέλεσαν το θέμα του πίνακα του διάσημου ισπανού ζωγράφου Φρανθίσκο Γκόγια, Η 3η Μαΐου 1808). Παρόμοια αντίποινα έλαβαν χώρα και σε άλλες ισπανικές πόλεις και συνεχίστηκαν για μέρες, ενδυναμώνοντας το πνεύμα και τη διάθεση αντίστασης των ντόπιων. Ως αποτέλεσμα, νέες αυθόρμητες αιματηρές συγκρούσεις ξέσπασαν στο μεγαλύτερο μέρος της Ισπανίας.

Τοπικά οργανωμένες ανταρτικές ομάδες αγνοούσαν όλη αυτή την αναταραχή προετοιμαζόμενες σε άλλα μέρη της Ισπανίας. Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Τζέημς Εσνταίηλ (James Esdaile) οι αντάρτες επιθυμούσαν τόσο την απαλλαγή από το παλαιό καθεστώς όσο και από τις ξένες δυνάμεις. Οι αντάρτες αυτοί δεν είχαν κανένα δισταγμό να σκοτώσουν αξιωματούχους που ήταν σκεπτικιστές σχετικά με το επαναστατικό τους πρόγραμμα.

Παρόλο που η ισπανική κυβέρνηση, είχε αποδεχθεί την απόφαση του Ναπολέοντα για παραχωρήσει το θρόνο της Ισπανίας στον αδελφό του Ιωσήφ, ο ισπανικός λαός απέρριψε τα σχέδια του γάλλου αυτοκράτορα και εξέφρασε την αντίθεσή του μέσω των τοπικών δημοτικών και επαρχιακών κυβερνήσεων. Ακολουθώντας τις παραδοσιακές ισπανικές πολιτικές θεωρίες, που πρέσβευαν ότι η μοναρχία ήταν ένα συμβόλαιο ανάμεσα στο μονάρχη και το λαό, οι τοπικές κυβερνήσεις ανταποκρίθηκαν στην κρίση μετασχηματίζοντας τον εαυτό τους σε ad hoc κυβερνητικά συμβούλια (juntes στα ισπανικά, χούντες, ενικός: junta, χούντα).

Το πρώτο κύμα εξεγέρσεων, που συνέβη χωρίς να υπάρχει γνώση ότι υπήρχε σε εξέλιξη κάποια άλλη εξέγερση στη χώρα, σημειώθηκε στις πόλεις Καρταχένα και Βαλένθια στις 23 Μαΐου. Ακολούθησαν οι πόλεις Σαραγόσα (Θαραγόθα στα ισπανικά) και Μούρθια στις 24 Μαΐου, και η επαρχία των Αστουριών στις 25 Μαΐου, η οποία εκδίωξε τον γάλλο κυβερνήτη της και κήρυξε τον πόλεμο στον Ναπολέοντα. Μέσα σε βδομάδες, όλες οι ισπανικές επαρχίες ακολούθησαν, κηρύττοντας τον πόλεμο σε έναν πανίσχυρο εκείνη την εποχή Ναπολέοντα.

Στην Καρταχένα μοιράστηκαν στον κόσμο κόκκινου χρώματος κονκάρδες, παραδοσιακό σύμβολο της μοναρχίας των Βουρβώνων, η τοπική φρουρά υποστήριξε την εξέγερση, ενώ ο τοπικός κυβερνήτης και ο στρατιωτικός διοικητής συνελήφθησαν. Στη συνέχεια, εγκαθιδρύθηκε μια επαρχιακή χούντα (συμβούλιο), υπό την ηγεσία ενός διακεκριμένου ναυάρχου. Στη Σαραγόσα, όπου ο Χοσέ Παλαφόξ, ένας ταξίαρχος της επίλεκτης Βασιλικής Φρουράς, κρυβόταν έξω από την πόλη, οι πράκτορες των συνωμοτών ξεσήκωσαν το πλήθος, το οποίο τον κάλεσε ως αρχηγό του. Ο τοπικός κυβερνήτης φυλακίστηκε, ενώ ο Παλαφόξ ορίσθηκε ντε φάκτο κυβερνήτης της Σαραγόσας, καθώς και της Αραγωνίας.

Ο Παλαφόξ δεν έχασε χρόνο, και χωρίς να κηρύξει τον πόλεμο στον Ναπολέοντα, μαζί με το μεγαλύτερο αδελφό του διεξήγαγαν μια σειρά επιθέσεων εναντίον των Γάλλων, οι οποίες οδήγησαν στην Α΄ Πολιορκία της Σαραγόσας (15 Ιουνίου - 14 Αυγούστου 1808). Οι περισσότερες κύριες πόλεις είχαν πλέον προσωρινές διοικήσεις ανάγκης, με εξαίρεση το Κάδιξ, όπου το δημοτικό συμβούλιο διατηρούσε την εξουσία, και τη Σαραγόσα, η οποία διοικείτο μόνο από τον Παλαφόξ. Σημειωτέον ότι οι προκύπτουσες χούντες (συμβούλια) αρνήθηκαν να προβούν σε αστική επανάσταση.

