Αυτό είναι ένα καλό λήμμα. Πατήστε εδώ για περισσότερες πληροφορίες.

Μπαμπράκ Καρμάλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μπαμπράκ Καρμάλ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
ببرک کارمل (Περσικά)
Γέννηση 6  Ιανουαρίου 1929[1][2]
Καμπούλ
Θάνατος 3  Δεκεμβρίου 1996[1][2]
Μόσχα
Αιτία θανάτου καρκίνος του ήπατος
Συνθήκες θανάτου φυσικά αίτια
Χώρα πολιτογράφησης Βασίλειο του Αφγανιστάν
Δημοκρατία του Αφγανιστάν
Εκπαίδευση και γλώσσες
Σπουδές Πανεπιστήμιο της Καμπούλ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πολιτικός
διπλωμάτης
δικηγόρος
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/Κίνημα Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Πρόεδρος του Επαναστατικού Συμβουλίου του Αφγανιστάν (1979–1986)
Πρωθυπουργός του Αφγανιστάν (1979–1981)
Βραβεύσεις Τάγμα της επανάστασης του Απριλίου
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Μπαμπράκ Καρμάλ (νταρί/παστού: ببرک کارمل‬, γεννημένος ως Σουλτάν Χουσεΐν, 6 Ιανουαρίου 19291 ή 3 Δεκεμβρίου 1996) ήταν Αφγανός πολιτικός που ορίστηκε πρόεδρος του Αφγανιστάν από τη Σοβιετική Ένωση μετά την εισβολή της το 1979. Ο Καρμάλ γεννήθηκε στο Καμαρί και σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Καμπούλ. Όταν ιδρύθηκε το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν (ΛΔΚΑ), ο Καρμάλ έγινε ένα από τα κορυφαία μέλη του, έχοντας προσχωρήσει στον μαρξισμό μέσω του Μιρ Ακμπάρ Χαϊμπέρ κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του για δραστηριότητες που θεωρούνταν εξαιρετικά ριζοσπαστικές από την κυβέρνηση. Έγινε τελικά ο ηγέτης της συνιστώσας Παρτσάμ όταν το ΛΔΚΑ διασπάστηκε το 1967, με την ιδεολογική του νέμεση να είναι η συνιστώσα Χαλκ. Υπό την ηγεσία του Καρμάλ, η συνιστώσα Παρτσάμ συμμετείχε στην άνοδο του Μοχάμεντ Νταούντ Χαν στην εξουσία το 1973 και στο επακόλουθο καθεστώς του. Ενώ οι σχέσεις ήταν καλές στην αρχή, ο Νταούντ άρχισε μια μεγάλη εκκαθάριση της αριστεράς στα μέσα της δεκαετίας του '70. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε στην αναμόρφωση του ΛΔΚΑ το 1977 και ο Καρμάλ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην Εξέγερση του Σαούρ του 1978 όταν το ΛΔΚΑ ανέλαβε την εξουσία, αν και στα επόμενα χρόνια την καταδίκασε.

Ο Καρμάλ ορίστηκε Αναπληρωτής Πρόεδρος του Επαναστατικού Συμβουλίου, μία θέση ισόβαθμη με αυτή του αντιπροέδρου της χώρας, στην κομμουνιστική κυβέρνηση. Η συνιστώσα του Παρτσάμ βρέθηκε υπό σημαντική πίεση από τα μέλη του Χαλκ αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας. Τον Ιούνιο του 1978, μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΛΔΚΑ ψήφισε υπέρ του να δοθεί στη συνιστώσα Χαλκ ο αποκλειστικός έλεγχος της πολιτικής του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος. Την απόφαση αυτή ακολούθησε ένα αποτυχημένο πραξικόπημα του Παρτσάμ, μετά το οποίο ο Χαφιζουλάχ Αμίν, μέλος του Χαλκ, ξεκίνησε εκκαθάριση ενάντια στα μέλη του Παρτσάμ. Ο Καρμάλ επέζησε από την εκκαθάριση αλλά εξορίστηκε στην Πράγα. Ο Καρμάλ παρέμεινε στην εξορία μέχρι τον Δεκέμβριο του 1979, όταν η Σοβιετική Ένωση παρενέβη στο Αφγανιστάν (με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης του Αμίν) για να σταθεροποιήσει την κατάσταση της χώρας. Τα σοβιετικά στρατεύματα πραγματοποίησαν πραξικόπημα και δολοφόνησαν τον Αμίν. Ο Καρμάλ ήταν πάντα επικριτικός στον προκάτοχό του από το Χαλκ Νουρ Μουχαμάντ Ταρακί και στον εξαιρετικά αριστερό ριζοσπαστισμό του Αμίν.

Ο Καρμάλ προήχθη στη θέση του Προέδρου του Επαναστατικού Συμβουλίου και του Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου στις 27 Δεκεμβρίου 1979. Έμεινε στην εξουσία μέχρι το 1981, όταν τον διαδέχθηκε ο Σουλτάν Αλί Κεστμάντ. Καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του, ο Καρμάλ εργάστηκε για να δημιουργήσει μια υποστηρικτική βάση για το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα, εισάγοντας αρκετές μεταρρυθμίσεις. Μεταξύ αυτών ήταν οι Θεμελιώδεις Αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Αφγανιστάν, οι οποίες εισήγαγαν γενική αμνηστία για όσους φυλακίστηκαν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Νουρ Μουχαμάντ Ταρακί και του Αμίν. Αντικατέστησε επίσης την κόκκινη σημαία του Χαλκ με μια πιο παραδοσιακή. Αυτές οι πολιτικές απέτυχαν να αυξήσουν τη νομιμότητα του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος στα μάτια του αφγανικού λαού και των ανταρτών των μουτζαχεντίν.

Αυτές οι αποτυχίες της πολιτικής και το αδιέξοδο που ακολούθησε μετά τη σοβιετική παρέμβαση οδήγησαν τη σοβιετική ηγεσία να γίνει ιδιαίτερα επικριτική στην ηγεσία του Καρμάλ. Υπό τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, η Σοβιετική Ένωση απομάκρυνε τον Καρμάλ από τη θέση του το 1986 και τον αντικατέστησε με τον Μοχαμάντ Νατζιμπουλάχ. Μετά την απώλεια της εξουσίας, εξορίστηκε εκ νέου, αυτή τη φορά στη Μόσχα. Η Αναχίτα Ρατεμπζάντ έπεισε τον Νατζιμπουλάχ να επιτρέψει στον Μπαμπράκ Καρμάλ να επιστρέψει στο Αφγανιστάν το 1991, όπου ο Καρμάλ έγινε συνεργάτης του Αμπντούλ Ρασίντ Ντοστούμ και ίσως βοήθησε στην απομάκρυνση της κυβέρνησης του Νατζιμπουλάχ από την εξουσία το 1992. Τελικά έφυγε από το Αφγανιστάν για τη Μόσχα. Λίγο αργότερα, το 1996, ο Καρμάλ πέθανε από καρκίνο του ήπατος.

Πρώτα χρόνια και σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καρμάλ γεννήθηκε ως Σουλτάν Χουσεΐν[α] στις 6 Ιανουαρίου 1929[3] και ήταν γιος του Μουχαμάντ Χουσεΐν Χασέμ, ενός υποστράτηγου[4] του αφγανικού στρατού και πρώην κυβερνήτη της επαρχίας Πακτιά, και ήταν το δεύτερο από τα πέντε αδέλφια. Η οικογένειά του ήταν μία από τις πλουσιότερες οικογένειες στην Καμπούλ.[3] Το εθνοτικό του υπόβαθρο αμφισβητείται, μιας και μερικοί ισχυρίζονται ότι ήταν Τατζίκος που παρουσιαζόταν ως Γκιλτζί Παστούν, και άλλοι ισχυρίζονται ότι καταγόταν από Ινδουιστές από το Κασμίρ.[5] Το 1986, ο Καρμάλ ανακοίνωσε ότι αυτός και ο αδελφός του Μαχμούντ Μπαργιαλάι ήταν Παστούν, επειδή η μητέρα τους καταγόταν από τον κλάδο Μουλαχέλ των Παστούν. Ωστόσο, αυτό αμφισβητήθηκε, δεδομένου ότι η γενεαλογία στο Αφγανιστάν θεωρείται ότι εντοπίζεται μέσω του πατέρα, όχι της μητέρας. Η κατηγορία ότι είχε ινδική μουσουλμανική καταγωγή προέρχεται από το γεγονός ότι το όνομα του, Σουλτάν Χουσεΐν, είναι ένα συνηθισμένο ινδικό μουσουλμανικό όνομα. Επιπλέον, ο ίδιος ο πατέρας του Καρμάλ αρνήθηκε την εθνοτική του ταυτότητα. Ο πατέρας του Καρμάλ ήταν Τατζίκος.[6] Για να περιπλέξει περαιτέρω το θέμα, ο Καρμάλ μιλούσε νταρί (περσικά) και όχι παστού.[7]

