Ντίντι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ντίντι

1958
Προσωπικές πληροφορίες
Πλήρες όνομαΒαλντίρ Περέιρα Ντίντι
Ημερ. γέννησης8 Οκτωβρίου 1928
Τόπος γέννησηςΚάμπος ντε Γκουταχάσες,Βραζιλία
Ημερ. θανάτου12 Μαΐου 2001 (72 ετών)
Τόπος θανάτουΡίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία
Ύψος1,74 μ.
ΘέσηΜέσος
Ομάδες νέων
1944Σάο Κριστοβάο
1945Ιντάστριαλ
1945Ρίο Μπράνκο
1945–1946Γκοϊτασάζ
Επαγγελματική καριέρα*
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1946Αμερικάνο
1947–1949Μαδουρέιρα32(8)
1949–1956Φλουμινένσε150(51)
1956–1959Μποταφόγκο64(40)
1959–1960Ρεάλ Μαδρίτης19(6)
1960–1962 Μποταφόγκο44(19)
1962–1964Σπόρτινγκ Κριστάλ
1964–1965 Μποταφόγκο11(1)
1965–1966Βερακρούζ29(4)
1966Σάο Πάολο ΦΚ4(0)
Εθνική ομάδα
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1952–1962 Βραζιλία68(20)
* Οι συμμετοχές και τα γκολ στις προηγούμενες ομάδες υπολογίζονται μόνο για τα εγχώρια πρωταθλήματα.
† Συμμετοχές (Γκολ).

Ο Βαλντίρ Περέιρα, πιο γνωστός ως Ντίντι (Waldyr Pereira, Didi, πορτογαλική προφορά: [dʒiˈdʒi] , 8 Οκτωβρίου 192812 Μαΐου 2001), ήταν Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής που αγωνιζόταν ως μέσος. Συμμετείχε σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα (1954, 1958 και 1962), κερδίζοντας τα δύο τελευταία και ψηφίστηκε ως καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης του 1958. Ένας από τους καλύτερους Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών,[1][2][3] ψηφίστηκε 19ος παίκτης του 20ού αιώνα στις εκλογές της IFFHS.[4]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Campos dos Goytacazes, μέσου μεγέθους πόλη στην πολιτεία του Ρίο ντε Τζανέιρο. Προέρχονταν από φτωχή οικογένεια και πουλούσε φυστίκια στο δρόμο για να τη συνδράμει. Σε ηλικία 14 ετών μετά από τραυματισμό στο δεξιό αστράγαλο προσβλήθηκε από σοβαρή λοίμωξη στο δεξί πόδι και φτάνει πολύ κοντά στον ακρωτηριασμό, αλλά καταφέρνει να γλιτώσει, παραμένοντας σε αναπηρικό καροτσάκι για έξι μήνες.[5] Όσο βρισκόταν καθηλωμένος, έμαθε να σηκώνει τη μπάλα και να τη κλοτσάει με τα τρία δάκτυλα του ποδιού του και την έστελνε στο κεφάλι. Παρατήρησε ότι η μπάλα έπαιρνε απρόσμενη πορεία, στοιχείο που διατήρησε στη συνέχεια όταν άρχισε πάλι να παίζει και τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά.[6][7] Μετέπειτα μετακόμισε στο Σάο Κριστόβαο, όπου ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην ομάδα νέων της πόλης.

Καριέρα σε συλλόγους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στην ομάδα Αμερικάνο το 1946. Μετά από δύο σεζόν στη Μαδουρέιρα (όπου αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο πολιτειακό πρωτάθλημα του 1949) στο Σάο Πάολο, έφτασε η σημαντική μεταγραφή το 1949 συμμετέχοντας στις τάξεις της Φλουμινένσε. Σε φιλικό αγώνα της ομάδας της πολιτείας του Ρίο απέναντι στην ομάδα της πολιτείας του Σάο Πάολο σημείωσε το πρώτο τέρμα του νεόκτιστου Μαρακανά στις 15 Ιουνίου 1950.[8][9] Σε επτά σεζόν με την ομάδα, κέρδισε το Πρωτάθλημα Ρίο ντε Τζανέιρο το 1951 και το Κύπελλο του Ρίο το 1952.[10]

