Λούντβιχ Κύμπλερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λούντβιχ Κύμπλερ
2 Σεπτεμβρίου 1889 – 18 Αυγούστου 1947 (ετών 57)
Ludwig Kubler.jpg
Ο Λούντβιχ Κύμπλερ στις 27 Οκτωβρίου του 1939
Τόπος γέννησης Ούντερντιλ, Μόναχο
Τόπος θανάτου Λιουμπλιάνα, Γιουγκοσλαβία
Παρατσούκλι Ακάματος Νούρμι
Τρόμος της Αδριατικής
Εθνικότητα Flag of Germany.svg Γερμανική
Χώρα υπηρεσίας Flag of the German Empire.svg Γερμανικό Ράιχ
Flag of Germany (3-2 aspect ratio).svg Δημοκρατία της Βαϊμάρης
Flag of the NSDAP (1920–1945).svg Ναζιστική Γερμανία
Κλάδος War Ensign of Germany 1903-1918.svg Ράιχσχερ (ως το 1918)
Flag of Weimar Republic (war).svg Ράιχσβερ (ως το 1935)
Balkenkreuz.svg Βέρμαχτ (ως το 1945)
Εν ενεργεία 19081945
Βαθμός Στρατηγός των Ορεινών Στρατευμάτων (General der Gebirgstruppe)
Διοικήσεις 1η Ορεινή Μεραρχία, XXXXIX Ορεινό Σώμα Στρατού, LXXXXVII Σώμα Στρατού
Σημαντικές μάχες/
πόλεμοι
Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Αξιοσημείωτες
διακρίσεις
Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού

Ο Λούντβιχ Κύμπλερ (γερμανικά: Ludwig Kübler) (* 2 Σεπτεμβρίου 1889, Ούντερντιλ του Μονάχου, † 18 Αυγούστου 1947 στη Λιουμπλιάνα, Γιουγκοσλαβία) ήταν Γερμανός Στρατηγός των Ορεινών Στρατευμάτων (General der Gebirgstruppe) κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπήρξε ένας από τους κυριότερους οργανωτές των Ορεινών Στρατευμάτων της Γερμανίας και στο πρώτο μισό του πολέμου είχε μία εξαιρετική σταδιοδρομία, πριν πέσει στις αρχές του 1942 σε δυσμένεια, καθώς δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του Αδόλφου Χίτλερ ως διοικητής Στρατιάς.[εκκρεμεί παραπομπή] Στο δεύτερο μισό του πολέμου ήταν διοικητής μονάδων που απασχολούνταν σε επιχειρήσεις κατά των ανταρτών στη Σοβιετική Ένωση και στα κατεχόμενα από τους Γερμανούς Βαλκάνια. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, τον Μάιο του 1945, ο Κύμπλερ περιήλθε σε γιουγκοσλαβική αιχμαλωσία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε για τα εγκλήματα που διέπραξε, ακόμη και κατά του άμαχου πληθυσμού κατά τη διάρκεια του πολέμου τόσο στο Ανατολικό Μέτωπο όσο και στα Βαλκάνια και καταδικάστηκε σε θάνατο δι' απαγχονισμού. Μεταπολεμικά, το όνομά του έγινε ευρύτερα γνωστό στη Γερμανία λόγω της αντιπαράθεσης που ανέκυψε σχετικά με την αλλαγή του ονόματος στρατοπέδου του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στρατού που έφερε το όνομά του. Τελικώς, την ετυμηγορία έδωσε το Γραφείο Έρευνας Στρατιωτικής Ιστορίας (Militärgeschichtliches Forschungsamt) κατά το οποίο ο Κύμπλερ ήταν «ιδιαίτερα θετικά διακείμενος προς τον Εθνικοσοσιαλισμό» και διέθετε «υπερβολική σκληρότητα και στυγνότητα» προκαλώντας τη μετονομασία του στρατοπέδου το Νοέμβριο του ίδιου έτους.

Πρόσωπο και προσωπικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν παντρεμένος με την Γιοχάνα Κύμπλερ, με την οποία απέκτησε δύο κόρες (Ελίζαμπετ και Μαριάνε) και ζούσε με την οικογένειά του στο Μόναχο. Διατηρούσε με τον σωματοφύλακά του Χανς Ντάουερερ, από το 1939 ως το 1945.[1] Ο Κύμπλερ ήταν επίσης μία «δύσκολη προσωπικότητα». Πολλά στοιχεία της ήταν αντικρουόμενα: στην προσωπική του ζωή περιγραφόταν ως «πράος» και ήταν εξαίρετος τσελίστας και εντυπωσίαζε τους στρατιώτες του με την σωματική του δύναμη και τη φυσική του κατάσταση. Από την άλλη, δεν ανεχόταν κριτική και αντιρρήσεις από τους ιεραρχικά κατωτέρους του. Περιγραφόταν σαν στενοκέφαλος, δογματικός και είχε «βίαιους τρόπους» ιδιαίτερα όταν αμφισβητούνταν οι διαταγές του[εκκρεμεί παραπομπή]. Λόγω τραυματισμού του κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο είχε μία δυσάρεστη ουλή στα αριστερά του προσώπου του.[2] Λόγω αυτού προτιμούσε πάντοτε φωτογραφίες από το δεξί του προφίλ.