Ο Καρμάλ γεννήθηκε στο Καμαρί, ένα χωριό κοντά στην Καμπούλ.[6] Φοίτησε στο Λύκειο Νετζάτ, μια γερμανόφωνη σχολή[3] αποφοιτώντας από αυτή το 1948 και υπέβαλε αίτηση να εισαχθεί στη Σχολή Νομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Καμπούλ. Η αίτηση του Καρμάλ απορρίφθηκε λόγω των συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων του.[4] Σπούδασε στο Κολέγιο Νομικής και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Καμπούλ[6] από το 1951 έως το 1953. Το 1953 ο Καρμάλ συνελήφθη λόγω των δραστηριοτήτων του ως μέλους της Φοιτητικής Ένωσης, αλλά απελευθερώθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1956 με αμνηστία που του χορηγήθηκε από τον Μοχάμεντ Νταούντ Χαν. Λίγο αργότερα, το 1957, ο Καρμάλ άρχισε να εργάζεται ως μεταφραστής αγγλικών και γερμανικών, προτού εγκαταλείψει και παρακολουθήσει στρατιωτική εκπαίδευση. Ο Καρμάλ αποφοίτησε από το Κολλέγιο Νομικών και Πολιτικών Επιστημών το 1960 και το 1961 εργάστηκε ως υπάλληλος στο Τμήμα Σύνταξης και Μετάφρασης του Υπουργείου Παιδείας. Από το 1961 έως το 1963 εργάστηκε στο Υπουργείο Σχεδιασμού.[4] Όταν πέθανε η μητέρα του, ο Καρμάλ έφυγε με τη θεία του από την πλευρά της μητέρας του για να ζήσει κάπου αλλού. Ο πατέρας του τον απείλησε εξαιτίας των αριστερών του απόψεων μιας και Καρμάλ ενεπλάκη σε πολλές ακολασίες, οι οποίες ήταν αμφιλεγόμενες στη συντηρητική αφγανική κοινωνία.[8]

Κομμουνιστική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όντας φυλακισμένος από το 1953 έως το 1956, ο Καρμάλ συναντήθηκε με τον συγκρατούμενό του Μιρ Ακμπάρ Χαϊμπέρ, ο οποίος εισήγαγε τον Καρμάλ στον μαρξισμό.[9] Ο Καρμάλ άλλαξε το όνομά του από Σουλτάν Χουσεΐν σε Μπαμπράκ Καρμάλ, που σημαίνει «Σύντροφος των Εργατών» στα παστού, για να ξεχωρίσει από το αστικό του υπόβαθρο. Όταν αποφυλακίστηκε, συνέχισε τις δραστηριότητές του στη φοιτητική ένωση και άρχισε να προωθεί τον μαρξισμό.[10] Ο Καρμάλ πέρασε το υπόλοιπο της δεκαετίας του 1950 και τις αρχές της δεκαετίας του 1960, συμμετέχοντας σε μαρξιστικές οργανώσεις. Τέτοιες υπήρχαν τουλάχιστον τέσσερις στο Αφγανιστάν εκείνη την περίοδο. Δύο από τις τέσσερις ιδρύθηκαν από τον Καρμάλ.[11] Όταν εισήχθη το Προσωρινό Σύνταγμα του Αφγανιστάν του 1964, το οποίο νομιμοποίησε την ίδρυση νέων πολιτικών οντοτήτων, αρκετοί εξέχοντες μαρξιστές συμφώνησαν να ιδρύσουν ένα κομμουνιστικό πολιτικό κόμμα. Το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν (ΛΔΚΑ) ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1965 στην οικία του Νουρ Μουχαμάντ Ταρακί.[12] Ο κομματισμός εντός του κόμματος έγινε γρήγορα πρόβλημα. Το κόμμα χωρίστηκε στο Χαλκ με επικεφαλής τον Ταρακί μαζί με τον Χαφιζουλάχ Αμίν και το Παρτσάμ με επικεφαλής τον Καρμάλ.[13]

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1965, ο Καρμάλ ήταν ένα από τα τέσσερα μέλη του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος που εξελέγησαν στην κάτω Βουλή. Οι άλλοι τρεις ήταν η Αναχίτα Ρατεμπζάντ, ο Νουρ Αχμέντ Νουρ και ο Φεζανούλ Χακ Φεζάν. Δεν εξελέγη κανένα μέλος του Χαλκ. Ωστόσο, ο Αμίν χρειαζόταν 50 ακόμη ψήφους για να εκλεγεί. Η νίκη του Παρτσάμ μπορεί να εξηγηθεί από το απλό γεγονός ότι ο Καρμάλ μπορούσε να συμβάλει οικονομικά στην εκλογική εκστρατεία του ΛΔΚΑ.[14] Ο Καρμάλ έγινε ηγέτης στο φοιτητικό κίνημα τη δεκαετία του '60, το οποίο συνέβαλε στην εκλογή του Μοχαμάντ Χασίμ Μαϊβαντβάλ ως πρωθυπουργού μετά από φοιτητική διαδήλωση (που συγκλήθηκε από τον Καρμάλ) που ολοκληρώθηκε με τρεις νεκρούς από την πρώην κυβέρνηση.[15]

Το 1967, το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα χωρίστηκε ανεπίσημα σε δύο συνιστώσες, του Χαλκ και του Παρτσάμ. Η διάλυση του ΛΔΚΑ ξεκίνησε με το κλείσιμο της εφημερίδας Χαλκ προσκείμενης στην ομώνυμη συνιστώσα. Ο Καρμάλ επέκρινε την εφημερίδα επειδή ήταν υπερβολικά κομμουνιστική και πίστευε ότι η διοίκησή της θα έπρεπε να είχε αποκρύψει τον μαρξιστικό προσανατολισμό της αντί να τον προωθεί.[16] Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή των γεγονότων, η πλειοψηφία των μελών της Κεντρικής Επιτροπής του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος απέρριψε την κριτική του Καρμάλ. Η ψηφοφορία ήταν κλειστή και αναφέρθηκε ότι ο Ταρακί επέκτεινε την Κεντρική Επιτροπή για να κερδίσει τη θετική ψήφο της. Αυτό το σχέδιο είχε ως αποτέλεσμα οκτώ από τα νέα μέλη να είναι μη ευθυγραμμισμένα πολιτικά και να μεταβούν στην πλευρά του Παρτσάμ. Ο Καρμάλ και η μισή Κεντρική Επιτροπή του κόμματος εγκατέλειψαν το κόμμα για την ίδρυση ενός Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος υπό την ηγεσία του Παρτσάμ.[17] Επίσημα, η διάσπαση προκλήθηκε από ιδεολογικές διαφορές, αλλά το κόμμα ίσως διαχωρίστηκε εξαιτίας των διαφορετικών μορφών ηγεσίας και σχεδίων του Ταρακί έναντι του Καρμάλ. Ο Ταρακί ήθελε να μοντελοποιήσει το κόμμα κατά τα λενινιστικά πρότυπα, ενώ ο Καρμάλ ήθελε να δημιουργήσει ένα δημοκρατικό μέτωπο. Άλλες διαφορές ήταν κοινωνικοοικονομικές. Η πλειονότητα των μελών του Χαλκ προερχόταν από αγροτικές περιοχές. Ως εκ τούτου, ήταν φτωχότεροι και είχαν καταγωγή από τους Παστούν. Τα μέλη του Παρτσάμ ήταν αστικοί, πλουσιότεροι και μιλούσαν κυρίως τη διάλεκτο νταρί. Τα μέλη του Χαλκ κατηγόρησαν αυτά του Παρτσάμ ότι είχαν σχέση με τη μοναρχία και γι' αυτό αναφερόταν στο Παρτσάμ ως «Βασιλικό Κομμουνιστικό Κόμμα».[18] Αμφότεροι οι Καρμάλ και Αμίν διατήρησαν τις έδρες τους στην κάτω βουλή στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1969.[19]

Η εποχή του Νταούντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μοχάμεντ Νταούντ Χαν, σε συνεργασία με τη συνιστώσα του Παρτσάμ και τους ριζοσπάστες στρατιωτικούς, ανέτρεψε τη μοναρχία και ίδρυσε την Αφγανική Δημοκρατία το 1973.[20] Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Νταούντ, ένα τηλεγράφημα της αμερικανικής πρεσβείας ανέφερε ότι η νέα κυβέρνηση είχε δημιουργήσει μια Κεντρική Επιτροπή σοβιετικού τύπου, στην οποία είχαν δοθεί ηγετικές θέσεις στους Καρμάλ και Μιρ Ακμπάρ Χαϊμπέρ. Τα περισσότερα υπουργεία παραχωρήθηκαν σε μέλη του Παρτσάμ. Ο Χασάν Σαρκ έγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο στρατηγός Φαΐζ Μοχαμάντ έγινε Υπουργός Εσωτερικών και ο Νεματουλάχ Παζβάκ έγινε Υπουργός Παιδείας. Τα μέλη του Παρτσάμ ανέλαβαν τον έλεγχο των υπουργείων Οικονομικών, Γεωργίας, Επικοινωνιών και Μεθοριακών Υποθέσεων. Η νέα κυβέρνηση γρήγορα κατέστειλε την αντιπολίτευση και εξασφάλισε τη βάση εξουσίας της.[21] Αρχικά, η κυβέρνηση του εθνικού μετώπου μεταξύ Νταούντ και Παρτσάμ φαινόταν να λειτουργεί. Μέχρι το 1975, ο Νταούντ ενίσχυσε τη θέση του ενισχύοντας τις εκτελεστικές, νομοθετικές και δικαστικές εξουσίες της Προεδρίας. Προς απογοήτευση των μελών του Παρτσάμ, όλα τα κόμματα εκτός από το Εθνικό Επαναστατικό Κόμμα (το οποίο ιδρύθηκε από τον Νταούντ) έγιναν παράνομα.[21]