Ήταν γρήγορος παίκτης υψηλής τεχνικής κατάρτισης, με εξαιρετική ευφυΐα στο παιχνίδι, ειδικότητα στις απευθείας εκτελέσεις φάουλ και ξεχώριζε για την ποιότητα των επιλογών του μέσα στο γήπεδο έχοντας ηγετικές ικανότητες. Το δόθηκε το προσωνύμιο "Πρίγκιπας της Αιθιοπίας".[11][12] Ξεκίνησε αγωνιζόμενος περισσότερο ως επιθετικός αλλά σταδιακά υποχώρησε σε καθαρά μεσαία θέση ως επιτελικός, διαθέτοντας τις ικανότητες να εκμεταλλέυονται οι συμπαίκτες του τον τρόπο παιχνιδιού του. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά "είναι η μπάλα που πρέπει να τρέξει, όχι ο παίκτης." Ο εγκεφαλικός τρόπος παιχνιδιού του τον ανέδειξαν σε ένα από τους κορυφαίους μέσους όλων των εποχών.[13][14] Στην ποδοσφαιρική τεχνική έμεινε ο τρόπος εκτέλεσης φάουλ με τον τίτλο folha seca (ξερό φύλλο).[10][15] Αυτή η τεχνική συνίστατο στο χτύπημα της μπάλας, με την εξωτερική πλευρά του ποδιού, προκειμένου να τροποποιηθεί η τροχιά της. Πήρε αυτό το όνομα επειδή αυτός ο τρόπος εκτέλεσης φάουλ έδινε στην μπάλα απροσδόκητο αποτέλεσμα, παρόμοιο με αυτό ενός φύλλου που πέφτει κάτω. Την τεχνική αυτή την πρωτοχρησιμοποίησε το 1956 σε αγώνα απέναντι στην Αμέρικα του Ρίο. Η κίνηση έγινε διάσημη όταν ο Ντίντι σημείωσε τέρμα σε φάουλ με αυτό τον τρόπο απέναντι στην εθνική ομάδα του Περού στα προκριματικά για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958.[16][17]

Εξωαγωνιστικοί παράγοντες οδήγησαν στην εκδίωξή του από τη Φλουμινένσε παίρνοντας μεταγραφή για τη Μποταφόγκο με ποσό ρεκόρ στη ιστορία του αθλήματος στη χώρα, όπου κέρδισε το Πρωτάθλημα Ρίο στην πρώτη του σεζόν.[14] Με την ομάδα του Ρίο αγωνίστηκε σε 313 παιχνίδια συνολικά και σημείωσε 113 τέρματα.[18] Έχοντας υποσχεθεί σε περίπτωση νίκης σε αυτό το πρωτάθλημα να περπατήσει την απόσταση μεταξύ του σπιτιού του και του σταδίου Μαρακανά (άνω των 9 χιλιομέτρων), το κάνει και συνοδεύεται από 5.000 οπαδούς και φίλους του.

Το καλοκαίρι του 1959, μετακόμισε στη γηραιά ήπειρο και τον καλύτερο συλλόγο στον κόσμο της εποχής: στη Ρεάλ Μαδρίτης του Αλφρέδο Ντι Στέφανο, ήδη τέσσερις φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης. Αυτή η μετακίνηση τον έκανε τον πρώτο μεγάλο Βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή που ήρθε στην Ευρώπη για να αγωνιστεί.[19] Παρά τη δημοσιότητά της, αυτή η εμπειρία ήταν μια αποτυχία για τον Βραζιλιάνο, καθώς ο τρόπος του παιχνιδιού του δεν φαίνεται να ταίριαζε με αυτό της ομάδας, ενώ υπήρχαν και αντικρουόμενες φήμες για κακή σχέση με τον Αργεντινό αστέρα.[20][21] Το παιχνίδι της ευρωπαϊκής πρωταθλήτριας ήταν περισσότερο βασισμένο στον δυναμισμό παρά στην τεχνική, κάτι που δεν ταίριαζε στο Βραζιλιάνο και έτσι δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί. Κατηγορήθηκε από τους δημοσιογράφους για έλλειψη ανθεκτικότητας με τον ίδιο να αγωνίζεται στον άξονα ως κεντρικός μέσος χωρίς την απαιτούμενη κινητικότητα.[8] Επίσης δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στο Κύπελλο Ισπανίας. Έπαιξε μόνο 19 αγώνες πρωταθλήματος και σημείωσε 6 γκολ, κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1960, χωρίς όμως να αγωνιστεί σε καμία συνάντηση και επέστρεψε στη Βραζιλία ένα χρόνο αργότερα.[6][22][23] Στα 32 του επέστρεψε στη Μποταφόγκο όπου αγωνίστηκε για δύο σεζόν. Μετά από δύο χρόνια στο Περού κατά τη διάρκεια των χρόνων 1962–1964 (όπου λειτούργησε ως προπονητής) και στο Μεξικό το 1964–1965, επανέρχεται στην ενεργό δράση και στην πατρίδα του, στη Μποταφόγκο, τη Βερακρούζ και στη Σάο Πάολο, όπου τελείωσε την καριέρα του το Δεκέμβριο του 1966 σε ηλικία 38 ετών.[24]

