Νουρ Μουχαμάντ Ταρακί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νουρ Μουχαμάντ Ταρακί
Nur Muhammad Taraki.JPG
Ο Νουρ Μουχαμάντ Ταρακί το 1970
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
نور محمد ترکۍ (Πάστο)
Γέννηση 15  Ιουλίου 1917[1]
Καμπούλ
Θάνατος 8  Οκτωβρίου 1979
Καμπούλ
Αιτία θανάτου δολοφονία
Εθνικότητα Παστούν
Χώρα πολιτογράφησης Αφγανιστάν
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Παστού
Σπουδές Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πολιτικός
ποιητής
συγγραφέας
δημοσιογράφος
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/Κίνημα Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Πρόεδρος του Αφγανιστάν (1978–1979)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Νουρ Μουχαμάντ Ταρακί (15 Ιουλίου 19178 Οκτωβρίου 1979) ήταν Αφγανός κομμουνιστής πολιτικός κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ο οποίος διετέλεσε Πρόεδρος του Αφγανιστάν από το 1978 έως το 1979. Ο Ταρακί γεννήθηκε κοντά στην Καμπούλ και σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Καμπούλ. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία ως δημοσιογράφος. Αργότερα έγινε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν και εξελέγη γενικός γραμματέας του κόμματος στο πρώτο συνέδριο του. Υπήρξε υποψήφιος στις βουλευτικές εκλογές του 1965 στο Αφγανιστάν, αλλά απέτυχε να εξασφαλίσει την εκλογή του. Το 1966 δημοσίευσε το πρώτο φύλλο της κομματικής εφημερίδας Khalq, η οποία έκλεισε λίγο αργότερα από την κυβέρνηση. Ηγήθηκε της συνιστώσας Χαλκ του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν. Το 1978, ο Ταρακί, μαζί με τον Χαφιζουλάχ Αμίν και τον Μπαμπράκ Καρμάλ υπήρξαν πρωτεργάτες της Εξέγερσης του Σαούρ και ίδρυσαν τη Λαϊκή Δημοκρατία του Αφγανιστάν.

Η προεδρία του Ταρακί, αν και βραχύβια, χαρακτηρίστηκε από συνεχείς διαμάχες. Η κυβέρνηση διαιρέθηκε μεταξύ των δύο συνιστωσών του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος: τους υποστηρικτές του Χαλκ (του οποίου ηγέτης ήταν ο Ταρακί και αποτελούσαν την πλειοψηφία), και τους υποστηρικτές του Παρτσάμ, που αποτελούσαν τη μειοψηφία. Ξεκίνησε εκκαθάριση της κυβέρνησης και του κόμματος που οδήγησε σε πολλά υψηλόβαθμα μέλη του Παρτσάμ σε εκ των πραγμάτων εξορία με την ανάθεση να υπηρετούν στο εξωτερικό ως πρεσβευτές. Ο Ταρακί πραγματοποίησε μεταρρύθμιση στη χερσαία ιδιοκτησία την 1η Ιανουαρίου 1979, η οποία αποδείχθηκε αρκετά μη δημοφιλής. Το καθεστώς του, επίσης, καταπίεσε βίαια τους αντιφρονούντες και επιθεώρησε τις σφαγές των χωρικών. Αυτοί οι παράγοντες, μεταξύ άλλων, οδήγησαν σε μια λαϊκή αντίδραση που ξεκίνησε μια εξέγερση. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο Ταρακί αποδείχθηκε αδύνατος να πείσει τη Σοβιετική Ένωση να παρέμβει υπέρ της αποκατάστασης της πολιτικής τάξης.

Η βασιλεία του χαρακτηρίστηκε από μία δικτατορικού τύπου[2] λατρεία προσωπικότητας με επίκεντρο τον εαυτό του που είχε καλλιεργηθεί από τον Αμίν. Ο κρατικός τύπος και η ακόλουθη προπαγάνδα άρχισαν να τον παρουσιάζουν ως τον «Μεγάλο ηγέτη» και τον «Μεγάλο Δάσκαλο».[3] Η σχέση του με τον Αμίν δυσχεράνθηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, καταλήγοντας τελικά στην ανατροπή του Ταρακί στις 14 Σεπτεμβρίου 1979 και στη συνέχεια στη δολοφονία του στις 8 Οκτωβρίου[4] κατόπιν εντολής του Αμίν. Ο θάνατός του ήταν ένας παράγοντας που οδήγησε στη σοβιετική εισβολή τον Δεκέμβριο.

Πέρα από την ενασχόλησή του με την πολιτική, από τη δεκαετία του 1940 έγραφε και μυθιστορήματα και διηγήματα στο ύφος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.[5]

Πρώτα χρόνια και σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ταρακί γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου 1917 από οικογένεια αγροτών Γκιλτζί Παστούν στην επαρχία Νάουα της περιοχής Γκαζνί του Αφγανιστάν. Ήταν το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο σχολείο στη Νάουα[6] πριν φύγει το 1932, σε ηλικία 15 ετών, για να εργαστεί στη Μουμπάι της Ινδίας. Εκεί γνωρίστηκε με μια εμπορική οικογένεια από την πόλη Κανταχάρ η οποία τον απασχόλησε ως υπάλληλο στην εταιρεία της. Η πρώτη συνάντηση του Ταρακί με τον κομμουνισμό ήταν κατά τα νυχτερινά μαθήμτα που παρακολουθούσε, όπου συναντήθηκε με μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ινδίας τα οποία τον εντυπωσίασαν με τις συζητήσεις τους για την κοινωνική δικαιοσύνη και τις κομμουνιστικές αξίες. Ένα άλλο σημαντικό γεγονός ήταν η συνάντησή του με τον Χαν Αμπντούλ Γκαφάρ Χαν, έναν εθνικιστή και ηγέτη του Κινήματος του Κόκκινου Πουκάμισου στη γειτονική Ινδία με καταγωγή από τους Παστούν, που ήταν θαυμαστής των έργων του Βλαντιμίρ Λένιν.[7]