Ο επί μακρόν συνεργάτης του Κύμπλερ Δρ. Βόλφγκανγκ Μπερνκλάου έδωσε επίσης μία περιγραφή του: «Λιπόσαρκος, μέσου ύψους (175 εκ.) […] Ο τρόπος ομιλίας αποφασιστικός, κοφτός, δογματικός, μη-μελωδικός.» Ήταν επίσης γεμάτος από εργασιακά στερεότυπα και προκαταλήψεις, ενώ έκανε αυστηρή αυτοκριτική. Ακόμη ήταν «εσωστρεφής, μνησίκακος και καθόλου κοινωνικός» – εν γένει, ένας απόμακρος και απολυταρχικός αξιωματικός. «Ευαίσθητη ανθρώπινη θέρμη, υποχωρητικότητα και συγχώρηση ήταν ξένες σε αυτόν […].» Οι υφιστάμενοί του τον φοβούνταν. Δεν ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός και εγκατέλειπε συζητήσεις που δεν είχαν σχέση με τον στρατό ή τον πόλεμο.[3]

Υπογραφή του Κύμπλερ (1945)

Σε νεαρή ηλικία, ο Κύμπλερ προσανατολιζόταν πολιτικά στο στρατόπεδο των συντηρητικών-εθνικιστών ως το 1933, οπότε και ήρθε σε κοντινότερη επαφή με το NSDAP και το παραστρατιωτικό του όργανο, τα SA.[4] Έκτοτε άρχισε να τάσσεται πλέον ανοικτά στο σώμα των ταγμένων εθνικοσοσιαλιστών αξιωματικών της Βέρμαχτ.[5] Υπέγραφε έτσι τις διαταγές του κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με ένα «Χάιλ Χίτλερ» ή «Χάιλ στον Φύρερ», οι δε διαταγές επίθεσης που εξέδωσε στη μεραρχία του εναντίον της Γαλλίας το 1940 είχαν κωδικό όνομα «Ο Φύρερ».[4] Όλα αυτά στον καιρό που οι αξιωματικοί της Βέρμαχτ έπρεπε να αποστασιοποιούνται από την πολιτική, και ούτε διαφοροποιούσαν τους στρατιωτικούς τους χαιρετισμούς από τον καθιερωμένο στρατιωτικό τύπο. Στο στρατιωτικό του κατάλυμα υπήρχε η ναζιστική σημαία και ένας πίνακας του Φύρερ. Κατέβαλε επίσης προσπάθειες για να κατηχήσει τα ορεινά του στρατεύματα στον Εθνικοσοσιαλισμό,[6] κάτι που μόνο η SS εφάρμοζε σε τακτικό επίπεδο.

Στρατιωτική Σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λούντβιχ Κύμπλερ γεννήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1889 στο Ούντερντιλ του Μονάχου. Ήταν γιος του γιατρού Βίλχελμ Κύμπλερ και της Ρόζα Μπράουν. Είχε έξι αδελφούς και δύο αδελφές – ο κατά επτά χρόνια μεγαλύτερός του Γιόζεφ Κύμπλερ ακολούθησε και αυτός τη σταδιοδρομία του αξιωματικού. Το 1895 εισήλθε στο Δημοτικό σχολείο (Volksschule) στο Φόρστενριντ, όπου φοίτησε για τα επόμενα τρία χρόνια πριν μεταγραφεί στο Μόναχο για να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του. Από το 1895 ως το 1902 φοιτούσε στο λεγόμενο Προ-γυμνάσιο (Progymnasium) του μοναστηριού Σέφτλαρν (Schäftlarn) και μετά στο Γυμνάσιο Ρόζενχαϊμερ και το ανθρωπιστικό Γυμνάσιο Λούντβιχ (Ludwigsgymnasium). Αποφοίτησε το 1908 με άριστους βαθμούς.[7]