Λίγο μετά την απαγόρευση της αντιπολίτευσης στο Εθνικό Επαναστατικό Κόμμα, ο Νταούντ ξεκίνησε μια μαζική εκκαθάριση των μελών του Παρτσάμ που συμμετείχαν στην κυβέρνηση. Ο Μοχαμάντ έχασε τη θέση του ως υπουργός Εσωτερικών, ο Αμπντούλ Καντίρ υποβιβάστηκε και ο Καρμάλ τέθηκε υπό κυβερνητική επιτήρηση.[21] Για να μετριαστούν οι ξαφνικές αντικομμουνιστικές οδηγίες του Νταούντ, η Σοβιετική Ένωση επανίδρυσε το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα. Ο Ταρακί εξελέγη Γενικός Γραμματέας του και ο Καρμάλ, Δεύτερος Γραμματέας. Ενώ η Εξέγερση του Σαούρ (ή αλλιώς Απριλιανή Επανάσταση) σχεδιάστηκε για τον Αύγουστο, η δολοφονία του Χαϊμπέρ οδήγησε σε μια αλυσίδα γεγονότων που έληξε με την ανάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές.[22] Ο Καρμάλ, όταν ανέλαβε την εξουσία το 1979, κατηγόρησε τον Αμίν ότι διέταξε τη δολοφονία του Χαϊμπέρ.[22]

Διακυβέρνηση Ταρακί–Αμίν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ταρακί ορίστηκε Επικεφαλής του Προεδρείου του Επαναστατικού Συμβουλίου και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, διατηρώντας τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος. Ο Ταρακί σχημάτισε αρχικά μια κυβέρνηση η οποία απαρτιζόταν τόσο από μέλη του Χαλκ όσο και του Παρτσάμ.[23] Ο Καρμάλ έγινε Αναπληρωτής Επικεφαλής του Επαναστατικού Συμβουλίου[24] ενώ ο Αμίν έγινε Υπουργός Εξωτερικών[23] και Αναπληρωτής Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου.[25] Ο Μοχαμάντ Ασλάμ Βαταντζάρ έγινε Αναπληρωτής Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου. Τα δύο μέλη του Παρτσάμ, Αμπντούλ Καντίρ και Μοχαμάντ Ραφί, έγιναν Υπουργός Άμυνας και Υπουργός Δημοσίων Έργων, αντίστοιχα.[26] Ο διορισμός του Αμίν, του Καρμάλ και του Βαταντζάρ οδήγησε σε τριχοτόμηση του Υπουργικού Συμβουλίου: τα μέλη του Χαλκ ήταν υπόλογοι στον Αμίν, ο Καρμάλ καθοδήγησε τους πολιτικούς του Παρτσάμ, ενώ και οι στρατιωτικοί (οι οποίοι ήταν μέλη του Παρτσάμ) ήταν υπόλογοι στον Βαταντζάρ (μέλος του Χαλκ).[27] Η πρώτη σύγκρουση προέκυψε όταν τα μέλη του Χαλκ ήθελαν να αποδώσουν την ιδιότητα μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΛΔΚΑ σε στρατιωτικούς που είχαν συμμετάσχει στην Εξέγερση του Σαούρ. Ο Καρμάλ αντιτάχθηκε σε μια τέτοια κίνηση αλλά εν τέλει απομακρύνθηκε. Σε συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου του ΛΔΚΑ ψηφίστηκε η συμμετοχή των αξιωματικών στην Κεντρική Επιτροπή.[28]

Στις 27 Ιουνίου, τρεις μήνες μετά την Εξέγερση του Σάουρ, ο Αμίν απέφυγε τα μέλη του Παρτσάμ σε συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής[29] δίνοντας στα μέλη του Χαλκ το αποκλειστικό δικαίωμα να διαμορφώνουν και να αποφασίζουν την πολιτική.[30] Την 1η Ιουλίου 1979 ξεκίνησε από τον Αμίν, και υποστηρίχθηκε από τον Ταρακί, εκκαθάριση κατά του Παρτσάμ. Ο Καρμάλ, ανήσυχος για την ασφάλειά του, κρυβόταν σε ένα από τα σπίτια των Σοβιετικών φίλων του. Ο Καρμάλ προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Αλεξάντερ Πουζανόφ, τον Σοβιετικό πρέσβη στο Αφγανιστάν, για να συνομιλήσει για την κατάσταση. Ο Πουζανόφ αρνήθηκε και αποκάλυψε την τοποθεσία του Καρμάλ στον Αμίν. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Σοβιετικοί πιθανώς έσωσαν τη ζωή του Καρμάλ στέλνοντάς τον στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας.[31] Ενώ ήταν εξόριστος, ο Καρμάλ δημιούργησε ένα δίκτυο με τα εναπομείναντα μέλη του Παρτσάμ στην κυβέρνηση. Σχεδιάστηκε πραξικόπημα για την ανατροπή του Αμίν για τις 4 Σεπτεμβρίου 1979. Τα κορυφαία μέλη του στο Αφγανιστάν ήταν ο Καντίρ και ο Επιτελάρχης του Στρατού, στρατηγός Σαχπούρ Αχμεντζάι. Το πραξικόπημα σχεδιάστηκε για τη γιορτή του Ιντ, λόγω της χαλαρής στρατιωτικής κατάστασης την περίοδο αυτή. Η συνωμοσία απέτυχε όταν ο πρέσβης του Αφγανιστάν στην Ινδία μετέφερε στην ηγεσία του Αφγανιστάν το σχέδιο. Ξεκίνησε μια άλλη εκκαθάριση και οι πρεσβευτές του Παρτσάμ ανακλήθηκαν. Λίγοι επέστρεψαν στο Αφγανιστάν. Ο Καρμάλ και ο Μοχαμάντ Νατζιμπουλάχ έμειναν στις χώρες όπου βρισκόταν ως απεσταλμένοι.[30] Οι Σοβιετικοί αποφάσισαν ότι ο Αμίν πρέπει να απομακρυνθεί για να ανοίξει ο δρόμος για μια κυβέρνηση συνασπισμού Καρμάλ-Ταρακί. Ωστόσο, ο Αμίν κατάφερε να διατάξει τη σύλληψη και αργότερα τη δολοφονία του Ταρακί.

Ο Αμίν ενημερώθηκε για την απόφαση της Σοβιετικής Ένωσης να παρέμβει στο Αφγανιστάν και αρχικά έδειξε την υποστήριξή του,[32] αλλά στη συνέχεια δολοφονήθηκε. Υπό τη διοίκηση των Σοβιετικών, ο Καρμάλ ανήλθε στην εξουσία.[33] Στις 27 Δεκεμβρίου 1979, η προ-ηχογραφημένη ομιλία του Καρμάλ προς τον αφγανικό λαό μεταδόθηκε μέσω του Ράδιο Καμπούλ από την Τασκένδη στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν (το μήκος κύματος της ραδιοφωνικής εκπομπής τροποποιήθηκε σε εκείνο της Καμπούλ). Η ομιλία ανέφερε: «Σήμερα η μηχανή βασανιστηρίων του Αμίν συνετρίβη, οι συνένοχοί του – οι κύριοι εκτελεστές, σφετεριστές και δολοφόνοι δεκάδων χιλιάδων συμπατριωτών μας – πατέρες, μητέρες, αδελφές, αδελφοί, γιοι και κόρες, παιδιά και ηλικιωμένοι…»[34] Ο Καρμάλ δεν ήταν στην Καμπούλ όταν μεταδόθηκε η ομιλία. Βρισκόταν στο Μπαγκράμ, το οποίο προστατευόταν από την KGB.[34]

Εκείνο το απόγευμα ο Πρόεδρος της KGB, Γιούρι Αντρόπωφ, συνεχάρη τον Καρμάλ για την ανάληψη της εξουσίας στο Προεδρείο του Επαναστατικού Συμβουλίου, αρκετό καιρό πριν ο Καρμάλ δεχθεί επίσημη συνάντηση.[34] Ο Καρμάλ επέστρεψε στην Καμπούλ στις 28 Δεκεμβρίου. Ταξίδεψε μαζί με μια σοβιετική στρατιωτική φάλαγγα. Τις επόμενες ημέρες ο Καρμάλ έζησε σε βίλα στα περίχωρα της Καμπούλ υπό την προστασία της KGB. Την 1η Ιανουαρίου 1980 ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ, Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και ο Αλεξέι Κοσίγκιν, Πρόεδρος του σοβιετικού Υπουργικού Συμβουλίου, συνεχάρησαν τον Καρμάλ για την «εκλογή» του ως προέδρου.[35]

Προεδρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εσωτερικές πολιτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι «Βασικές Αρχές» και η αμνηστία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ανέλαβε την εξουσία, ο Καρμάλ υποσχέθηκε τον τερματισμό των εκτελέσεων, την εγκαθίδρυση δημοκρατικών θεσμών και ελεύθερων εκλογών, τη δημιουργία συντάγματος και τη νομιμοποίηση εναλλακτικών πολιτικών κομμάτων. Οι κρατούμενοι που φυλακίστηκαν κατά τις δύο προηγούμενες κυβερνήσεις απελευθερώθηκαν με γενική αμνηστία. Υποσχέθηκε τη δημιουργία μιας κυβέρνησης συνασπισμού που δεν θα υιοθετούσε τον σοσιαλισμό. Ταυτόχρονα, ανέφερε στον αφγανικό λαό ότι είχε διαπραγματευτεί με τη Σοβιετική Ένωση ώστε να λάβει οικονομική, στρατιωτική και πολιτική βοήθεια. Η δυσπιστία που αισθάνονταν οι περισσότεροι Αφγανοί προς την κυβέρνηση ήταν πρόβλημα για τον Καρμάλ. Πολλοί ακόμα θυμούνταν ότι αναφέρθηκε σε προστασία του ιδιωτικού κεφαλαίου το 1978—μια υπόσχεση που αργότερα αποδείχθηκε ότι είναι ψέμα.[36]