Το 1937 ο Ταρακί άρχισε να εργάζεται για τον Αμπντούλ Ματζίντ Ζαμπουλί, Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος τον γνώρισε σε αρκετούς Ρώσους. Αργότερα ο Ταρακί έγινε αναπληρωτής επικεφαλής του ειδησεογραφικού πρακτορείου Bakhtar και έγινε γνωστός σε ολόκληρη τη χώρα ως συγγραφέας και ποιητής. Το πιο γνωστό βιβλίο του, το De Bang Mosaferi, υπογραμμίζει τις κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εργάτες και οι αγρότες του Αφγανιστάν.[7] Τα έργα του μεταφράστηκαν στη ρωσική γλώσσα στη Σοβιετική Ένωση, όπου το έργο του θεωρήθηκε ότι ενσωματώνει επιστημονικά σοσιαλιστικά θέματα. Αποκλήθηκε από τη σοβιετική κυβέρνηση ως «Μαξίμ Γκόρκι του Αφγανιστάν».[8] Κατά την επίσκεψή του στη Σοβιετική Ένωση, τον Ταρακί υποδέχθηκε ο Μπόρις Πονομάρεφ, επικεφαλής του Διεθνούς Τμήματος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης.[9]

Κατά την πρωθυπουργία του Μοχάμεντ Νταούντ Χαν, η καταστολή των ριζοσπαστών ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Ωστόσο, λόγω των γλωσσικών του δεξιοτήτων, ο Ταρακί στάλθηκε στην αφγανική πρεσβεία στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1952. Μέσα σε μερικούς μήνες ο Ταρακί άρχισε να καταγγέλλει την κυβέρνηση του Αφγανιστάν υπό τον βασιλιά Ζαχίρ Σαχ και τον κατηγόρησε ότι ήταν αυταρχικός και δικτατορικός. Η καταγγελία της αφγανικής κυβέρνησης του απέδωσε μεγάλη δημοσιότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επίσης, προκάλεσε αρνητικά σχόλια στις αρχές της πατρίδας του, οι οποίες τον απάλλαξαν από τη θέση του και τον διέταξαν να επαναπατριστεί, αλλά σύντομα τον αποδέσμευσε από την κράτησή του. Μετά από μία σύντομη περίοδο χωρίς εργασία, ο Ταρακί άρχισε να εργάζεται για τη Διπλωματική Αποστολή των Ηνωμένων Πολιτειών στην Καμπούλ ως διερμηνέας. Έφυγε από τη θέση αυτή το 1958 και ίδρυσε τη δική του εταιρεία διερμηνέων, το Γραφείο Μεταφράσεων Νουρ. Τέσσερα χρόνια αργότερα, άρχισε να εργάζεται στην αμερικανική πρεσβεία στην Καμπούλ, αλλά αποχώρησε το 1963 για να επικεντρωθεί στην ίδρυση του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν, ενός κομμουνιστικού πολιτικού κόμματος.[9]

Στο ιδρυτικό συνέδριο του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο διοργανώθηκε στην οικία του στην περιοχή Καρτέ Τσαρ της Καμπούλ[10], ο Ταρακί επικράτησε σε μια ανταγωνιστική εκλογική διαδικασία του Μπαμπράκ Καρμάλ στη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος την 1η Ιανουαρίου 1965. Ο Καρμάλ έγινε αναπληρωτής γραμματέας.[11] Ο Ταρακί υπήρξε υποψήφιος του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν κατά τις κοινοβουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1965, αλλά δεν κατάφερε να εκλεγεί.[12] Λίγο μετά τις εκλογές, άρχισε να εκδίδει τη Χαλκ, την πρώτη μεγάλη αριστερή εφημερίδα στο Αφγανιστάν. Η εφημερίδα απαγορεύτηκε μέσα σε ένα μήνα από το πρώτο του φύλλο. Το 1967, λιγότερο από δύο χρόνια μετά την ίδρυσή του, το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν διαχωρίστηκε σε διάφορες συνιστώσες. Οι μεγαλύτερες από αυτές ήταν η Χαλκ (Λαός) με επικεφαλής τον Ταρακί και η Παρτσάμ (Σημαία) με επικεφαλής τον Καρμάλ. Οι κυριότερες διαφορές μεταξύ των συνιστωσών ήταν ιδεολογικές, με τον Ταρακί να υποστηρίζει τη δημιουργία ενός λενινιστικού κράτους, ενώ ο Καρμάλ ήθελε να δημιουργήσει ένα «ευρύ δημοκρατικό μέτωπο».[13]