Ο Κύμπλερ είχε πλέον, ως άριστος απόφοιτος, την ευκαιρία να φοιτήσει στο αξιοζήλευτο Μαξιμιλιάνειο, όπου εισέρχονταν ταλαντούχοι μαθητές. Αντί αυτού όμως, προτίμησε να ακολουθήσει καριέρα στρατιωτικού, πράγμα που υλοποίησε στις 20 Ιουλίου 1908 με την είσοδό του ως δόκιμος στο 15ο Αυτοκρατορικό Βαυαρικό Σύνταγμα Πεζικού «Αυτοκράτωρ Φρίντριχ Άουγκουστ της Σαξονίας». Μετά την προαγωγή του σε δόκιμο αξιωματικό φοίτησε από την 1η Οκτωβρίου 1909 ως τις 14 Οκτωβρίου 1910 στη Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου, απ' όπου αποφοίτησε πέμπτος καλύτερος από τους 166 μαθητές της τάξης του. Από τις 23 Οκτωβρίου 1910 τέθηκε σε ισχύ ο βαθμός του ως ανθυπολοχαγού. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Κύμπλερ έλαβε μέρος σε διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα, με ιδιαίτερη βαρύτητα στη χρήση του πολυβόλου και έμαθε από τον ανώτερό του, συνταγματάρχη Λούντβιχ φον Τούτσεκ, την οργάνωση της κινητοποίησης του συντάγματός του.[7]

Όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Κύμπλερ πολέμησε με το σύνταγμά του στο Δυτικό Μέτωπο στη Βόρεια Γαλλία, στη Λωραίνη και το Σαιν-Κεντέν, ως διοικητής ενός λόχου πολυβόλων, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο 1914. Στη θέση αυτή, στις 24 Σεπτεμβρίου 1914, τραυματίστηκε στο πρόσωπο από θραύσματα χειροβομβίδας, τα οποία άφησαν μία αποκρουστική ουλή στα αριστερά του προσώπου του, σπάζοντας επίσης τη μύτη του. Αν και η πληγή του δεν είχε επουλωθεί πλήρως, ο Κύμπλερ επέστρεψε στο σύνταγμά του στις 13 Ιανουαρίου 1915 και έλαβε μέρος στη μάχη του Σομμ.[8] Σε αυτούς τους πρώτους μήνες του στο μέτωπο της μάχης, ο Κύμπλερ παρασημοφορήθηκε με τον Σιδηρούν Σταυρό 2ας και 1ης Τάξεως (16 Σεπτεμβρίου και 17 Νοεμβρίου 1914, αντίστοιχα).[9]

Από τις 21 Σεπτεμβρίου 1915 έλαβε τη θέση του Υπασπιστή στο σύνταγμά του, την οποία διατήρησε στο μεγαλύτερο μέρος του πολέμου. Το σύνταγμα έλαβε μέρος εκτός από την προαναφερθείσα μάχη του Σομμ και στη μάχη του Βερντέν το 1916. Λόγω του ότι ο Κύμπλερ ήταν παράλληλα απασχολημένος με επιτελικές εργασίες, έλαβε τον Οκτώβριο του 1917 βελτιωμένη εκπαίδευση στο επιτελείο της 2ης Αυτοκρατορικής Βαυαρικής Μεραρχίας Πεζικού, κάτω από συνθήκες πολέμου[εκκρεμεί παραπομπή]. Από την 25η Ιανουαρίου ως την 31 Μαρτίου 1918 διοικούσε το λόχο πολυβόλων του προηγούμενου συντάγματός του.[10] Έπειτα ο Κύμπλερ έλαβε τη διοίκηση του 2ου Αποσπάσματος Σκοπευτών Πολυβόλων. Μετά από μια σύντομη μετάθεση στο ΙΙ Τάγμα τους 12ου Βαυαρικού Συντάγματος Πεζικού ως τις 26 Ιουνίου 1918 του ανατέθηκε εκ νέου η διοίκηση του λόχου πολυβόλων του 15ου Βαυαρικού Τάγματος. Τον επόμενο μήνα διορίστηκε αναπληρωτής διοικητής του ΙΙ Τάγματος, αλλά οι πληγές του απ' το 1914 άνοιξαν και έπρεπε να διακομιστεί στο νοσοκομείο. Έτσι η καριέρα του στον πόλεμο ολοκληρώθηκε. Όταν το Γερμανικό Ράιχ υπέγραψε ανακωχή με την Αντάντ το Νοέμβριο του 1918, ο Κύμπλερ ήταν αναπληρωτής διοικητής του ΙΙ Λόχου και είχε το βαθμό του Λοχαγού. Είχε επίσης παρασημοφορηθεί με το Βαυαρικό Τάγμα Πολεμικής Ανδραγαθίας και τον Σταυρό των Ιπποτών του Σαξωνικού Τάγματος του Άλμπρεχτ.[11] Στον πόλεμο αυτό έπεσαν και τρεις από τους αδελφούς του Κύμπλερ.[12]