Η αλλαγή της σημαίας υπό τον Καρμάλ
Η σημαία που χρησιμοπιούνταν από το 1978 έως το 1980
Η σημαία που χρησιμοποιούνταν από το 1980 έως το 1987

Οι τρεις σημαντικότερες δεσμεύσεις του Καρμάλ ήταν η γενική αμνηστία των κρατουμένων, η δημοσίευση των Θεμελιωδών Αρχών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Αφγανιστάν και η υιοθέτηση μιας νέας σημαίας που περιείχε τα παραδοσιακά χρώματα, μαύρο, κόκκινο και πράσινο (η σημαία των Ταρακί και Αμίν ήταν κόκκινη). Η κυβέρνησή του, χορήγησε παραχωρήσεις σε θρησκευτικούς ηγέτες και απεκατέστησε τις κατασχεθείσες περιουσίες. Ορισμένες ιδιοκτησίες, οι οποίες κατασχέθηκαν κατά τις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις της γης, επίσης αποκαταστάθηκαν μερικώς. Όλα αυτά τα μέτρα, με εξαίρεση τη γενική αμνηστία των κρατουμένων, εισήχθησαν σταδιακά. Από 2.700 φυλακισμένους, 2.600 απελευθερώθηκαν από τη φυλακή. 600 από αυτούς ήταν μέλη του Παρτσάμ. Η γενική αμνηστία έλαβε μεγάλη δημοσιότητα από την κυβέρνηση. Ενώ το γεγονός χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από μερικούς, πολλοί άλλοι το περιφρόνησαν, αφού οι αγαπημένοι ή συνεργάτες τους είχαν πεθάνει κατά τη διάρκεια προηγούμενων εκκαθαρίσεων. Ο Αμίν σχεδίαζε να εισαγάγει μια γενική αμνηστία την 1η Ιανουαρίου 1980, για να συμπέσει με τη 16η επέτειο ίδρυσης του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος.[37]

Οι εργασίες για τις Θεμελιώδεις Αρχές άρχισαν υπό τον Αμίν: εξασφάλιζαν δημοκρατικά δικαιώματα όπως η ελευθερία του λόγου, το δικαίωμα στην ασφάλεια και τη ζωή, το δικαίωμα στον ειρηνικό συνεταιρισμό, το δικαίωμα έκφρασης και το δικαίωμα «κανένας να μην κατηγορείται για εγκλήματα, αλλά σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου» και ότι ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Οι Θεμελιώδεις Αρχές προέβλεψαν ένα δημοκρατικό κράτος υπό την ηγεσία του ΛΔΚΑ, το μόνο κόμμα που επιτρεπόταν από το νόμο. Το Επαναστατικό Συμβούλιο, το όργανο της ανώτατης εξουσίας, θα συνερχόταν δύο φορές κάθε χρόνο. Το Επαναστατικό Συμβούλιο με τη σειρά του εξέλεγε ένα Προεδρείο το οποίο θα λάμβανε αποφάσεις για το Επαναστατικό Συμβούλιο όταν αυτό δε συνεδρίαζε. Το Προεδρείο συνίστατο κυρίως από μέλη του Πολιτικού Γραφείου του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν. Το κράτος διαφύλαττε τρία είδη ιδιοκτησίας: κρατική, συνεταιριστική και ιδιωτική περιουσία. Οι Θεμελιώδεις Αρχές ανέφεραν ότι το κράτος είχε το δικαίωμα να αλλάξει την οικονομία του Αφγανιστάν από μια οικονομία όπου ο άνθρωπος ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης σε μια οικονομία όπου ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος. Μια άλλη ρήτρα δήλωνε ότι το κράτος είχε το δικαίωμα να λάβει «οικογένειες, γονείς και παιδιά, υπό την εποπτεία του».[38] Αν και φαινόταν δημοκρατικές αρχικά, οι Θεμελιώδεις Αρχές βασίστηκαν σε αντιφάσεις.[38]

Οι Θεμελιώδεις Αρχές οδήγησαν στη δημιουργία δύο σημαντικών κρατικών οργάνων: το Ειδικό Επαναστατικό Δικαστήριο, ένα εξειδικευμένο δικαστήριο για εγκλήματα κατά της εθνικής ασφάλειας και εδαφικής ακεραιότητας και το Ινστιτούτο Νομικών και Επιστημονικών Ερευνών και Νομοθετικών Υποθέσεων, το ανώτατο νομοθετικό όργανο του κράτους. Αυτό το σώμα θα μπορούσε να τροποποιήσει και να σχεδιάσει νόμους και να εισαγάγει κανονισμούς και διατάγματα εκ μέρους της κυβέρνησης. Η εισαγωγή περισσότερων σοβιετικού ύφους θεσμών οδήγησε τον αφγανικό λαό να δυσπιστεί ακόμη περισσότερο προς την κομμουνιστική κυβέρνηση.[39]

Μοιρασμένη εξουσία: Χαλκ–Παρτσάμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την άνοδο του Καρμάλ στην εξουσία, τα μέλη του Παρτσάμ άρχισαν να «κλείνουν παλιούς λογαριασμούς».[40] Δημιουργήθηκαν Επαναστατικές Τρόικες για τη σύλληψη, καταδίκη και εκτέλεση ανθρώπων. Ο φρουρός του Αμίν ήταν το πρώτο από τα θύματα του τρόμου που ακολούθησε. Οι διοικητές που είχαν παραμείνει πιστοί στον Αμίν συνελήφθησαν, γεμίζοντας τις φυλακές. Οι Σοβιετικοί διαμαρτυρήθηκαν και ο Καρμάλ αποκρίθηκε: «Εφόσον κρατάτε τα χέρια μου δεμένα και δε με αφήνετε να ασχοληθώ με τη συνιστώσα Χαλκ, δε θα υπάρξει ενότητα στο Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα και η κυβέρνηση δεν μπορεί να ισχυροποιηθεί … Μας βασάνισαν και μας σκότωσαν. Μας μισούν ακόμα! Είναι εχθροί του κόμματος…»[40] Η κόρη του Αμίν μαζί με το βρέφος της φυλακίστηκαν για δώδεκα χρόνια, μέχρις ότου ο Μοχαμάντ Νατζιμπουλάχ, τότε ηγέτης του ΛΔΚΑ, την απελευθέρωσε.[40] Όταν ο Καρμάλ ανέλαβε την εξουσία, οι υψηλές θέσεις στην κομματική και κυβερνητική γραφειοκρατία αποκτήθηκαν από μέλη του Παρτσάμ. Η συνιστώσα Χαλκ απομακρύνθηκε από την εξουσία και μόνο οι τεχνοκράτες, οπορτουνιστές και άτομα που εμπιστευόταν οι Σοβιετικοί διορίστηκαν στις υψηλότερες κυβερνητικές θέσεις. Το Χαλκ διατήρησε τον έλεγχο του Υπουργείου Εσωτερικών, αλλά το Παρτσάμ ανέλαβε τον έλεγχο της Υπηρεσίας Πληροφοριών και της μυστικής αστυνομίας. Το Παρτσάμ και το Χαλκ ήλεγχαν ίσο μερίδιο του στρατού. Δύο από τους τρεις αντιπροέδρους του Υπουργικού Συμβουλίου του Καρμάλ ανήκαν στο Χαλκ. Μέλη του Χαλκ έλεγχαν το Υπουργείο Επικοινωνιών και το Υπουργείο Εσωτερικών. Από την άλλη, μέλη του Παρτσάμ διοικούσαν το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας[41]. Εκτός από τις αλλαγές στην κυβέρνηση, τα μέλη του Παρτσάμ κατείχαν ισχυρή πλειοψηφία στο στην Κεντρική Επιτροπή του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος. Μόνο ένα μέλος του Χαλκ, ο Σαλέχ Μοχαμάντ Ζεαρί, ήταν μέλος της Γραμματείας του ΛΔΚΑ κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Καρμάλ.[42]

Στις 14 και 15 Μαρτίου 1982, το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν διοργάνωσε κομματική διάσκεψη στο Πολυτεχνικό Ινστιτούτο της Καμπούλ αντί για κομματικό συνέδριο, δεδομένου ότι ένα κομματικό συνέδριο θα έδινε στη συνιστώσα Χαλκ πλειοψηφία και αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανάληψη της ηγεσίας του κόμματος από το Χαλκ. Οι συμβάσεις διεξαγωγής κομματικής διάσκεψης ήταν διαφορετικές και το Παρτσάμ διέθετε πλειοψηφία τριών πέμπτων. Αυτό εξόργισε αρκετά μέλη του Χαλκ και η απειλή της απέλασης δε μείωσε την οργή τους.[43] Το συνέδριο δεν ήταν επιτυχές, αλλά παρουσιάστηκε ως τέτοιο από τα επίσημα μέσα ενημέρωσης. Το συνέδριο διαλύθηκε μετά από μιάμιση μέρα αντί για τρεις μέρες όπως ήταν προγραμματισμένο, λόγω της ενδοκομματικής διαμάχης για την ανάληψη της εξουσίας μεταξύ Χαλκ και Παρτσάμ. Εισήχθη «πρόγραμμα δράσης» και οι κανονισμοί του κόμματος υπέστησαν μικρές τροποποιήσεις. Ως εξήγηση για τη χαμηλή συμμετοχή στο κόμμα, τα επίσημα μέσα ενημέρωσης παρουσίασαν τη δυσκολία στη διαδικασία εγγραφής στο κόμμα.[44]