Στις 19 Απριλίου 1978 δολοφονήθηκε ένας εξέχων αριστερός ονόματι Μιρ Ακμπάρ Χαϊμπέρ και η δολοφονία αποδόθηκε στο καθεστώς της Δημοκρατίας του Αφγανιστάν του Μοχάμεντ Νταούντ Χαν. Ο θάνατός του αποτέλεσε σημείο συσπείρωσης για τους κομμουνιστές του Αφγανιστάν. Ο Νταούντ, φοβούμενος ένα κομμουνιστικό πραξικόπημα, διέταξε τη σύλληψη ορισμένων ηγετών του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, συμπεριλαμβανομένων των Ταρακί και Καρμάλ, ενώ άλλοι, όπως ο Χαφιζουλάχ Αμίν, βρίσκονταν σε κατ' οίκον περιορισμό.[14] Στις 27 Απριλίου 1978 ξεκίνησε η Εξέγερση του Σαούρ, σύμφωνα με πληροφορίες από τον Αμίν ο οποίος ακόμη βρισκόταν υπό κατ' οίκον περιορισμό. Ο Χαν σκοτώθηκε την επόμενη μέρα μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της οικογένειάς του. Το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα κατέλαβε γρήγορα τον έλεγχο και την 1η Μαΐου ο Ταρακί έγινε Πρόεδρος του Επαναστατικού Συμβουλίου, ένας ρόλος που κάλυπτε τις αρμοδιότητες τόσο του Προέδρου της χώρας όσο και του Επικεφαλής του Υπουργικού Συμβουλίου (αντίστοιχο του πρωθυπουργού σε δυτική χώρα). Η χώρα μετονομάστηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Αφγανιστάν, εγκαθιστώντας ένα καθεστώς που κράτησε μέχρι τον Απρίλιο του 1992.[15]

Προεδρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εγκατάσταση και εξυγίανση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ταρακί διορίστηκε Πρόεδρος του Επαναστατικού Συμβουλίου και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, διατηρώντας παράλληλα τη θέση του ως Γενικού Γραμματέα του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος. Αρχικά σχημάτισε κυβέρνηση, η οποία αποτελούνταν τόσο από μέλη των συνιστωσών του Χαλκ όσο και του Παρτσάμ.[16] Ο Καρμάλ έγινε Αναπληρωτής Πρόεδρος του Προεδρείου του Επαναστατικού Συμβουλίου[17] ενώ ο Αμίν ορίστηκε Υπουργός Εξωτερικών[16] και Αναπληρωτής Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου.[18] Σύντομα προκλήθηκαν εσωτερικές διαμάχες και αρκετά εξέχοντα μέλη του Χαλκ κατηγόρησαν τη συνιστώσα του Παρτσάμ για συνωμοσία εναντίον της κυβέρνησης του Ταρακί. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια εκκαθάριση του Χαλκ και του Παρτσάμ με τα πιο σημαίνοντα μέλη των συνιστωσών να αποστέλλονται έξω τη χώρα: ο Καρμάλ έγινε Πρέσβης του Αφγανιστάν στην Τσεχοσλοβακία και ο Μοχαμάντ Νατζιμπουλάχ έγινε πρεσβευτής στο Ιράν. Η εσωτερική διαμάχη δεν ήταν μόνο να βρεθεί πεδίο συνάντησης μεταξύ των μελών του Χαλκ και του Παρτσάμ. Η τεταμένη αντιπαλότητα μεταξύ του Ταρακί και του Αμίν είχε ξεκινήσει στη συνιστώσα του Χαλκ με αμφότερους να αγωνιούν για την εξουσία.[16]

Ο Καρμάλ ανακλήθηκε από την Τσεχοσλοβακία, αλλά αντί να επιστρέψει στο Αφγανιστάν, κρυβόταν με την Αναχίτα Ρατεμπζάντ, φίλη του και πρώην πρέσβειρα του Αφγανιστάν στη Γιουγκοσλαβία, καθώς φοβόταν τυχόν εκτέλεση αν επέστρεφε. Ο Μουχαμάντ Νατζιμπουλάχ τους ακολούθησε. Έτσι, ο Ταρακί αφαίρεσε όλους τους επίσημους τίτλους και την πολιτική εξουσία τους.[19]

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, επόπτευσε τις δολοφονίες άοπλων πολιτών από το καθεστώς, συμπεριλαμβανομένης της εξέγερσης της Χεράτ του 1979 και της σφαγής της Κεράλα.

Κοινωνικοοικονομικές αλλαγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταρρύθμιση της γης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυβέρνηση του Ταρακί ξεκίνησε την πραγματοποίηση μεταρρύθμισης της γης την 1η Ιανουαρίου 1979, η οποία επιχείρησε να περιορίσει την έκταση της γης που μπορούσε να κατέχει μια οικογένεια. Εκείνοι των οποίων η γαιοκτησία υπερέβαινε το όριο είδαν την ιδιοκτησία τους να κατάσχεται από την κυβέρνηση δίχως αποζημίωση. Η ηγεσία του Αφγανιστάν πίστευε ότι η μεταρρύθμιση θα είχε λαϊκή απήχηση στον αγροτικό πληθυσμό ενώ θα εξασθενούσε τη δύναμη της μπουρζουαζίας. Η μεταρρύθμιση ολοκληρώθηκε στα μέσα του 1979 και η κυβέρνηση διακήρυξε ότι είχαν αναδιανεμηθεί 665.000 εκτάρια (περίπου 1.632.500 στρέμματα). Η κυβέρνηση δήλωσε επίσης ότι μόνο 40.000 οικογένειες, ή το 4% του πληθυσμού, επηρεάστηκαν αρνητικά από τη μεταρρύθμιση της γης.[20]

Σε αντίθεση με τις προσδοκίες της κυβέρνησης, η μεταρρύθμιση δεν ήταν ούτε δημοφιλής ούτε παραγωγική. Οι γεωργικές συγκομιδές κατέρρευσαν και η ίδια η μεταρρύθμιση οδήγησε σε αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεταξύ των Αφγανών.[20] Όταν ο Ταρακί συνειδητοποίησε το βαθμό της λαϊκής δυσαρέσκειας για τη μεταρρύθμιση την εγκατέλειψε άμεσα.[21] Ωστόσο, η μεταρρύθμιση της γης εφαρμόστηκε σταδιακά στο πλαίσιο της μεταγενέστερης διακυβέρνησης του Καρμάλ, αν και η αναλογία της έκτασης που επηρεάστηκε από τη μεταρρύθμιση είναι ασαφής.[22]