Σταδιοδρομία στη Ράιχσβερ και τη Βέρμαχτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν υπεγράφη η Ανακωχή της Κομπιέν, ο Κύμπλερ βρισκόταν ακόμη στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Έρλανγκεν. Μετά την έξοδό του, γύρισε στις 16 Φεβρουαρίου 1919 στον λόχο του στο 15ο Βαυαρικό Σύνταγμα Πεζικού. Με αυτό συμμετείχε μαζί με τα Φράικορπς του Φραντς Ρίττερ φον Επ και άλλες μονάδες στην αιματηρή κατάπνιξη της Σοβιετικής Δημοκρατίας του Μονάχου. Πολέμησε επίσης στις μάχες για τον έλεγχο του Άουγκσμπουργκ (20-23 Απριλίου) και του Άλγκοϊ. Σε αξιολόγηση των ανωτέρων του περιγράφηκε τον Αύγουστο πρώτη φορά ως «ψύχραιμος και ατρόμητος».[13]

Άποψη του Μίτενβαλντ και των όρεων Καρβέντελ (1900), του χώρου όπου δημιουργήθηκαν και εκπαιδεύτηκαν τα γερμανικά ορεινά στρατεύματα

Μετά από σύντομες υπηρεσίες ως υπασπιστής και «ορντινάντσα»[14] σε διάφορες μονάδες (Ηγεσία Πεζικού 21 και 22) ο Κύμπλερ έλαβε τη θέση του αρχηγού του 10υ Λόχου (Ορεινών Κυνηγών) του ΙΙΙ Τάγματος (Ορεινών Κυνηγών) στο 41ο Σύνταγμα Τυφεκιοφόρων της Ράιχσβερ στο Κέμπτεν στις 15 Οκτωβρίου 1919.[15] Ήταν τότε που οι προκάτοχοί του κατέβαλαν προσπάθειες για την παραμονή του στο νέο Στρατό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο οποίος έπρεπε να μειωθεί στους 100.000 άνδρες, σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, παραμονή η οποία τελικά επιτεύχθηκε.[16] Κατά την εποχή που υπηρετούσε ως διοικητής λόχου απέκτησε το προσωνύμιο «Ακάματος Νούρμι», από το όνομα του Φινλανδού δρομέα Πάαβο Νούρμι (1897–1973), καθώς ο ίδιος ο Κύμπλερ στις ασκήσεις επί του πεδίου συνήθιζε να βαδίζει ακούραστα στις πορείες.[17]

Την 1η Οκτωβρίου 1921 ο Κύμπλερ μετατέθηκε και υπηρέτησε σε διάφορες υψηλές επιτελικές θέσεις. Εν τέλει εργάστηκε για τέσσερα ολόκληρα χρόνια στο Τμήμα Προσωπικού (Truppenamt) του Στρατού. Ακολούθησε η μετάθεση, την 1η Οκτωβρίου 1925, στο Επιτελείο της Διοίκησης Ομάδας 1 στο Βερολίνο, και δύο χρόνια αργότερα στο Επιτελείο της 1ης Μεραρχίας Πεζικού στην Ανατολική Πρωσία, όπου είχε τη θέση του καθηγητή στην εκπαίδευση των επιτελικών αξιωματικών. Την 1η Ιουνίου 1931 του δόθηκε η διαταγή να αναλάβει την ηγεσία ενός τάγματος στο 19ο Σύνταγμα Πεζικού στο Μόναχο, αλλά την θέση του αυτή την διατήρησε μόνο μέχρι τον Σεπτέμβριο του επόμενου χρόνου. Τότε έλαβε τη θέση του Επιτελάρχη της Γενικής Διοίκσης VII (Generalkommando VII) στο Μόναχο. Από τον Οκτώβριο του 1933 υπηρέτησε για σύντομο χρονικό διάστημα ως επιτελάρχης της 7ης Μεραρχίας Πεζικού και έφτασε το βαθμό του Συνταγματάρχη.[15]

Κατά την περίοδο που ήταν επιτελάρχης στη Γενική Διοίκηση VII ανέπτυξε κοντινή επαφή με το Ναζιστικό Κόμμα και τους παραστρατιωτικούς του κλάδους, τα SA και τα SS, πράγμα το οποίο συμβάδιζε με τη νέα πολιτική στρατολόγησης της Ράιχσβερ, κύρος εκφραστής της οποίας ήταν ο εθνικοσοσιαλιστής Υπουργός της Ράιχσβερ Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ (Werner von Blomberg, 1878–1946). Αυτή προσπαθούσε να πετύχει την εμφύσηση της ιδέας του Εθνικοσοσιαλισμού στον τακτικό στρατό και διέταζε πως θα έπρεπε να προτιμούνται μέλη τέτοιου πολιτικού προσανατολισμού για στρατιωτικές θέσεις.[18]

Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζί, σχεδιάστηκε η μεγέθυνση του νέου στρατού – Βέρμαχτ – κατά 36 μεραρχίες, κατά παράβαση της συνθήκης των Βερσαλλιών. Στα πλαίσια της επέκτασης αυτής αποφασίστηκε η δημιουργία νέων ορεινών μονάδων, λόγω κυρίως των επιτυχιών που αυτές είχαν σημειώσει στο μέτωπο των Άλπεων κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.[19] Ο Κύμπλερ, στον οποία ανατέθηκε η διοίκηση της νεοσύστατης Ορεινής Ταξιαρχίας, αφιερώθηκε με ενεργητικότητα στην ανάπτυξη της εκκολαπτόμενης ορεινής μονάδας.[19] Ασχολήθηκε τόσο με την τελειοποίηση των εγκαταστάσεων όσο και με την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό των στρατιωτών του. Ήδη από τότε φάνηκε η απαθής του συμπεριφορά απέναντι στους ίδιους του τους στρατιώτες[εκκρεμεί παραπομπή]. Είπε κάποτε σε ένα διμοιρίτη, ο οποίος είχε υποχωρήσει απ' τη θέση του κατά τη διάρκεια ασκήσεων: «Η άμυνα δίνει πολλές ευκαιρίες. Όταν διαταχθεί η υπεράσπιση, ο κάθε στρατιώτης θα αγωνιστεί με τέτοιο τρόπο στη θέση του, ώσπου ο εχθρός θα εξαντληθεί ή ο ίδιος [ο στρατιώτης] θα πυροβοληθεί, θα μαχαιρωθεί ή θα πληγωθεί».[20]

Αφού ενημερώθηκε σε στρατιωτικά θέματα σε ιταλικές και ελβετικές μονάδες[εκκρεμεί παραπομπή], το φθινόπωρο του 1935 συμμετείχε στις ασκήσεις των ελβετικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η Ορεινή του Ταξιαρχία αποτελείτο ως τον Οκτώβριο του 1937 από τρία Συντάγματα Ορεινών Κυνηγών (Gebirgsjäger) και το 79ο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού. Στην παρθενική εκστρατεία της μονάδας του ο Κύμπλερ, από την αρχή του έτους Υποστράτηγος, συμμετείχε στην αναίμακτη ενσωμάτωση της Αυστρίας στο Γερμανικό Ράιχ (Άνσλους), αρχής γενομένης στις 12 Μαρτίου 1938. Μετά το πέρας της, στις 23 Μαρτίου, η Ορεινή Ταξιαρχία επέστρεψε στη Γερμανία, όπου την 1η Απριλίου 1938 έγινε η επίσημη μετονομασία της σε 1η Ορεινή Μεραρχία. Σε σύντομο χρονικό διάστημα η μεραρχία τέθηκε σε ετοιμότητα για τη σχεδιαζόμενη εισβολή στην ΤσεχοσλοβακίαΠράσινη Περίπτωση»), και μετά την εκτόνωση της κρίσης για το εν λόγω θέμα της Σουδητίας κινητοποιήθηκε εκ νέου και μετακινήθηκε σε παραμεθόριες περιοχές. Από την 1η ως την 12η Οκτωβρίου 1938, σύμφωνα με τη Συμφωνία του Μονάχου, κατέλαβε ένα τμήμα της Σουδητίας και αργότερα οι Ορεινοί Κυνηγοί επέστρεψαν στους στρατώνες τους.[18]

Διοικητής Μεραρχίας 1939–1940[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 25 Αυγούστου 1939 η 1η Ορεινή Μεραρχία έλαβε διαταγή κινητοποίησης. Άφησε τους στρατώνες της δύο ημέρες αργότερα και μετακινήθηκε σιδηροδρομικώς στην Ανατολική Σλοβακία, απ' όπου και ξεκίνησε για να λάβει μέρος στην Πολωνική Εκστρατεία. Η μεραρχία του Κύμπλερ διέσχισε τα σύνορα Πολωνίας – Σλοβακίας με διαταγή να προωθηθεί ως την πόλη του Λέμπεργκ και έτσι να εμποδίσει τη σύμπτυξη των πολωνικών στρατευμάτων προς τα νοτιοανατολικά.