Βάση του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Καρμάλ ανέλαβε την εξουσία, άρχισε να επεκτείνει τη βάση στήριξης του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος. Ο Καρμάλ προσπάθησε να πείσει ορισμένες ομάδες, οι οποίες είχαν αναφερθεί ως εχθροί της επανάστασης κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Ταρακί και του Αμίν, να υποστηρίξουν το ΛΔΚΑ.[45] Ο Καρμάλ διόρισε αρκετούς μη κομμουνιστές σε κορυφαίες θέσεις. Μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 1980, 78 από τα 191 άτομα που διορίστηκαν σε κυβερνητικές θέσεις δεν ήταν μέλη του κόμματος. Ο Καρμάλ επανέφερε το παλαιό αφγανικό έθιμο της ισλαμικής παράκλησης κάθε φορά που η κυβέρνηση εξέδιδε διακήρυξη. Στην πρώτη του ζωντανή ομιλία προς τον αφγανικό λαό, ο Καρμάλ ζήτησε την ίδρυση του Εθνικού Πατριωτικού Μετώπου. Το ιδρυτικό συνέδριο του Εθνικού Πατριωτικού Μετώπου πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1981. Δυστυχώς για τον Καρμάλ, οι πολιτικές του δεν οδήγησαν σε αξιοσημείωτη αύξηση της υποστήριξης του καθεστώτος του. Στο γεγονός αυτό δε συνέβαλε το ότι οι περισσότεροι Αφγανοί θεωρούσαν τη σοβιετική παρέμβαση ως εισβολή.[46]

Μέχρι το 1981, η κυβέρνηση εγκατέλειψε τις πολιτικές λύσεις στη διαμάχη. Στην πέμπτη ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΛΔΚΑ τον Ιούνιο, ο Καρμάλ παραιτήθηκε από την προεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου και αντικαταστάθηκε από τον Σουλτάν Αλί Κεστμάντ ενώ ο Νουρ Αχμάντ Νουρ ανέλαβε μεγαλύτερο ρόλο στο Επαναστατικό Συμβούλιο. Αυτό θεωρήθηκε ως «διεύρυνση της βάσης».[43] Η προηγούμενη βαρύτητα που δόθηκε σε μη μέλη του ΛΔΚΑ σε σημαντικές θέσεις έπαψε να αποτελεί σημαντικό θέμα στα μέσα ενημέρωσης έως τον Ιούνιο του 1981. Αυτό ήταν σημαντικό, δεδομένου ότι έως και πέντε μέλη του Επαναστατικού Συμβουλίου δεν ήταν μέλη του κόμματος. Μέχρι το τέλος του 1981, οι προηγούμενοι υποψήφιοι, οι οποίοι είχαν παρουσιαστεί έντονα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, απομακρύνθηκαν. Δύο έγιναν πρέσβεις, δύο έπαψαν να δραστηριοποιούνται με την πολιτική και ένας συνέχισε ως σύμβουλος της κυβέρνησης. Οι υπόλοιποι τρεις άλλαξαν πλευρά και άρχισαν να εργάζονται για την αντιπολίτευση.[43]

Η εθνική πολιτική συμφιλίωσης συνεχίστηκε: τον Ιανουάριο του 1984 η μεταρρύθμιση της γης που εισήγαγαν οι Ταρακί και Αμίν, τροποποιήθηκε δραστικά. Τα όρια των ιδιοκτησιών αυξήθηκαν για να αποκτηθεί η υποστήριξη των αγροτών της μεσαίας τάξης, ενώ συνεχίστηκε το πρόγραμμα γραμματισμού και έγιναν παραχωρήσεις στις γυναίκες. Το 1985 η Λόγια Τζίργκα (Εθνοσυνέλευση) ανασυντάχθηκε. Η Λόγια Τζίργκα του 1985 ακολουθήθηκε από φυλετική τζίργκα τον Σεπτέμβριο. Το 1986 ο Αμπντούλ Ραχίμ Χατέφ, ο οποίος δεν ήταν μέλος του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, εξελέγη επικεφαλής του Εθνικού Πατριωτικού Μετώπου. Στις εκλογές του 1985–86 λέγεται ότι το 60% των εκλεγμένων αξιωματούχων δεν ήταν μέλη του ΛΔΚΑ. Μέχρι το τέλος της διακυβέρνησης του Καρμάλ, αρκετοί που δεν ήταν μέλη του ΛΔΚΑ κατείχαν κυβερνητικές θέσεις υψηλού επιπέδου.[47]

Εμφύλιος πόλεμος και στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάρτιο του 1979, ο προϋπολογισμός του στρατού ανερχόταν σε 6,4 εκατομμύρια δολάρια, και αποτελούσε το 8,3% του κρατικού προϋπολογισμού, αλλά μόνο το 2,2% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος. Μετά τη σοβιετική παρέμβαση, ο αμυντικός προϋπολογισμός αυξήθηκε σε 208 εκατομμύρια δολάρια το 1980 και 325 εκατομμύρια δολάρια το 1981. Το 1982 αναφέρθηκε ότι η κυβέρνηση δαπάνησε περίπου το 22% των συνολικών δαπανών για την άμυνα της χώρας.[48]

Κατάσταση στρατεύματος
Στρατιώτες Χρονολογία
25.000 1980[49]
25–30.000 1981[50]
25–30.000 1982[50]
40.000 1983[51]
40.000 1984[52]
35–40.000 1985[53]

Όταν η πολιτική λύση απέτυχε, η αφγανική κυβέρνηση και οι Σοβιετικοί στρατιωτικοί αποφάσισαν να επιλύσουν στρατιωτικά τη σύγκρουση. Η μετάβαση από πολιτική σε στρατιωτική λύση δεν ήρθε ξαφνικά. Ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1981, καθώς ο Καρμάλ διπλασίασε τους μισθούς του στρατιωτικού προσωπικού, πραγματοποίησε αρκετές προαγωγές και παρασημοφόρησε έναν στρατηγό και δεκατρείς συνταγματάρχες. Η ηλικία συνταξιοδότησης μειώθηκε, η υποχρεωτική διάρκεια στράτευσης αυξήθηκε και η ηλικία των εφέδρων αυξήθηκε στα 35 έτη. Τον Ιούνιο του 1981, ο Ασαντουλάχ Σαρβαρί έχασε την έδρα του στο Πολιτικό Γραφείο του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, και αντικαταστάθηκε από τον Μοχαμάντ Ασλάμ Βαταντζάρ, πρώην διοικητή των τεθορακισμένων και Υπουργό Επικοινωνιών, ο υποστράτηγος Μοχαμάντ Ραφί έγινε Υπουργός Άμυνας και ο Μοχαμάντ Νατζιμπουλάχ διορίστηκε επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών.[54]

Τα μέτρα αυτά εισήχθησαν λόγω της κατάρρευσης του στρατού κατά τη διάρκεια της σοβιετικής παρέμβασης. Πριν από την εισβολή ο στρατός είχε μέγεθος 100.000 στρατιωτών, και μετά την εισβολή μόνον 25.000. Οι λιποταξίες ήταν συνηθισμένο φαινόμενο και οι εκστρατείες στρατολόγησης νέων συχνά τους οδηγούσε στην αντίπερα όχθη.[54] Για την καλύτερη οργάνωση του στρατού, δημιουργήθηκαν επτά στρατιωτικές ζώνες, κάθε μία με δικό της Αμυντικό Συμβούλιο. Τα Αμυντικά Συμβούλια δημιουργήθηκαν σε εθνικό, επαρχιακό και περιφερειακό επίπεδο για την ενίσχυση της τοπικής οργάνωσης του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος.[43] Εκτιμάται ότι η αφγανική κυβέρνηση δαπάνησε μέχρι και το 40% των κρατικών εσόδων για την άμυνα της χώρας.[55]

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείκτες 1980 1981 1982 1986
Δαπάνες Σύνολο (εκατομμύρια αφγάνι) 31.692 40.751 42.112 88.700
Τακτικές (σε ποσοστό) 62 66 69 74
Ανάπτυξη (σε ποσοστό) 38 34 31 26
Πηγές χρηματοδότησης Εγχώρια έσοδα: εξαιρουμένου του φυσικού αερίου (σε ποσοστά) 50 40 37 31
Πωλήσεις φυσικού αερίου (σε ποσοστό) 33 34 34 17
Εξωτερική βοήθεια (σε ποσοστό) 28 26 28 29
Εισόδημα από τον ενοικιάσεις (σε ποσοστό) 61 59 62 48
Εγχώριος δανεισμός (σε ποσοστό) -11 1 0 23