Άλλες μεταρρυθμίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τους μήνες μετά το πραξικόπημα, ο Ταρακί και ηγέτες των άλλων κομμάτων ξεκίνησαν κι άλλες ριζοσπαστικές μαρξιστικές πολιτικές που αμφισβήτησαν τόσο τις παραδοσιακές αφγανικές αξίες όσο και τις καθιερωμένες παραδοσιακές δομές εξουσίας στις αγροτικές περιοχές. Ο Ταρακί εισήγαγε τις γυναίκες στην πολιτική ζωή και απαγόρευσε τους καταναγκαστικούς γάμους. Ωστόσο, κυβερνούσε ένα έθνος με βαθιά ισλαμική θρησκευτική κουλτούρα και μακρά ιστορία αντίστασης σε κάθε είδος ισχυρού κεντρικού κυβερνητικού ελέγχου[23] και συνεπώς πολλές από αυτές τις μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιήθηκαν σε εθνικό επίπεδο. Η λαϊκή δυσαρέσκεια των δραστικών αλλαγών του Ταρακί προκάλεσε έντονες αναταραχές σε όλη τη χώρα, περιορίζοντας τον κυβερνητικό έλεγχο σε μικρό μόνο χώρο.[24] Η δύναμη αυτής της αντίδρασης κατά της μεταρρύθμισης οδήγησε τελικά σε εμφύλιο πόλεμο στο Αφγανιστάν.[25]

Οι παραδοσιακές πρακτικές που θεωρούνταν φεουδαρχικές—όπως η τοκογλυφία, η χρηματική αξία της νύφης και ο καταναγκαστικός γάμος—απαγορεύτηκαν και η ελάχιστη ηλικία δυνατότητας τέλεσης γάμου αυξήθηκε.[26][27] Η κυβέρνηση υποστήριξε την εκπαίδευση τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες και ξεκίνησε μια φιλόδοξη εκστρατεία αλφαβητισμού.[28] Ο νόμος της Σαρίας καταργήθηκε και οι άνδρες ενθαρρύνονταν να κόψουν τις γενειάδες τους.

Κατά την προηγούμενη διακυβέρνηση του Μοχάμεντ Νταούντ Χαν, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα γραμματισμού που δημιουργήθηκε από την UNESCO με στόχο την εξάλειψη του αναλφαβητισμού μέσα σε 20 χρόνια. Η κυβέρνηση του Ταρακί προσπάθησε να μειώσει αυτό το χρονικό πλαίσιο από 20 σε 4 χρόνια, έναν μη ρεαλιστικό στόχο λόγω της έλλειψης καθηγητών και της περιορισμένης ικανότητας της κυβέρνησης να επιβλέψει μια τέτοια πρωτοβουλία. Η διάρκεια του σχεδίου αργότερα επεκτάθηκε σε επτά χρόνια από τους Σοβιετικούς ως συνέπεια της εισβολής της Σοβιετικής Ένωσης. Η πολιτιστική εστίαση του προγράμματος της UNESCO κηρύχθηκε «άχρηστη» από τον Ταρακί, ο οποίος όμως επέλεξε να εισαγάγει πολιτικό προσανατολισμό χρησιμοποιώντας τα φυλλάδια του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος και τα αριστερά φυλλάδια ως βασικό υλικό ανάγνωσης.[24]

Σχέσεις Αφγανιστάν–Σοβιετικής Ένωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ταρακί υπέγραψε Εικοσαετή Συνθήκη Φιλίας με τη Σοβιετική Ένωση στις 5 Δεκεμβρίου 1978, η οποία επέκτεινε σημαντικά τη σοβιετική βοήθεια στο καθεστώς του.[29] Μετά την εξέγερση της Χεράτ, ο Ταρακί επικοινώνησε με τον Αλεξέι Κοσύγκιν, Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ, και ζήτησε «πρακτική και τεχνική βοήθεια με άνδρες και όπλα». Ο Κόσυγκιν δεν ήταν θετικά διακείμενος προς την πρόταση βάσει των αρνητικών πολιτικών επιπτώσεων που θα είχε μια τέτοια ενέργεια για τη χώρα του και απέρριψε όλες τις περαιτέρω προσπάθειες του Ταρακί να ζητήσει τη βοήθεια από το σοβιετικό στρατό στο Αφγανιστάν.[30] Μετά την απόρριψη του Κοσύγκιν, ο Ταρακί ζήτησε βοήθεια από τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ, Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και αρχηγό του κράτους, ο οποίος τον προειδοποίησε ότι η πλήρης σοβιετική παρέμβαση «θα ευνοούσε μόνο τους εχθρούς μας – τόσο τους δικούς σου όσο και τους δικούς μας». Ο Μπρέζνιεφ επίσης συμβούλευσε τον Ταρακί να χαλαρώσει τις δραστικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και να επιδιώξει ευρύτερη υποστήριξη για το καθεστώς του.[31]