Η χειροτέρευση της στρατηγικής κατάστασης ανάγκασε τη Γαλλία να αυξήσει τις στρατιωτικές της δεσμεύσεις στη χώρα. Το Φεβρουάριο του 1808, ο Ναπολέων είχε καυχηθεί ότι 12.000 άνδρες αρκούσαν να κατακτήσουν την Ισπανία. Εντούτοις, την 1η Ιουνίου του ίδιου έτους, πάνω από 65.000 γάλλοι στρατιώτες εισήλθαν στη χώρα για να ελέγξουν την κρίση. Ο κύριος γαλλικός στρατός των 80.000 ανδρών ήλεγχε ένα στενό διάδρομο στην κεντρική Ισπανία, από την Παμπλόνα και το Σαν Σεμπαστιάν στα βόρεια, μέχρι τη Μαδρίτη και το Τολέδο στα κεντρικά της χώρας. Στην πόλη της Μαδρίτης βρισκόταν ακόμη ένας γαλλικός στρατός 30.000 ανδρών υπό τον στρατάρχη Μπον Αντριέν Ζανό ντε Μονσαί. Το σώμα στρατού του Ζαν-Αντός Ζυνό βρισκόταν απομονωμένο στην Πορτογαλία, αποκλεισμένο από 480 χλμ. εχθρικής ενδοχώρας, αλλά μέσα σε λίγες μέρες από το ξέσπασμα της εξέγερσης, ήδη γαλλικές φάλαγγες στην Παλαιά Καστίλη, τη Νέα Καστίλη, την Αραγωνία και την Καταλωνία αναζητούσαν τις δυνάμεις των ανταρτών.

O Nαπολέων ανέμενε λαϊκές εξεγέρσεις, αλλά πίστευε ότι ο Ισπανικός Στρατός είτε θα παρέμενε ουδέτερος ή θα ετίθετο υπό την ηγεσία του. Επηρεασμένος και από τις αιισόδοξες αναφορές του Μυρά, θεωρούσε ότι οι εξεγέρσεις θα έσβηναν και η Ισπανία θα γινόταν μια ειρηνική χώρα, αν ο αδελφός του διατηρούσε τον ισπανικό θρόνο και οι ταχύτατες γαλλικές φάλαγγες καταλάμβαναν και ειρήνευαν τις πόλεις της Ισπανίας. Επίσης, ο Ναπολέων δεν έτρεφε κανένα σεβασμό για τις αντίπαλες δυνάμεις των Ισπανών πολιτοφυλάκων, λόγω του αναιδούς και τραχύ χαρακτήρα των μελών τους. Επίσης, η 1η Στρατιά της Ισπανίας ήταν υποστελεχωμένη και αποτελείτο από κατώτερης ποιότητας στρατεύματα. Σύντομα, ο Πιερ Αντουάν, κόμης Ντυπόν ντε λ' Ετάν οδήγησε ένα σώμα 24.430 ανδρών νότια προς τη Σεβίλλη και το Κάδιξ. Ο στρατάρχης Ζαν-Μπαπτίστ Μπεσσιέρ κινήθηκε στην Αραγωνία και την Παλαιά Καστίλη με ένα σώμα 25.000 ανδρών, με σκοπό την κατάληψη των πόλεων Σανταντέρ και Σαραγόσα. Ο στρατάρχης Μονσαί βάδισε εναντίον της Βαλένθια με 29.350 άνδρες, και ο στρατάρχης Γκιγιώμ Φιλιμπέρ Ντυέσμ, επικεφαλής 12.710 ανδρών, εναντίον της Χιρόνα.