Η προώθηση ακολούθησε κάτω από συνεχείς επιθέσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Κύμπλερ απαίτησε από τους στρατιώτες του, σε μια «αδυσώπητη πορεία προς τα εμπρός» να μην επιτρέψουν την διακοπή της επαφής με τον υποχωρούντα εχθρό. Διέταξε «όπου ο εχθρός επιχειρεί, εσείς θα παρουσιάζεστε, διασπώντας τις γραμμές του χωρίς δισταγμό μέσω της χρήσης της μηχανής [ενν. μηχανοκίνητων σχηματισμών] διασπώντας τις γραμμές τους χωρίς να νοιάζεστε για το τι συμβαίνει δεξιά και αριστερά κατευθείαν και με γενναιότητα, όπου αυτός αμύνεται πεισματικά, να εξαντλείται με εύστοχες βολές των προπορευόμενων μηχανοκίνητων σχηματισμών και να κατατροπώνεται στην επίθεση των Κυνηγών».[21]

Ο Κύμπλερ κατά την απονομή του Σταυρού των Ιπποτών στην Καγκελαρία του Ράιχ (27 Οκτωβρίου 1939)

Μετά την διάσχιση του ποταμού Σαν, ο Κύμπλερ διέταξε στις 10 Σεπτεμβρίου τη δημιουργία μιας μηχανοκίνητης εμπροσθοφυλακής η οποία διέσπασε τις πολωνικές αμυντικές γραμμές και προωθήθηκε ως το Λέμπεργκ, κάτι που έγινε αργότερα γνωστό ως η «ορμητική πορεία προς το Λέμπεργκ» (Sturmfahrt nach Lemberg). Αργά το απόγευμα της επόμενης ημέρας η εμπροσθοφυλακή πέτυχε τον στόχο της. Δεν μπόρεσε να καταλάβει την πόλη, αλλά επιτέθηκε στα υψώματα που βρίσκονταν στα δυτικά και στα ανατολικά της, αποκόπτοντάς την. Τις επόμενες ημέρες όλα τα τμήματα της μεραρχίας, ειδικά εκείνα της εμπροσθοφυλακής υπό την ηγεσία του Συνταγματάρχη και κατοπινού Στρατάρχη Φέρντιναντ Σέρνερ (Ferdinand Schörner, 1892–1973) επιτέθηκαν σε τρεις περίπου πολωνικές μεραρχίες πλησίον του Λέμπεργκ για να εμποδίσουν τις προσπάθειές τους να υποχωρήσουν, όπως προέβλεπε το σχέδιο του Κύμπλερ. Παρά τις τεράστιες προσπάθειες και τις υψηλές απώλειες των Ορεινών Καταδρομέων, το Λέμπεργκ δεν έπεσε. Τελικά στις 20 Σεπτεμβρίου οι μάχες σταμάτησαν με την εμφάνιση σοβιετικών τεθωρακισμένων[εκκρεμεί παραπομπή]. Σύμφωνα με το σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης, η περιοχή – μαζί και το Λέμπεργκ - παραχωρήθηκε στους Σοβιετικούς, και οι Ορεινοί Καταδρομείς επέστρεψαν άπρακτοι στο Σαν.[22]

Στη διάρκεια δύο εβδομάδων συνεχών μαχών η Μεραρχία των 17.000 ανδρών απώλεσε υπό την ηγεσία του Κύμπλερ 1.402 άνδρες.[23] Σε αυτές τις απώλειες περιλαμβάνονταν 42 αξιωματικοί, 69 υπαξιωματικοί και 313 στρατιώτες νεκροί. Αυτές ήταν τόσο μεγάλες όσο αυτές που σημειώθηκαν στην τριπλάσιας διάρκειας μάχης της Γαλλίας.[24] Το 5,5% των νεκρών αξιωματικών κατά την Πολωνική Εκστρατεία αντιστοιχούσε στην 1η Ορεινή Μεραρχία, η οποία κατέστη για λίγο καιρό μη μάχιμη. Οι διοικητές των ταγμάτων και των συνταγμάτων έκαναν αρνητική κριτική στον Κύμπλερ λόγω των υψηλών απωλειών, οι οποίες κατά τον Σέρνερ ευθυνόταν η «αδυσώπητη τακτική» του.[25]

Μεταγενέστεροι συγγραφείς επίσης συμπέραναν πως αυτή τακτική αυτή, η οποία περιλάμβανε σημαντικά ρίσκα, αν εφαρμοζόταν εναντίον ενός εχθρού ισχυρότερου και λιγότερο καταβεβλημένου από τους Πολωνούς, ή έστω και αν είχε λιγότερη τύχη, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταστροφή της μεραρχίας.[26] Εκείνη την εποχή ο Κύμπλερ απέκτησε απ' τα στρατεύματά του το προσωνύμιο «κυνηγόσκυλο του Λέμπεργκ» και η φιλόδοξη επίθεσή του τον τίτλο «Λάνγκεμαρκ [ανάλογο του «Βατερλώ»] των Ορεινών Κυνηγών».[27]

Ο Χίτλερ απένειμε στον Κύμπλερ τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού στις 27 Οκτωβρίου 1939 στην Καγκελαρία του Ράιχ. Ο Κύμπλερ έγινε έτσι ο μοναδικός διοικητής μεραρχίας ο οποίος έλαβε την ύψιστη αυτή διάκριση για την Πολωνική Εκστρατεία, η δε προαγωγή του σε Αντιστράτηγο ακολούθησε λίγο αργότερα.[28][27]