Διεθνής καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε διεθνές επίπεδο αγωνίστηκε για πρώτη φορά με την εθνική του ομάδα στις 6 Απριλίου 1952 κατά τη διάρκεια συνάντησης του Παναμερικανικού Πρωταθλήματος (πρόδρομο του Κόπα Αμέρικα) κατά του Μεξικού (2–0). Κατά τη διάρκεια αυτής της διοργάνωσης, σημείωσε το πρώτο του γκολ απέναντι στην Ουρουγουάη (4–2). Συμμετείχε σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα το (1954–1962) κερδίζοντας τις δύο τελευταίες διοργανώσεις στη Σουηδία και τη Χιλή.[25] Ήταν βασικό στέλεχος της Βραζιλίας από το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο που συμμετείχε έχοντας πολύ καλές εμφανίσεις και σημειώνοντας δύο τέρματα, το ένα κατά του Μεξικού με εκτέλεση φάουλ, προτού η ομάδα του να αποκλειστεί στα προημιτελικά από την Ουγγαρία με 4–2 σε ένα αγώνα που έμεινε γνωστός ως "η μάχη της Βέρνης".[8][26]

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εφαρμογή του πρωτοποριακού για την εποχή συστήματος 4–2–4 που αντέγραψαν σχεδόν όλες οι ομάδες.[27][28] Ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης του τουρνουά και στην καλύτερη ομάδα της διοργάνωσης,[10][29] όπου για πρώτη φορά η πατρίδα του κατέκτησε τον τίτλο έχοντας ως ηγέτη το Ντίντι και επιθετικούς αστέρες τον πρωτοεμφανιζόμενο διεθνώς Πελέ και το Γκαρίντσα.[30] Ο ευρωπαϊκός τύπος του έδωσε το προσωνύμιο "Mr Football" ("ο Κύριος Ποδόσφαιρο").[7][13] Στο επόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής ήταν στη βασική ομάδα, συμμετείχε σε όλους τους αγώνες χωρίς να σκοράρει. Μετά τη νίκη της Βραζιλίας στον τελικό του 1962 απέναντι στην Τσεχοσλοβακία (3–1), ο τότε αρχηγός της εθνικής, ανακοίνωσε την επιθυμία του να μην φορέσει πλέον τη φανέλα της "σελεσάο" για να γίνει προπονητής. Από το 1952 έως το 1962, επιλέχθηκε 68 φορές στην εθνική ομάδα και πέτυχε 20 γκολ.[31] Από αυτά τα 12 ήταν με απευθείας εκτέλεση φάουλ.[32]

Η Βραζιλία του 1958 με το Ντίντι κάτω, δεύτερο από αριστερά

Προπονητής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την αποχώρηση από την ενεργό δράση ακολούθησε προπονητική καριέρα σε πολλές ομάδες. Ξεκίνησε με την Σπόρτινγκ Κριστάλ του Περού κερδίζοντας το περιφερειακό πρωτάθλημα του 1968.[33] Στην προπονητική του φιλοσοφία ενέταξε στοιχεία όπως η πειθαρχία και η καλή φυσική κατάσταση που ήταν προϊόν της σύντομης ευρωπαϊκής του καριέρας. Ήταν προπονητής της εθνικής ομάδας του Περού κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1970 στο Μεξικό, η οποία για πρώτη φορά έφτανε σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η ομάδα του είναι μια από τις εκπλήξεις της διοργάνωσης. Έφτασε στους προημιτελικούς όπου αποκλείστηκε από την μελλοντική πρωταθλήτρια Βραζιλία.[8][34] Ως προπονητής εργάστηκε στην Τουρκία με την Φενερμπαχτσέ και γνώρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία του καριέρα, με το πρωτάθλημα και το κύπελλο του 1974 και έναν δεύτερο τίτλο πρωταθλήματος τον επόμενο χρόνο. Επέστρεψε στη Νότια Αμερική το 1975 και ανέλαβε προπονητής πρώην συλλόγων που αγωνίστηκε όπως η Φλουμινένσε και η Μποταφόγκο, στη Ρίβερ Πλέιτ της Αργεντινής καθώς και σε ομάδες του Περού.[6][35] Τα τελευταία χρόνια υπέφερε από καρκίνο και πέθανε τον Μάιο του 2001 σε ηλικία 71 ετών.[36]

Τίτλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φλουμινένσε

  • Κόπα Ρίο : 1952
  • Κρατικό Πρωτάθλημα : 1951

Μποταφόγκο

  • Καμπεονάτο Καριόκα (3) : 1957, 1961, 1962
  • Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο  : 1962
  • Tournament home (3) : 1961, 1962, 1963
  • Διεθνές τουρνουά Κολομβίας: 1960
  • Πενταγωνικό Κύπελλο Μεξικού: 1962