Το 1979, ο Ταρακί παρακολούθησε συνέδριο του Κινήματος των Αδεσμεύτων στην Αβάνα της Κούβας. Επιστρέφοντας στη Μόσχα στις 20 Μαρτίου, συναντήθηκε με τον Μπρέζνιεφ, τον Υπουργό Εξωτερικών Αντρέι Γκρόμικο και άλλους Σοβιετικούς αξιωματούχους. Φημολογήθηκε ότι ο Καρμάλ ήταν παρών στη συνάντηση σε μια προσπάθεια να συνασπιστεί η συνιστώσα Χαλκ του Ταρακί με την Παρτσάμ εναντίον του Αμίν και των οπαδών του.[32] Κατά τη συνάντηση, ο Ταρακί πέτυχε στη διαπραγμάτευση μερικής σοβιετικής υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένης της αναδιάταξης δύο σοβιετικών ένοπλων μεραρχιών στα σύνορα Σοβιετικής Ένωσης–Αφγανιστάν, την αποστολή 500 στρατιωτικών και πολιτικών συμβούλων και ειδικών και την άμεση παράδοση σοβιετικού οπλικού εξοπλισμού που πωλήθηκε κατά 25% χαμηλότερα από την αρχική τιμή. Ωστόσο, οι Σοβιετικοί δεν ήταν ευχαριστημένοι από τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν και ο Μπρέζνιεφ μετέδωσε στον Ταρακί την ανάγκη για ενότητα των κομμάτων. Παρά την επίτευξη αυτής της συμφωνίας με τον Ταρακί, οι Σοβιετικοί συνέχισαν να διστάζουν να επέμβουν περαιτέρω στο Αφγανιστάν και επανειλημμένα αρνήθηκαν τη σοβιετική στρατιωτική επέμβαση στα σύνορα του Αφγανιστάν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Ταρακί καθώς και αργότερα κατά τη διάρκεια της σύντομης διακυβέρνησης του Αμίν.[33]

Διάσπαση Ταρακί–Αμίν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τους πρώτους μήνες μετά την επανάσταση του 1978, ο Χαφιζουλάχ Αμίν και ο Ταρακί είχαν πολύ στενή σχέση. Ο Ταρακί ανέφερε ότι «ο Αμίν και εγώ είμαστε σαν νύχι και σάρκα, όχι χωριστά». Ο Αμίν έστησε τη λατρεία προσωπικότητας με επίκεντρο τον Ταρακί.[34] Στις κομματικές και τις κυβερνητικές συναντήσεις ο Αμίν αναφερόταν πάντοτε στον Ταρακί ως τον «Μεγάλο Ηγέτη», «Το Αστέρι της Ανατολής» ή τον «Μεγάλο Στοχαστή», μεταξύ άλλων τίτλων,[35] ενώ στον Αμίν αποδόθηκαν τίτλοι όπως «Ο Αληθινός Οπαδός και Μαθητής». Ο Αμίν αργότερα θα συνειδητοποιούσε ότι είχε δημιουργήσει ένα τέρας όταν η λατρεία προσωπικότητας που έμοιαζε με αυτή του Κιμ Ιλ-σονγκ και είχε κάνει τον Ταρακί να έχει υπερβολική αυτοπεποίθηση και να πιστεύει στη δική του λαμπρότητα.[34] Ο Ταρακί άρχισε να αγνοεί τις προτάσεις του Αμίν, προκαλόντας του μια βαθιά αίσθηση δυσαρέσκειας. Καθώς η σχέση τους μετατράπηκε σε όλο και πιο απόμακρη, αναπτύχθηκε ένας αγώνας εξουσίας μεταξύ τους για τον έλεγχο του Αφγανικού Εθνικού Στρατού.[34] Οι σχέσεις τους έφτασαν στα άκρα αργότερα εκείνο το έτος, όταν ο Ταρακί κατηγόρησε τον Αμίν για νεποτισμό, μιας και ο Αμίν είχε διορίσει πολλά μέλη της οικογένειας του σε υψηλόβαθμες θέσεις.[36]

Ο Ταρακί μπορούσε να βασιστεί στην υποστήριξη τεσσάρων εξεχόντων αξιωματικών του στρατού στον αγώνα του εναντίον του Αμίν: τους Ασλάμ Βαταντζάρ, Σαγιέντ Μοχαμάντ Γκουλαμπζόι, Σερτζάν Μαζντοργιάρ και Ασαντουλάχ Σαρβαρί. Αυτοί οι άνδρες είχαν προσχωρήσει στο Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν όχι για ιδεολογικούς λόγους, αλλά λόγω των υψηλών πολιτικών φιλοδοξιών τους. Είχαν αναπτύξει επίσης στενή σχέση με τον Αλεξάντερ Πουζανόφ, τον σοβιετικό πρεσβευτή στο Αφγανιστάν, ο οποίος ήταν πρόθυμος να τους χρησιμοποιήσει κατά του Αμίν. Μετά την εξέγερση της πόλης Χεράτ στις 17 Μαρτίου 1979, το Πολιτικό Γραφείο του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν και το Επαναστατικό Συμβούλιο ίδρυσαν το Ανώτερο Συμβούλιο Άμυνας της Πατρίδας, στο οποίο εξελέγη πρόεδρος ο Ταρακί ενώ ο Αμίν έγινε αντιπρόεδρος του. Την ίδια εποχή, ο Ταρακί άφησε τη θέση του προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου και ο Αμίν εξελέγη διάδοχός του. Ωστόσο, η νέα θέση του Αμίν του προσέφερε ελάχιστη πραγματική επιρροή. Ως πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Αμίν είχε την εξουσία να εκλέγει κάθε μέλος του υπουργικού συμβουλίου, αλλά όλες οι επιλογές έπρεπε να εγκριθούν από τον αρχηγό του κράτους, τον Ταρακί. Στην πραγματικότητα, μέσω αυτού του ελιγμού, ο Ταρακί μείωσε αποτελεσματικά την εξουσία του Αμίν, αναγκάζοντάς τον να παραιτηθεί από τον στρατό του Αφγανιστάν, προκειμένου να αναλάβει τις υποτιθέμενες βαρύτατες ευθύνες της νέας αλλά τελικά ανίσχυρης θέσης του.[37]