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και του επακόλουθου σοβιετικού-αφγανικού πολέμου, το μεγαλύτερο μέρος της υποδομής της χώρας καταστράφηκε. Οι φυσιολογικές μορφές οικονομικής δραστηριότητας διαταράχθηκαν.[56] Το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) μειώθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Καρμάλ λόγω της σύγκρουσης. Το εμπόριο και οι μεταφορές διαταράχθηκαν από την απώλεια εργασίας και κεφαλαίου. Το 1981 το αφγανικό ΑΕΠ ανερχόταν σε 154,3 δισεκατομμύρια αφγάνι, σημειώνοντας πτώση από τα 159,7 δισεκατομμύρια το 1978. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκε από 7.370 το 1978 σε 6.852 αφγάνι το 1981. Η κυρίαρχη μορφή οικονομικής δραστηριότητας βρισκόταν στον γεωργικό τομέα. Η γεωργία εκπροσωπούσε το 63% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος το 1981. Το 56% του εργατικού δυναμικού εργαζόταν στη γεωργία το 1982. Η βιομηχανία εκπροσωπούσε το 21% του ΑΕΠ το 1982 και απασχολούσε το 10% του εργατικού δυναμικού. Όλες οι βιομηχανικές επιχειρήσεις ήταν κρατικές. Ο τομέας των υπηρεσιών, ο μικρότερος από τους τρεις, αντιστοιχούσε στο 10% του ΑΕΠ το 1981 και απασχολούσε περίπου το ⅓ του εργατικού δυναμικού. Το ισοζύγιο πληρωμών, το οποίο είχε αυξηθεί από την προκομμουνιστική κυβέρνηση του Μοχάμεντ Νταούντ Χαν, μειώθηκε, καθιστώντας το αρνητικό το 1982 στα 70,3 εκατομμύρια δολάρια. Η μόνη οικονομική δραστηριότητα που αυξήθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Καρμάλ ήταν οι εξαγωγές και οι εισαγωγές.[57]

Εξωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καρμάλ παρατήρησε στις αρχές του 1983 ότι χωρίς σοβιετική παρέμβαση «δεν είναι γνωστό ποιο θα ήταν το πεπρωμένο της αφγανικής επανάστασης … Είμαστε ρεαλιστές και συνειδητοποιούμε σαφώς ότι για εμάς εξακολουθούν να υπάρχουν δίκες και στερήσεις, απώλειες και δυσκολίες».[58] Δύο εβδομάδες πριν από αυτή τη δήλωση, ο Σουλτάν Αλί Κεστμάντ, Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, οδυρόταν για το γεγονός ότι τα μισά σχολεία και τα ¾ των επικοινωνιών καταστράφηκαν από το 1979.[58] Η Σοβιετική Ένωση απέρριψε πολλά σχέδια για την ειρήνη που είχαν κατατεθεί από χώρες της Δύσης, όπως το σχέδιο Κάρινγκτον, αφού δε λάμβαναν υπόψη την κυβέρνηση του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος. Τα περισσότερα ειρηνευτικά σχέδια της Δύσης πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης του Αφγανιστάν. Στο 26ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ, Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, ανέφερε:[59]

Δε διαφωνούμε με τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με το Αφγανιστάν και συζητούνται συνδυαστικά με το ζήτημα της ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο. Φυσικά εδώ συζητούμε αποκλειστικά τις διεθνείς πτυχές του αφγανικού προβλήματος, και όχι τα εσωτερικά θέματα του Αφγανιστάν. Η κυριαρχία του Αφγανιστάν πρέπει να προστατεύεται πλήρως, όπως και η μη ευθυγράμμισή του.

Η στάση της πακιστανικής κυβέρνησης ήταν σαφής, απαιτώντας την πλήρη απομάκρυνση των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν και την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης που δεν θα περιλάμβανε το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα. Ο Καρμάλ, συνοψίζοντας τις συζητήσεις του με το Ιράν και το Πακιστάν, δήλωσε ότι «το Ιράν και το Πακιστάν δεν έχουν μέχρι στιγμής επιλέξει συγκεκριμένες και εποικοδομητικές θέσεις».[60] Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Καρμάλ, οι σχέσεις μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν παρέμειναν εχθρικές. Η σοβιετική παρέμβαση στο Αφγανιστάν ήταν ο καταλύτης για την εχθρική σχέση. Ο αυξανόμενος αριθμός Αφγανών προσφύγων στο Πακιστάν αμφισβήτησε τη νομιμότητα του ΛΔΚΑ στην εξουσία.[61]

Η Σοβιετική Ένωση απείλησε το 1985 ότι θα υποστήριζε το αποσχιστικό κίνημα του Βαλουχιστάν στο Πακιστάν, αν η κυβέρνηση του Πακιστάν συνέχιζε να βοηθά τους μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν.[62] Ο Καρμάλ, δρώντας προβληματικά για τους Σοβιετικούς, δεν ήθελε αποχώρηση των σοβιετικών στραρτευμάτων και εμπόδισε τις προσπάθειες βελτίωσης των σχέσεων με το Πακιστάν, καθώς η πακιστανική κυβέρνηση αρνούνταν να αναγνωρίσει την κυβέρνηση του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος.[63]

Πτώση από την εξουσία και διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, τότε Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, δήλωσε: «Ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν υπήρξε εθνική εξυγίανση μέχρι στιγμής είναι ότι ο σύντροφος Καρμάλ ελπίζει να συνεχίσει να βρίσκεται στην εξουσία της Καμπούλ με τη βοήθειά μας».[64] Η θέση του Καρμάλ έγινε λιγότερο ασφαλής όταν η σοβιετική ηγεσία άρχισε να τον κατηγορεί για τις αποτυχίες στο Αφγανιστάν. Ο Γκορμπατσώφ, ανησυχώντας για την κατάσταση, δήλωσε στο Σοβιετικό Πολιτικό Γραφείο ότι «αν δεν αλλάξουμε προσεγγίσεις [να αποχωρήσουμε από το Αφγανιστάν], θα πολεμούμε εκεί για ακόμη 20 ή 30 χρόνια».[65] Δεν είναι σαφές πότε η σοβιετική ηγεσία άρχισε να πραγματοποιεί εκστρατεία για την απομάκρυνση του Καρμάλ, αλλά ο Αντρέι Γκρόμικο συζήτησε τη δυνατότητα παραίτησης του Καρμάλ με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Χαβιέρ Πέρες ντε Κουέγιαρ, το 1982. Ενώ η απομάκρυνση του Καρμάλ ήταν απόφαση του Γκορμπατσώφ, ίσως υπήρξε συναίνεση εντός της σοβιετικής ηγεσίας το 1983 για το ότι ο Καρμάλ θα έπρεπε να παραιτηθεί. Το ίδιο το σχέδιο του Γκορμπατσώφ ήταν να αντικαταστήσει τον Καρμάλ με τον Μοχαμάντ Νατζιμπουλάχ, ο οποίος είχε προσχωρήσει στο Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν κατά την ίδρυσή του.[66] Ο Νατζιμπουλάχ είχε κερδίσει τη θετική άποψη των Γιούρι Αντρόπωφ, Μπόρις Πονομάρεφ και Ντμίτρι Ουστίνοφ και οι διαπραγματεύσεις για τη διαδοχή του ίσως ξεκίνησαν το 1983. Ο Νατζιμπουλάχ δεν ήταν η μοναδική επιλογή της σοβιετικής ηγεσίας για τη διαδοχή του Καρμάλ. Μια αναφορά της Κύριας Διεύθυνσης του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων της Ρωσικής Ομοσπονδίας σημείωσε ότι η πλειοψηφία της ηγεσίας του ΛΔΚΑ θα υποστήριζε την ανάληψη της εξουσίας από τον Ασαντουλάχ Σαρβαρί. Σύμφωνα με την αναφορά αυτή, ο Σαρβαρί ήταν καλύτερος υποψήφιος καθώς μπορούσε να ισορροπήσει μεταξύ Παστούν, Τατζίκων και Ουζμπέκων. Ο Νατζιμπουλάχ ήταν εθνικιστής με καταγωγή από τους Παστούν. Ένας άλλος σημαντικός υποψήφιος ήταν ο Αμπντούλ Καντίρ, ο οποίος συμμετείχε στην Εξέγερση του Σαούρ.[67]

Ο Νατζιμπουλάχ διορίστηκε στη Γραμματεία του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν τον Νοέμβριο του 1985. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Σοβιετική Ένωση τον Μάρτιο του 1986, οι Σοβιετικοί προσπάθησαν να πείσουν τον Καρμάλ ότι ήταν πολύ ασθενής για να κυβερνήσει και ότι έπρεπε να παραιτηθεί.[68] Το γεγονός αυτό προκάλεσε την έκρηξη του Καρμάλ, μιας και ένας Σοβιετικός γιατρός που τον παρακολούθησε, διέγωσε ότι έχαιρε άκρας υγείας. Ο Καρμάλ ζήτησε να επιστρέψει στην Καμπούλ και είπε ότι κατάλαβε και θα άκουγε τις συστάσεις της Σοβιετικής Ένωσης. Πριν από την αναχώρησή του, ο Καρμάλ υποσχέθηκε ότι θα αποχωρήσει από τη θέση του Γενικού Γραμματέα του ΛΔΚΑ. Οι Σοβιετικοί δεν τον εμπιστεύτηκαν και έστειλαν στο Αφγανιστάν τον Βλαντιμίρ Κριουτσκόφ, επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών της KGB. Σε μια συνάντηση στην Καμπούλ, ο Καρμάλ ομολόγησε την αδυσώπητη αγάπη του για τη Σοβιετική Ένωση, συγκρίνοντας τον ζήλο του με τη μουσουλμανική πίστη του. Ο Κριουτσκόφ, καταλήγοντας ότι δεν μπορούσε να πείσει τον Καρμάλ να παραιτηθεί, αποχώρησε από τη συνάντηση. Αφού ο Κριουτσκόφ εγκατέλειψε το δωμάτιο, ο Υπουργός Άμυνας και ο Υπουργός Ασφαλείας της χώρας επισκέφθηκαν το γραφείο του Καρμάλ, λέγοντάς του ότι θα έπρεπε να παραιτηθεί από ένα από τα αξιώματά του. Κατανοώντας ότι η υποστήριξη των Σοβιετικών είχε αφαιρεθεί, ο Καρμάλ παραιτήθηκε από το αξίωμα του Γενικού Γραμματέα στη 18η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΛΔΚΑ. Τον διαδέχθηκε στη θέση του ο Νατζιμπουλάχ.[69]