Ρεάλ Μαδρίτης

  • Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης : 1960
  • Τρόπαιο Ramon de Carranza : 1959

Εθνική Βραζιλίας

  • Παγκόσμιο Κύπελλο (2) : 1958 , 1962
  • Κύπελλο Οσβάλντο Κρουζ (4) : 1955, 1958, 1961, 1962
  • Κύπελλο O'Higgins (2) : 1955, 1961
  • Ατλαντικό Κύπελλο : 1956

Ατομικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χρυσή μπάλα Παγκόσμιου Κυπέλλου : 1958
  • Καλύτερη Ομάδα Παγκόσμιου Κυπέλλου : 1958
  • IFFHS : 19ος καλύτερος ποδοσφαιριστές του 20ού αιώνα
  • IFFHS : 7ος καλύτερος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα
  • The Best of The Best - Παίκτης του αιώνα: Κορυφαίοι 50
  • Hall of Fame του Ποδοσφαίρου της Βραζιλίας

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Ronaldo, Pele, Neymar and top 20 Brazilian footballers in history». Ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2020. 
  2. «Soccer: Brazilian great Didi dies aged 71». Ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2020. 
  3. «The 10 Best Brazilian soccer players of all time». Ανακτήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. 
  4. «IFFHS Century Elections». Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2020. 
  5. «Didi». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 
  6. 6,0 6,1 6,2 «Didi : Brazil's forgotten samba star». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 
  7. 7,0 7,1 «BRAZIL'S PRINCE AND KING OF '58». Ανακτήθηκε στις 4 Αυγούστου 2021. 
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 «Didi fought with Di Stefano in Real Madrid and raised Pele in the national team. Then he went to Peru and started a football revolution». Ανακτήθηκε στις 31 Μαΐου 2021. 
  9. «Didi : The Ethiopian Prince». Ανακτήθηκε στις 2 Ιουνίου 2020. 
  10. 10,0 10,1 10,2 «Football-the-story : Didi». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 
  11. «Morre Didi, autor do 1º gol do Maracanã». Ανακτήθηκε στις 2 Ιουνίου 2020. 
  12. «Didí, el líder de la Brasil de Pelé». Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2021. 
  13. 13,0 13,1 «A Forgotten Titan: The Story of Didi». Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2021. 
  14. 14,0 14,1 «Το «μυαλό» του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου». Ανακτήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2020. 
  15. «DE PELÉ À RONALDINHO, LES 11 QUI ONT FAIT LE BRÉSIL». Ανακτήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2020. 
  16. «Didi: Brazil's World Cup Force & Football's Greatest Pioneer». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 
  17. «BRITANNICA : Didi». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 
  18. «Didi Um craque: o gênio da folha seca». Ανακτήθηκε στις 2 Ιουνίου 2020. 
  19. «Πού χάθηκε το... joga bonito; (photos+videos)». Ανακτήθηκε στις 30 Αυγούστου 2020. 
  20. «Waldir Pereira «Didí»». Ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2020. 
  21. «¡HABLA MEMORIA! 30 volantes ofensivos que hicieron historia». Ανακτήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2020. 
  22. «Waldir Pereira 'Didí', la bella historia de amor entre un hombre y un balón». Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2021. 
  23. «Didi : 1959-60». Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2021. 
  24. «Didi». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 
  25. «World Football: The 100 Greatest World Cup Players of All Time». Ανακτήθηκε στις 12 Ιουνίου 2020. 
  26. «FIFA : THE BATTLE OF BERN». Ανακτήθηκε στις 27 Ιουλίου 2021. 
  27. «Pelé il grande segreto del 4-2-4». Ανακτήθηκε στις 23 Αυγούστου 2020. 
  28. «4-2-4: O SEGREDO CONTRA O WM DA EUROPA OCIDENTAL». Ανακτήθηκε στις 30 Ιουλίου 2021. 
  29. «FIFA World Cup All Star teams». Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020. 
  30. «THE NEW YORK TIMES : Didi, 71, Elegant Midfielder Of Brazil's Soccer Champions». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 
  31. «Waldir Pereira "Didi" - International Appearances and Goals». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 
  32. «50 Greatest South American Footballers of All Time». Ανακτήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2020. 
  33. «Sporting Cristal 1968». Ανακτήθηκε στις 2 Ιουνίου 2020. 
  34. «The beautiful game: Pelé, Didi and the origins of football's most tiresome cliche». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 
  35. «Didi». Ανακτήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2020. 
  36. «Legendary players : Didi». Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2020. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]