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ταρακί στο συνέδριο του Κινήματος των Αδέσμευτων στην Κούβα, η Συμμορία των Τεσσάρων είχε λάβει μια αναφορά ότι ο Αμίν σχεδιάζει να τους συλλάβει ή να τους σκοτώσει. Αυτή η αναφορά, όπως αποδείχθηκε, ήταν λανθασμένη.[37] Παρ' όλα αυτά, η Συμμορία των Τεσσάρων διατάχθηκε να δολοφονήσει τον Αμίν, και ο αρχηγός της Σαρβαρί επέλεξε τον ανιψιό του Αζίζ Ακμπαρί για την πραγματοποίηση της δολοφονίας. Ωστόσο, ο Ακμπαρί δεν ενημερώθηκε ότι ήταν ο επιλεγμένος δολοφόνος ή ότι ήταν μυστική αποστολή και εμπιστεύτηκε τις πληροφορίες σε επαφές του στη σοβιετική πρεσβεία. Η πρεσβεία απάντησε προειδοποιώντας τον Αμίν για την απόπειρα δολοφονίας, με αποτέλεσμα να τον σώσει από σίγουρο θάνατο.[32]

Δολοφονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1979, ο Αμίν υποδέχθηκε τον Ταρακί στο αεροδρόμιο κατά την επιστροφή του Καμπούλ από τη Μόσχα. Η πτήση είχε προγραμματιστεί να προσγειωθεί στις 2:30, αλλά ο Αμίν υποχρέωσε την καθυστέρηση της προσγείωσης κατά μία ώρα ως επίδειξη κυβερνητικής ισχύος προς τον Ταρακί.[32] Λίγο αργότερα, ο Ταρακί, αντί να ενημερώσει το υπουργικό συμβούλιο για τη Σύνοδο Κορυφής στην Αβάνα, προσπάθησε έμμεσα να απολύσει τον Αμίν από τη θέση του σύμφωνα με το σχέδιο των Σοβιετικών. Επιδίωξε να εξουδετερώσει την εξουσία και την επιρροή του Αμίν, ζητώντας του να υπηρετήσει στο εξωτερικό ως πρεσβευτής, αλλά ο Αμίν απέρριψε την πρόταση, λέγοντας: «Εσύ είσαι αυτός που πρέπει να φύγει! Λόγω του ποτού και της ηλικίας σου, έχεις χάσει τα λογικά σου». Την επόμενη μέρα ο Ταρακί κάλεσε τον Αμίν στο προεδρικό μέγαρο για γεύμα μαζί με αυτόν και τη Συμμορία των Τεσσάρων. Ο Αμίν απέρριψε την πρόταση, δηλώνοντας ότι θα προτιμούσε να παραιτηθεί αντί να γευματίσει μαζί τους. Ο Σοβιετικός πρεσβευτής Πουζανώφ κατάφερε να πείσει τον Αμίν να επισκεφθεί το ανάκτορο μαζί με τον Σαγιέντ Νταούντ Ταρούν, αρχηγό της αστυνομίας και τον Ναβάμπ Αλί (αξιωματικό της υπηρεσίας πληροφοριών). Μέσα στο ανάκτορο στις 14 Σεπτεμβρίου, οι σωματοφύλακες άνοιξαν πυρ κατά των καλεσμένων. Ο Ταρούν σκοτώθηκε, αλλά ο Αμίν υπέστη μόνο τραυματισμούς και δραπέτευσε στο αυτοκίνητό του, οδηγώντας στο Υπουργείο Άμυνας. Λίγο αργότερα, ο Αμίν έθεσε τον στρατό σε υψηλό συναγερμό, διέταξε την κράτηση του Ταρακί και τηλεφώνησε στον Πουζανώφ για να του αναφέρει το περιστατικό. Εκείνο το βράδυ στις 6:30 μ.μ., τανκς του 4ου Θωρακισμένου Σώματος εισήλθαν στην πόλη και κατέλαβαν τις κυβερνητικές θέσεις. Ο Αμίν επέστρεψε στο παλάτι με ένα σώμα αξιωματικών του Στρατού και συνέλαβε τον Ταράκι. Η Συμμορία των Τεσσάρων, όμως, είχε «εξαφανιστεί», καταφεύγοντας στη σοβιετική πρεσβεία.[38]