Η ημερήσια διαταγή του Λούντβιχ Κύμπλερ στους στρατιώτες της 1ης Ορεινής Μεραρχίας μετά το πέρας της μάχης του Λέμπεργκ (1939)

Από τις 10 Μαΐου 1940 η μεραρχία του Κύμπλερ έλαβε μέρος στη Δυτική Εκστρατεία. Προωθήθηκε περνώντας τον ποταμό Μάας από το νότιο Βέλγιο ως τον ποταμό Ουαζέ, τον οποίο διέβη στις 5 Ιουνίου και προχώρησε επιπλέον 200 χιλιόμετρα. Εκεί παράλληλα ο Κύμπλερ έδειξε τη σκληρότητά του απέναντι στους στρατιώτες του, όπως στον Τυφεκιοφόρο Α' Τάξης Μπαχλ, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε για κάποιο ασήμαντο παράπτωμα, μετά την απόρριψη κάθε αίτησης χάριτος.[29] Όταν ο διοικητής του 99ου Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών, ανέφερε πως η διατήρηση του προγεφυρώματος στο κανάλι Αιν-Ουαζέ ήταν αδύνατη, ο Κύμπλερ διέταξε παρ' όλα αυτά επίθεση. Παρομοίως λίγες μέρες αργότερα στην Αιν, στην περιοχή του 100ού Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών, όπου ο διοικητής του Συντάγματος, παρά το γεγονός ότι επεσήμανε πως οι στρατιώτες του ήταν πολύ εξαντλημένοι για να συνεχίσουν την επίθεση, αναγκάστηκε να συνεχίσει την επίθεση.[30]

Όταν υπεγράφη η Ανακωχή της Κομπιέν μεταξύ της Γαλλίας και του Γερμανικού Ράιχ στις 22 Ιουνίου 1940, η μεραρχία βρισκόταν στην περιοχή Αρράς-Καλαί-Δουνκέρκη, όπου, ως τμήμα της 16ης Στρατιάς, επρόκειτο να λάβει μέρος στην σχεδιαζόμενη απόβαση στο Ηνωμένο Βασίλειο (Επιχείρηση «Θαλάσσιος Λέων»). Αυτή την εποχή ο Κύμπλερ προήχθη σε Στρατηγό του Πεζικού. Αυτός έμελλε να είναι και ο υψηλότερος βαθμός που θα λάμβανε (ο βαθμός θα μετατρεπόταν αργότερα σε Στρατηγός των Ορεινών Στρατευμάτων).[15] Μετά την ακύρωση της επιχείρησης, ο Κύμπλερ παρέδωσε την ηγεσία της μεραρχίας στον Υποστράτηγο Χούμπερτ Λαντς (1896-1982) και έλαβε αυτή του XXXXIX (49ου) Ορεινού Σώματος Στρατού, ως διοικών στρατηγός.

Διοικητής Σώματος Στρατού, 1940–1941[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην νέα του αυτή θέση, ανατέθηκε στον Κύμπλερ από την Ανώτατη Διοίκηση Ενόπλων Δυνάμεων (OKW, Oberkommando der Wehrmacht) ένας ειδικός ρόλος: η ηγεσία του σχεδιασμού της Επιχείρησης «Φέλιξ». Η επιχείρηση αυτή αποσκοπούσε στην κατάληψη του βρετανικού φρουρίου του Γιβραλτάρ. Μαζί με τον κατοπινό Στρατάρχη Βόλφραμ φον Ρίχτχοφεν (1895-1945) εργάστηκε για την εκπόνηση του σχεδίου και ωε τις 7 Δεκεμβρίου 1940 έκανε αρκετές παρουσιάσεις σε ανώτατους αξιωματικούς της Βέρμαχτ, αλλά και στον ίδιο τον Χίτλερ.[31] Τα επιχειρησιακά σχέδια έλαβαν την έγκριση της ηγεσίας και ο Κύμπλερ με το επιτελείο του ανέλαβαν την οργάνωση.[32] Ωστόσο η επιχείρηση, η οποία είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει στις 10 Ιανουαρίου 1941, ακυρώθηκε στα τέλη Δεκέμβριου 1940.