Η βρετανική παρέμβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέντε μέρες μετά την κήρυξη πολέμου στον Ναπολέοντα, το Γενικό Συμβούλιο των Αστουριών (Γενική Χούντα των Αστουριών) απέστειλε αντιπροσωπεία στο Λονδίνο απευθύνοντας έκκληση για βοήθεια, όπως έκαναν και άλλα συμβούλια από τη Γαλικία και τη Σεβίλλη. Παρότι δεν ζητούσε ειδικώς την αποστολή στρατευμάτων, η αποστολή ενός βρετανικού στρατού σύντομα βρέθηκε στη σκέψη της διοίκησης του Βρετανού πρωθυπουργού, Ουίλιαμ Κάβεντις-Μπέντινκ, 3ου δούκα του Πόρτλαντ. Τρεις Βρετανοί αξιωματικοί, υπό την αρχηγία ενός αντισυνταγματάρχη, έφτασαν την πόλη Χιχόν στις 27 Ιουνίου 1808 ώστε να εκτιμήσουν εκ του σύνεγγυς την κατάσταση από στρατιωτικής άποψης. Μετά τη νίκη των Ισπανών στη Μπαϊλέν, ο Βρετανός υπουργός Πολέμου και Αποικιών, υποκόμης Κάσλριφ, απέστειλε μια δεύτερη αντιπροσωπεία, αυτή τη φορά υπό τον στρατηγό σερ Τζέιμς Ληθ, που έφτασε στη Χιχόν στις 30 Αυγούστου 1808 για να διαπιστώσει πώς ο βορράς της Ισπανίας θα μπορούσε να ενισχυθεί καλύτερα ώστε να αποτρέψει τον Ναπολέοντα από το να στείλει περισσότερα στρατεύματα στην Ισπανία μέσω της βασκικής πόλης Ιρούν, και να τον απομονώσει στη Μαδρίτη ή το Μπούργος. Ο Ληθ αργότερα, τον Νοέμβριο 1808, θα ενσωματωνόταν στις δυνάμεις του Ντέιβιντ Μπαιρντ.

Τον Αύγουστο του 1808, ο Βρετανικός Στρατός, συμπεριλαμβανομένης της Βασιλικής Γερμανικής Λεγεώνας, αποβιβάστηκε στην Πορτογαλία υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου σερ Άρθουρ Ουέλσλι, και απώθησε τις γαλλικές δυνάμεις του Ανρί Φρανσουά Ντελαμπόρντ στη μάχη της Ρόλιτσα στις 17 Αυγούστου 1808, καθώς η Πορτογαλική Στρατιά Επιτήρησης υπό τον Μπερναντίμ Φρέιρε ντε Αντράντε παρακολουθούσε στενά τη γαλλική μεραρχία του Λουί Ανρί Λουαζόν. Στις 21 Αυγούστου, ο Ουέλσλι, λόρδος του Ουέλινγκτον, ο οποίος είχε στραφεί προς το στόμιο του ποταμού Μασέιρα για να προστατεύσει τις αποβιβαζόμενες ενισχύσεις, δέχθηκε επίθεση στο λόφο Βιμέιρο από τις δυνάμεις του Ζαν-Αντός Ζυνό. Η μάχη του Βιμέιρο αποτέλεσε την πρώτη περίπτωση στην οποία οι ναπολεόντειες επιθετικές τακτικές που συνδύαζαν αψιμαχίες, φάλαγγες και υποστηρικτικά πυρά πυροβολικού απέτυχαν ενάντια στο βρετανικό πεζικό και τις αμυντικές ικανότητες του Ουέλσλι.

Θεωρούμενος πολύ νεαρός ακόμα αξιωματικός για να διοικήσει τη βρετανική εκστρατευτική δύναμη στην Πορτογαλία, ο Ουέλσλι αντικαταστάθηκε αρχικώς από τον αντιστράτηγο σερ Χάρι Μπουρράρντ και αργότερα τον αντιστράτηγο σερ Χιου Νταλρύμπλ. Ο τελευταίος, με την υπό αμφισβήτηση Συμφωνία της Σίντρα τον Αύγουστο 1808, προσέφερε στον Ζυνό ευνοϊκούς όρους εκεχειρίας, που επέτρεψαν την ανεμπόδιστη εκκένωση της Πορτογαλίας από τους Γάλλους με τη συνδρομή του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού.

Οι συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πόλεμος και η επανάσταση εναντίον του Ναπολέοντα οδήγησαν σε σημαντικές για την εποχή συνταγματικές μεταρρυθμίσεις αλλά παρ'όλα αυτά ο πόλεμος οδήγησε σε οικονομικό και κοινωνικό πλήγμα την Ισπανία και την Πορτογαλία και σημάδεψε μία περίοδο κοινωνικής αναταραχής,πολιτικής αστάθειας και οικονομικής στασιμότητας.Ακραίοι εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ φιλελεύθερων και απολυταρχικών φατριών κράτησαν στην Ιβηρία μέχρι και το 1850.Οι αναταραχές και οι επαναστάσεις οδήγησαν στην ανεξαρτητοποίηση των περισσότερων ισπανικών αποικιών στην Αμερική καθώς και την ανεξαρτητοποίηση της Βραζιλίας από την Πορτογαλία.