Οι Σοβιετικοί προσπάθησαν να αποτρέψουν την Αμίν από το να απομακρύνει τον Ταρακί και τους συνεργάτες του από τις θέσεις τους, αλλά ο Αμίν αρνήθηκε. Στις 15 Σεπτεμβρίου ένα σοβιετικό Τάγμα στην Αεροπορική Βάση Μπαγκράμ και την πρεσβεία προσπάθησε να διασώσει τον Ταρακί, αλλά ποτέ δεν του δόθηκε εντολή να κάνει οποιαδήποτε κίνηση καθώς θεωρήθηκε ότι οι δυνάμεις του Αμίν είχαν το πλεονέκτημα.[39] Στις 8 μ.μ. στις 16 Σεπτεμβρίου, το ραδιόφωνο της Καμπούλ ανακοίνωσε ότι ο Ταρακί ενημέρωσε το Πολιτικό Γραφείο του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος ότι δεν είναι πλέον σε θέση να συνεχίσει τα καθήκοντά του και ότι το Πολιτικό Γραφείο εξέλεξε τον Αμίν ως νέο Γενικό Γραμματέα. Μετά τη σύλληψη του Ταρακί, ο Αμίν συζήτησε το περιστατικό με τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ, στον οποίο ανέφερε: «Ο Ταρακί είναι ακόμα εδώ. Τι πρέπει να κάνω με την περίπτωσή του;»[38] Ο Μπρέζνιεφ απάντησε ότι ήταν δική του επιλογή. Ο Αμίν, ο οποίος τώρα πίστευε ότι είχε την πλήρη υποστήριξη των Σοβιετικών, διέταξε τον θάνατο του Ταρακί. Ο θάνατος του Ταρακί συνέβη στις 8 Οκτωβρίου 1979, όταν (σύμφωνα με τις περισσότερες αναφορές) πνίγηκε με μαξιλάρια από τρεις άνδρες υπό τις εντολές του Αμίν. Ο Ταρακί δεν αντιστάθηκε ούτε ανέφερε κάτι σύμφωνα με τις οδηγίες των ανδρών που τον ξάπλωσαν στο κρεβάτι για να τον πνίξουν.[40] Το σώμα του τάφηκε κρυφά από τους άντρες τη νύχτα. Τα νέα συγκλόνισαν τον Μπρέζνιεφ που είχε ορκιστεί να προστατεύσει τον Ταρακί. Ήταν επίσης ένας από τους λόγους της σοβιετικής παρέμβασης δύο μήνες αργότερα. Τα αφγανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν δύο μέρες αργότερα ότι ο τραυματίας Ταρακί είχε πεθάνει από μια «σοβαρή ασθένεια», παραλείποντας την αναφορά σε οποιαδήποτε στοιχεία για τη δολοφονία του.[38][41]

Μετά τον θάνατο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την ημέρα που δολοφονήθηκε ο Ταρακί, 28 άνδρες και γυναίκες από την οικογένεια του Ταρακί, συμπεριλαμβανομένης της συζύγου και του αδελφού του, φυλακίστηκαν στη φυλακή Πουλ-ε-Τσαρκί.[42] Αφού ο Καρμάλ ανέλαβε την εξουσία, τα μέλη της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένης της χήρας του Ταρακί, απελευθερώθηκαν.[43]

Στο φύλλο της Kabul New Times της 2ας Ιανουαρίου 1980 (η ημέρα της 15ης επετείου ίδρυσης του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν), η Υπουργός Παιδείας Αναχίτα Ρατεμπζάντ ονόμασε τον Ταρακί ως «τον μάρτυρα γιο της χώρας» και καταδίκασε τον Χαφιζουλάχ Αμίν ως «τον άγριο δεσποτικό, θηριώδη, ανισόρροπο και αναγνωρισμένο κατάσκοπο του ιμπεριαλισμού της Αμερικής».[44]

Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μυθιστορήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • De Bang musāfirī , το πρώτο του γνωστό μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε το 1957. Το Ταξίδι του Μπανγκ εξετάζει τον κόσμο της φυλής των παστούν μέσω μαρξιστικής όψης, «μια απομίμηση στα παστού των έργων του σοβιετικού μυθιστοριογράφου Μαξίμ Γκόρκι»[45]
  • Ṡaṛah , κριτική για τους φεουδαρχικούς άρχοντες του Αφγανιστάν
  • Sangsar
  • Spīn
  • Be tarbiyatah zoy

Διηγήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Mochī: da lánḍo kīso ṭolagah

Δοκίμια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Pahāron kā baiṭā: ek Pukhtun kī dāstān-i alam, γραμμένο στη γλώσσα ούρντου, κυρίως σχετικά με τις κοινωνικο-πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες στο Βαλουχιστάν