Ο Καρμάλ είχε ακόμα υποστήριξη στο κόμμα και χρησιμοποίησε τη βάση του για να περιορίσει τις δυνάμεις του Νατζιμπουλάχ. Ξεκίνησε να διαδίδει φήμες ότι θα διοριστεί εκ νέου Γενικός Γραμματέας. Η υποστήριξη του Νατζιμπουλάχ βρισκόταν στη μυστική αστυνομία, το ισοδύναμο της KGB στο Αφγανιστάν, και όχι στο κόμμα.[69] Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση είχε υποστηρίξει τον Καρμάλ για πάνω από έξι χρόνια, η ηγεσία της ήθελε να τον απομακρύνει σταδιακά από την εξουσία. Ο Γιούλι Βορόντσοφ, πρέσβης των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν, μετέφερε στον Νατζιμπουλάχ να αρχίσει να υπονομεύει την εξουσία του Καρμάλ με αργό τρόπο. Ο Νατζιμπουλάχ διαμαρτυρήθηκε στη σοβιετική ηγεσία ότι ο Καρμάλ χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερου χρόνου του ψάχνοντας για λάθη και «μιλώντας ενάντια στο πρόγραμμα Εθνικής Συμφιλίωσης».[70] Σε συνεδρίαση του Σοβιετικού Πολιτικού Γραφείου της 13ης Νοεμβρίου 1986, αποφασίστηκε ότι ο Νατζιμπουλάχ θα έπρεπε να απομακρύνει τον Καρμάλ. Αυτή η πρόταση υποστηρίχθηκε από τους Γκρόμικο, Βορόντσοφ, Έντβαρντ Σεβαρντνάτζε, Ανατόλι Ντόμπρινιν και Βίκτορ Τσέμπρικοφ. Μια συνεδρίαση του ΛΔΚΑ τον Νοέμβριο απομάκρυνε τον Καρμάλ από την προεδρία του Επαναστατικού Συμβουλίου και τον εξόρισε στη Μόσχα, όπου του δόθηκε κρατικό διαμέρισμα και ντάτσα (εξοχική κατοικία).[70] Ο Χατζί Μοχαμάντ Τσαμκανί, ο οποίος δεν ήταν μέλος του κόμματος, διαδέχθηκε τον Καρμάλ στη θέση του προέδρου του Επαναστατικού Συμβουλίου.[71]

Τελευταία χρόνια και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλά χρόνια μετά το τέλος της Προεδρίας του, κατήγγειλε την Εξέγερση του Σαούρ του 1978, στην οποία έλαβε μέρος, στοχεύοντας τις κυβερνήσεις του Χαλκ των Ταρακί και Αμίν. Ανέφερε σε Ρώσο δημοσιογράφο:

Ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα κατά του λαού του Αφγανιστάν. Οι ηγέτες του Παρτσάμ ήταν ενάντια στις ένοπλες ενέργειες επειδή η χώρα δεν ήταν έτοιμη για επανάσταση … Ήξερα ότι ο λαός δε θα μας στήριζε εάν αποφασίζαμε να διατηρήσουμε την εξουσία χωρίς την στήριξή του.

Για άγνωστους λόγους, ο Καρμάλ προσκλήθηκε ξανά στην Καμπούλ από τον Νατζιμπουλάχ και «για εξίσου δυσνόητους λόγους ο Καρμάλ αποδέχθηκε την πρόταση»,[72] επιστρέφοντας στις 20 Ιουνίου 1991. (Αυτό μπορεί να έγινε μετά από εισήγηση της Αναχίτα Ρατεμπζάντ που βρισκόταν κοντά στον Καρμάλ και ήταν επίσης σεβαστή από τον Νατζιμπουλάχ και μεγάλο μέρος του αριστερού κινήματος στο Αφγανιστάν.) Αν το σχέδιο του Νατζιμπουλάχ ήταν να ενισχύσει τη θέση του στο Κόμμα Βατάν (το μετονομασμένο ΛΔΚΑ) κατευνάζοντας τα προσκείμενα στον Καρμάλ μέλη του Παρτσάμ, απέτυχε - η πτέρυγα του Καρμάλ έγινε κέντρο αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση του Νατζιμπουλάχ. Όταν ο Νατζιμπουλάχ ανατράπηκε το 1992, ο Καρμάλ έγινε ο ισχυρότερος πολιτικός στην Καμπούλ μέσω της ηγεσίας του Παρτσάμ. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις του με τους αντάρτες κατέρρευσαν γρήγορα, και στις 16 Απριλίου 1992 οι αντάρτες, με επικεφαλής τον Γκουλμπουντίν Χεκματιάρ, κατέλαβαν την εξουσία.[73] Μετά την πτώση της κυβέρνησης του Νατζιμπουλάχ, ο Καρμάλ είχε τη βάση του στο Χαϊρατάν. Εκεί, σύμφωνα με αναφορές, ο Καρμάλ χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου είτε προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα νέο κόμμα, είτε συμβουλεύοντας τους ψηφοφόρους να ενταχθούν στο Εθνικό Ισλαμικό Κίνημα (Junbish-i-Milli). Ο Αμπντούλ Ρασίντ Ντοστούμ, ηγέτης του Junbish-i-Milli, ήταν υποστηρικτής του Καρμάλ κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του. Δεν είναι γνωστό πόσο κατηύθυνε ο Καρμάλ τον Ντοστούμ, αλλά υπάρχουν μερικές ενδείξεις ότι ο Καρμάλ τον καθοδηγούσε από ανώτερη θέση. Η επιρροή του Καρμάλ στον Ντοστούμ εμφανίστηκε έμμεση – ορισμένοι από τους πρώην συνεργάτες του υποστήριζαν τον Ντοστούμ. Εκείνοι που μιλούσαν με τον Καρμάλ κατά την περίοδο αυτή σημείωσαν την έλλειψη ενδιαφέροντος του για την πολιτική.[74] Τον Ιούνιο του 1992 αναφέρθηκε ότι είχε πεθάνει σε αεροπορικό δυστύχημα μαζί με το Ντοστούμ, αν και αυτές οι αναφορές αργότερα αποδείχθηκαν ψευδείς.[75]

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1996, ο Καρμάλ πέθανε στην Κεντρική Κλινική της Μόσχας από καρκίνο του ήπατος. Η ημερομηνία του θανάτου του αναφέρεται από ορισμένες πηγές ως 1 Δεκεμβρίου[76] και από άλλες ως 3 Δεκεμβρίου.[77][78] Οι Ταλιμπάν συνόψισαν τη διακυβέρνησή του ως εξής:

[αυτός] διέπραξε όλα τα εγκλήματα κατά τη διάρκεια της παράνομης διακυβέρνησής του … Ο Θεός προκάλεσε σε αυτόν διάφορα είδη κακουχιών και πόνου. Τελικά πέθανε από καρκίνο σε νοσοκομείο που ανήκε στους πληρωτές του, τους Ρώσους.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το όνομα γέννησής του καταγράφεται επίσης και ως Σουλτάν Χασέμ από συγκεκριμένους ιστορικούς.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Babrak-Karmal. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. 2,0 2,1 2,2 (Αγγλικά) Find A Grave. 154289877. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Arnold 1983, σελ. 19.
  4. 4,0 4,1 4,2 Clements 2003, σελ. 141.
  5. Wahab & Youngerman 2007, σελ. 156.
  6. 6,0 6,1 6,2 H. Kakar & M. Kakar 1997, σελ. 65.
  7. Arnold 1983, σελ. 21.
  8. H. Kakar & M. Kakar 1997, σελ. 64.
  9. Misdaq 2006, σελ. 94.
  10. Rasanayagam 2005, σελ. 47.
  11. Rasanayagam 2005, σελίδες 47–48.
  12. Rasanayagam 2005, σελ. 48.
  13. Rasanayagam 2005, σελ. 49.
  14. Arnold 1983, σελ. 32.
  15. Arnold 1983, σελ. 33–34.
  16. Arnold 1983, σελ. 34.
  17. Arnold 1983, σελ. 35.
  18. Gladstone 2001, σελ. 113.
  19. Gladstone 2001, σελ. 114.
  20. Tomsen 2011, σελ. 105.
  21. 21,0 21,1 21,2 Tomsen 2011, σελ. 107.
  22. 22,0 22,1 Tomsen 2011, σελ. 110–111.
  23. 23,0 23,1 Gladstone 2001, σελ. 117.
  24. Brecher & Wilkenfeld 1997, σελ. 356.
  25. Asthana & Nirmal 2009, σελ. 219.
  26. Rasanayagam 2005, σελ. 70.
  27. Rasanayagam 2005, σελίδες 70–71.
  28. Rasanayagam 2005, σελ. 71.
  29. Rasanayagam 2005, σελίδες 72–73.
  30. 30,0 30,1 Westad 2005.
  31. Rasanayagam 2005, σελ. 296.
  32. Garthoff 1994, σελ. 1017.
  33. Braithwaite 2011, σελ. 99.
  34. 34,0 34,1 34,2 Braithwaite 2011, σελ. 103.
  35. Braithwaite 2011, σελίδες 103–104.
  36. H. Kakar & M. Kakar 1997, σελ. 71–72.
  37. H. Kakar & M. Kakar 1997, σελ. 72.
  38. 38,0 38,1 H. Kakar & M. Kakar 1997, σελ. 73.
  39. Yassari 2005, σελ. 13.
  40. 40,0 40,1 40,2 Braithwaite 2011, σελ. 104.
  41. Arnold 1994, σελ. 44.
  42. Arnold 1994, σελ. 45.
  43. 43,0 43,1 43,2 43,3 Arnold 1994, σελ. 48.
  44. Arnold 1994, σελ. 49.
  45. Arnold 1994, σελίδες 45–46.
  46. Arnold 1994, σελ. 46.
  47. Staff writers 2002, σελ. 64.
  48. Amtstutz 1994, σελ. 186.
  49. Arnold 1983, σελ. 111.
  50. 50,0 50,1 Amtstutz 1994, σελ. 180.
  51. Amtstutz 1994, σελ. 181.
  52. Bonosky 2001, σελ. 261.
  53. Levite, Jenteleson & Berman 1992, σελ. 80.
  54. 54,0 54,1 Arnold 1994, σελ. 47.
  55. Staff writers 2002, σελ. 86.
  56. «Economy». Afghanistan.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Φεβρουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 7 Μαρτίου 2019. 
  57. «Country Profile: Afghanistan». Illinois Institute of Technology. Ανακτήθηκε στις 7 Μαρτίου 2019. 
  58. 58,0 58,1 Collins 1986, σελ. 306.
  59. Collins 1986, σελ. 313–314.
  60. Collins 1986, σελ. 314.
  61. Qassem 2009, σελίδες 87–88.
  62. Hilali 2005, σελ. 50.
  63. Qassem 2009, σελ. 78.
  64. H. Kakar & M. Kakar 1997, σελ. 74.
  65. H. Kakar & M. Kakar 1997, σελ. 75.
  66. Kalinovsky 2011, σελ. 95.
  67. Kalinovsky 2011, σελ. 96.
  68. Kalinovsky 2011, σελίδες 96–97.
  69. 69,0 69,1 Kalinovsky 2011, σελ. 97.
  70. 70,0 70,1 Kalinovsky 2011, σελ. 98.
  71. Amtstutz 1994, σελ. 152.
  72. Steele 2011, σελ. 146.
  73. Clements 2003, σελ. 26 (xxvi).
  74. Giustozzi 2009, σελ. 182.
  75. «World IN BRIEF : AFGHANISTAN : General Denies Report of Fatal Crash» (στα αγγλικά). Los Angeles Times. 22 Ιουνίου 1992. ISSN 0458-3035. http://articles.latimes.com/1992-06-22/news/mn-687_1_plane-crash. Ανακτήθηκε στις 6 Μαρτίου 2019. 
  76. «Gestorben: Babrak Karmal». Der Spiegel. Spiegel Online. 9 Δεκεμβρίου 1996. Ανακτήθηκε στις 6 Μαρτίου 2019. 
  77. «Babrak Karmal». Encyclopædia Britannica. Ανακτήθηκε στις 6 Μαρτίου 2019. 
  78. Whitaker, Raymond (6 Δεκεμβρίου 1996). «Obituary: Babrak Karmal». The Independent. Independent Print Limited. Ανακτήθηκε στις 6 Μαρτίου 2019. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Adamec, Ludwig (2011). Historical Dictionary of Afghanistan. Scarecrow Press. ISBN 978-0-8108-7815-0. 
  • Amtstutz, J. Bruce (1994). Afghanistan: The First Five Years of Soviet Occupation. DIANE Publishing. ISBN 978-0788111112. 
  • Amtstutz, J. Bruce (1994). Afghanistan: Past and Present. DIANE Publishing. 
  • Arnold, Anthony (1983). Afghanistan's Two-party Communism: Parcham and Khalq. Hoover Press. ISBN 978-0-8179-7792-4. 
  • Asthana, N.C.. Nirmal, A. (2009). Urban Terrorism: Myths and Realities. Pointer Publishers. ISBN 978-81-7132-598-6. 
  • Bonosky, Phillip (2001). Afghanistan–Washington's Secret War. International Publishers. ISBN 978-0-7178-0732-1. 
  • Brecher, Michael. Wilkenfeld, Jonathan (1997). A Study of Crisis. University of Michigan Press. ISBN 978-0-472-10806-0. 
  • Braithwaite, Rodric (2011). Afgantsy: The Russians in Afghanistan, 1979–1989. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-983265-1. 
  • Clements, Frank (2003). Conflict in Afghanistan: a Historical Encyclopedia. ABC-CLIO. ISBN 978-1-85109-402-8. 
  • Collins, Joseph J. (198). Soviet Foreign Policy in a Changing World. Transaction Publishers. ISBN 9780202369242. 
  • Garthoff, Raymond (1994). Détente and Confrontation: American–Soviet relations from Nixon to Reagan. Brookings Institution Press. ISBN 978-0-8157-3041-5. 
  • Gladstone, Cary (2001). «Afghanistan: a Country Study (edited by Blood, Baxter, Dupree, Gouttierre & Newell)». Afghanistan Revisited. Nova Publishers. ISBN 978-1590334218. 
  • Giustozzi, Antonio (2009). Empires of Mud: War and Warlords of Afghanistan. Columbia University Press. ISBN 978-0-231-70080-1. 
  • Hilali, A. Z. (2005). US–Pakistan relationship: Soviet invasion of Afghanistan. Ashgate Publishing. ISBN 978-0-7546-4220-6. 
  • Leird, Robbin. Hoffmann, Erik. Collins, Joseph (1986). «Chapter 18: The Soviet – Afghan War: The First Four Years». Soviet foreign policy In a Changing World. Transaction Publishers. ISBN 978-0-202-24166-1. 
  • Levite, Ariel. Jenteleson, Bruce. Berman, Larry (1992). Foreign Military Intervention: The Dynamics of Protracted Conflict. Columbia University Press. ISBN 978-0-231-07295-3. 
  • Kakar, Hassan. Kakar, Mohammed (1997). Afghanistan: The Soviet Invasion and the Afghan Response, 1979–1982. University of California Press. ISBN 978-0-520-20893-3. 
  • Kalinovsky, Artemy (2011). A Long Goodbye: The Soviet Withdrawal from Afghanistan. Harvard University Press. ISBN 978-0-674-05866-8. 
  • Kamali, Mohammad Hashim (1985). Law in Afghanistan: a Study of the Constitutions, Matrimonial law and the Judiciary. BRILL Publishers. ISBN 978-90-04-07128-5. 
  • Kanet, Roger (1987). The Soviet Union, Eastern Europe, and the Third World. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-34459-3. 
  • Male, Beverley (1982). Revolutionary Afghanistan: A Reappraisal. Taylor & Francis. ISBN 978-0-7099-1716-8. 
  • Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. Taylor & Francis. ISBN 978-0415702058. 
  • Tomsen, Peter (2011). The Wars of Afghanistan: Messianic Terrorism, Tribal Conflicts, and the Failures of Great Powers. PublicAffairs. ISBN 978-1-58648-763-8. 
  • Qassem, Ahmad (2009). Afghanistan's Political Stability: a Dream Unrealised. Ashgate Publishing. ISBN 978-0-7546-7940-0. 
  • Rasanayagam, Angelo (2005). Afghanistan: A Modern History. I.B.Tauris. ISBN 978-1850438571. 
  • Rasanayagam, Angelo (2005). The Global Cold War: Third World Interventions and the Making of Our Times. I.B.Tauris. ISBN 978-0-521-85364-4. 
  • Rubin, Barnett (2002). The Fragmentation of Afghanistan: State Formation and Collapse in the International System (2η έκδοση). Yale University Press. ISBN 978-0-300-09519-7. 
  • Staff writers (2002). Regional Surveys of the World: Far East and Australasia 2003. Routledge. ISBN 978-1-85743-133-9. 
  • Steele, Jonathan (2011). Ghosts of Afghanistan: Hard Truths and Foreign Myths. Counterpoint Press. ISBN 978-1-58243-787-3. 
  • Wahab, Shaista. Youngerman, Barry (200). A Brief History of Afghanistan. Infobase Publishing. ISBN 978-0-8160-5761-0. 
  • Weiner, Myron. Banuazizi, Ali. Arnold, Anthony (1994). «Chapter 1: The Ephemeral Elite: The Failure of Socialist Afghanistan». The Politics of Social Transformation in Afghanistan, Iran, and Pakistan. Syracuse University Press. ISBN 978-0-8156-2608-4. 
  • Yassari, Nadjma (2005). The Sharīʻa in the Constitutions of Afghanistan, Iran, and Egypt: Implications for Private Law. Mohr Siebeck. ISBN 978-3-16-148787-3. 
Κυβερνητικά αξιώματα
Προκάτοχος
Χαφιζουλάχ Αμίν
Επικεφαλής του Προεδρείου του Επαναστατικού Συμβουλίου
27 Δεκεμβρίου 1979 – 24 Νοεμβρίου 1986
Διάδοχος
Χατζί Μοχαμάντ Τσαμκανί
Προκάτοχος
Χαφιζουλάχ Αμίν
Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου
27 Δεκεμβρίου 1979 – 11 Ιουνίου 1981
Διάδοχος
Σουλτάν Αλί Κεστμάντ
Κομματικά πολιτικά αξιώματα
Προκάτοχος
Χαφιζουλάχ Αμίν
Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος
27 Δεκεμβρίου 1979 – 4 Μαΐου 1986
Διάδοχος
Μοχαμάντ Νατζιμπουλάχ