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Nur-Mohammad-Taraki. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. Boots on the Ground: The Fight to Liberate Afghanistan from Al-Qaeda and the Taliban, 2001-2002 του Dick Camp, 2012.
  3. Before Taliban: Genealogies of the Afghan Jihad, του David B. Edwards, 2002.
  4. Hafeez, Malik (1994). Soviet-Pakistan Relations and Post-Soviet Dynamics, 1947–92. Hampshire, σελ. 263. ISBN 978-1-349-10573-1. https://books.google.co.uk/books?id=Yca-DAAAQBAJ&pg=PA263. 
  5. Shaista Wahab & Barry Youngerman, A Brief History of Afghanistan , Infobase Publishing (2007), σελ. 137
  6. Reddy, L.R. (2002). Inside Afghanistan: End of the Taliban Era?. USA: APH Publishing, σελ. 79. ISBN 978-8176483193. 
  7. 7,0 7,1 Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. Taylor & Francis, σελ. 107. ISBN 978-0415702058. 
  8. Misdaq,, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. Milton Park, UK: Taylor & Francis, σελ. 107–108. ISBN 978-0415702058. 
  9. 9,0 9,1 Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. London: Taylor & Francis, σελ. 108. ISBN 978-0415702058. 
  10. Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. Milton Park, UK: Taylor & Francis, σελ. 103. ISBN 978-0415702058. 
  11. Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. Milton Park, UK: Taylor & Francis, σελ. 101. ISBN 978-0415702058. 
  12. Dorronsoro, Gilles (2005). Revolution Unending: Afghanistan, 1979 to the Present. London: C. Hurst & Co. Publishers, σελ. 74. ISBN 978-0231136266. 
  13. Gladstone, Cary (2001). Afghanistan Revisited. Nova Publishers, σελ. 113. ISBN 978-1590334218. 
  14. Gladstone, Cary (2001). Afghanistan Revisited. New York: Nova Publishers, σελ. 116. ISBN 978-1590334218. 
  15. Gladstone, Cary (2001). Afghanistan Revisited. New York: Nova Publishers, σελ. 116–117. ISBN 978-1590334218. 
  16. 16,0 16,1 16,2 Gladstone, Cary (2001). Afghanistan Revisited. New York: Nova Publishers, σελ. 117. ISBN 978-1590334218. https://books.google.com/books?id=aH_KCWVB6W0C&pg=PA117. 
  17. Brecher, Michael. Wilkenfeld, Jonathan (1997). A Study of Crisis. Michigan: University of Michigan Press, σελ. 356. ISBN 978-0-472-10806-0. https://books.google.com/books?id=GjY7aV_6FPwC&pg=PA356. 
  18. Asthana, N.C.. Nirmal, A. (2009). Urban Terrorism: Myths and Realities. Jaipur: Pointer Publishers, σελ. 219. ISBN 978-81-7132-598-6. https://books.google.com/books?id=8EqWnqdsgZMC&pg=PA219. 
  19. Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. Taylor & Francis, σελ. 319. ISBN 978-0415702058. 
  20. 20,0 20,1 Amtstutz, J. Bruze (1994). Afghanistan: The First Five Years of Soviet Occupation. Derby, PA: DIANE Publishing, σελ. 315. ISBN 978-0788111112. 
  21. Amtstutz, J. Bruce (1994). Afghanistan: The First Five Years of Soviet Occupation. USA: DIANE Publishing, σελ. 315–316. ISBN 978-0788111112. 
  22. Amtstutz, J. Bruce (1994). Afghanistan: The First Five Years of Soviet Occupation. DIANE Publishing, σελ. 316. ISBN 978-0788111112. 
  23. Ishiyama, John (March 2005). The Sickle and the Minaret: Communist Successor Parties in Yemen and Afghanistan after the Cold War. 19. Middle East Review of International Affairs. 
  24. 24,0 24,1 Amtstutz, J. Bruce (1994). Afghanistan: The First Five Years of Soviet Occupation. Derby, PA: DIANE Publishing, σελ. 317. ISBN 978-0788111112. 
  25. Brown, Archie (2009). The Rise & Fall of Communism. London: Bodley Head, σελ. 356. ISBN 978-0-224-07879-5. 
  26. «Women's Rights in the PDPA». En.convdocs.org. 4 Νοεμβρίου 1978. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2019. 
  27. «Secular PDPA». Countrystudies.us. Ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2019. 
  28. «Women in Afghanistan: Pawns in men's power struggles». Amnesty International. Ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2019. 
  29. Rubinstein, Alvin (1990). Moscow's Third World Strategy. Princeton: Princeton University Press, σελ. 134. ISBN 978-0-691-02332-8. 
  30. Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. London: Taylor & Francis, σελ. 134. ISBN 978-0415702058. 
  31. Grigory, Paul (2008). Lenin's Brain and Other Tales from the Secret Soviet Archives. Hoover Press, σελ. 121. ISBN 978-0817948122. 
  32. 32,0 32,1 32,2 Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. London: Taylor & Francis, σελ. 124. ISBN 978-0415702058. 
  33. Rasanayagam, Angelo (2005). Afghanistan: A Modern History. London: I.B.Tauris, σελ. 86–88. ISBN 978-1850438571. 
  34. 34,0 34,1 34,2 Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. London: Taylor & Francis, σελ. 122. ISBN 978-0415702058. 
  35. Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. London: Taylor & Francis, σελ. 119. ISBN 978-0415702058. 
  36. Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. London: Taylor & Francis, σελ. 122–123. ISBN 978-0415702058. 
  37. 37,0 37,1 Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. London: Taylor & Francis, σελ. 123. ISBN 978-0415702058. 
  38. 38,0 38,1 38,2 Misdaq, Nabi (2006). Afghanistan: Political Frailty and External Interference. London: Taylor & Francis, σελ. 125. ISBN 978-0415702058. 
  39. Afgantsy: The Russians in Afghanistan 1979-89, Rodric Braithwaite
  40. «Coda: The Death of a President». publishing.cdlib.org. Ανακτήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2019. 
  41. Byrne, Malcolm; Zubok, Vladislav (1995). «The Intervention in Afghanistan and the Fall of Detente – A Chronology [Prepared for a Nobel Symposium in 1995]» (PDF). National Security Archive. σελ. 26. Ανακτήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2019. 
  42. My Three Lives on Earth: The Life Story of an Afghan American, του Tawab Assifi
  43. Philip, Bonosky (1985). Washingtons Secret War Against Afghanistan. New York: International Publishers. ISBN 0717807320. https://www.scribd.com/document/345774276/washingtons-secret-war-against-afghanistan. 
  44. «VOL. XVII NO. 2». Kabul New Times. 2 Ιανουαρίου 1980. http://content.library.arizona.edu/cdm/compoundobject/collection/p16127coll6/id/11040/rec/1. Ανακτήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2019. 
  45. Mohammed Kakar, Afghanistan: The Soviet Invasion and the Afghan Response, 1979-1982, University of California Press (1997), σελ. 317

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κομματικά πολιτικά αξιώματα
Προκάτοχος
Δημιουργία της θέσης
Γενικός Γραμματέας του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν
1 Ιανουαρίου 1965 – 14 Σεπτεμβρίου 1979
Διάδοχος
Χαφιζουλάχ Αμίν
Κυβερνητικά αξιώματα
Προκάτοχος
Αμπντούλ Καντίρ
Πρόεδρος του Επαναστατικού Συμβουλίου
30 Απριλίου 1978 – 14 Σεπτεμβρίου 1979
Διάδοχος
Χαφιζουλάχ Αμίν
Προκάτοχος
Μοχαμάντ Μουσά Σαφίκ
1972–1973
Επικεφαλής του Υπουργικού Συμβουλίου
1 Μαΐου 1978 – 27 Μαρτίου 1979
Διάδοχος
Χαφιζουλάχ Αμίν