Κατά τους μήνες που ακολούθησαν ο Κύμπλερ βρισκόταν με το επιτελείο του ΧΧΧΧΙΧ Ορεινού Σώματος Στρατού στη Γαλλία, όπου βρισκόταν σε ετοιμότητα για την Επιχείρηση «Αττίλας» (κατάληψη της Γαλλίας του Βισύ, κατά την οποία το Σώμα είχε επιφορτιστεί με την κατάληψη της Γκρενόμπλ. Τον Μάρτιο του 1941 το Σώμα μεταφέρθηκε στην νοτιοανατολικά σύνορα του Ράιχ σε ετοιμότητα για τη Βαλκανική Εκστρατεία. Τη νύχτα της 8ης προς την 9η Απριλίου το Σώμα διέβη τον ποταμό Ντράβα και προωθήθηκε ως το Μπιχάτς (βορειοδυτική Βοσνία-Ερζεγοβίνη). Η αντίσταση ήταν υποτυπώδης και το ΧΧΧΧΙΧ Ορεινό Σώμα Στρατού είχε μόλις 15 απώλειες, εκ των οποίων 6 νεκρούς. Μετά από αυτό το σώμα μεταφέρθηκε στο Κέρντεν, όπου ο Κύμπλερ εγκατέστησε το επιτελείο του. Εκεί τον επισκέφθηκε ο Χίτλερ, ο οποίος δείπνησε με τον Κύμπλερ και το επιτελείο του και εξήρε τα ορεινά στρατεύματα, εκφράζοντας την ιδιαίτερη αναγνώρισή του.[33] Μετά από μια σύντομη παραμονή στη λίμνη Βέρτεζεε για αναζωογόνηση, οι μονάδες του Κύμπλερ μεταφέρθηκαν στη Σλοβακία, όπου υπήχθησαν στην 17η Στρατιά. Από τις 6 Μαΐου ως τις 16 Ιουνίου ο Κύμπλερ ασχολήθηκε με την προετοιμασία της αναμενόμενης Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα, την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, όπου ο ίδιος έκανε αναγνώριση εδάφους. Ακολούθησε η συγκέντρωση του Σώματος στη γερμανοσοβιετική μεθόριο.[34]

Όταν ξεκίνησε η εισβολή, τα χαράματα της 22ας Ιουνίου 1941, το ΧΧΧΧΙΧ Ορεινό Σώμα Στρατού (1η Ορεινή Μεραρχία, 68η Μεραρχία Πεζικού, 257η Μεραρχία Πεζικού και αργότερα 4η Ορεινή Μεραρχία) υπαγόταν στην Ομάδα Στρατιών «Νότος». Μετά τις μάχες στα σύνορα, το Σώμα κατέλαβε την πόλη του Λέμπεργκ την 30ή Ιουνίου 1941. Εκεί η NKVD πριν την αποχώρησή της είχε δολοφονήσει χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους και Ουκρανούς πολίτες, πράγμα που έδωσε αφορμή στους Γερμανούς να εξαπολύσουν πογκρόμ κατά του εβραϊκού πληθυσμού της πόλης (Σφαγή του Λέμπεργκ), πράγμα για το οποίο ο Κύμπλερ έφερε ευθύνη.[35] Τις επόμενες εβδομάδες το Σώμα διέσπασε τη Γραμμή «Στάλιν» και κατέλαβε τη Βίνιτσα. Έπειτα έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μάχη της Ουμάν (Ιούλιος / Αύγουστος 1941).[36] Ο Κύμπλερ έλεγε αργότερα στον κύκλο των επιτελικών του αξιωματικών πως «αυτή η μάχη ήταν η κορωνίδα της στρατιωτικής μου σταδιοδρομίας. Δεν μπορεί να έρθει πλέον τίποτα μεγαλύτερο από αυτό.»[37] Μετά από αυτό οι μονάδες προωθήθηκαν στη Στέππα του Νογκάι και στη Λεκάνη του Ντόνετς, όπου και κατέλαβαν το Ντονέτσκ την 21 Οκτωβρίου 1941. Τον Οκτώβριο – Νοέμβριο όμως οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να περάσουν στην άμυνα στον ποταμό Μιούς.

Κατά τη διάρκεια της προέλασης ο Κύμπλερ εφάρμοσε δρακόντεια μέτρα κατά του τοπικού πληθυσμού. Μια διαταγή του της ήδη από τις 29 Ιουνίου 1941 ανέφερε πως «Πληθαίνουν οι αναφορές πως πολίτες επιδίδονται συνεχώς σε λεηλασίες στο πεδίο της μάχης. Γι' αυτό ο Διοικών Στρατηγός […] δίνει διαταγή, πως όλοι οι ενήλικες πολίτες που λεηλατούν στο πεδίο της μάχης θα πυροβολούνται».[38] Ομοίως με την ίδια σκληρότητα διέταξε ο διοικητής της πόλης του Λέμπεργκ, Συνταγματάρχης Καρλ Βίντεργκεστ, εκ μέρους του Κύμπλερ:

(1) Βίαιες ενέργειες και απειλές κατά μελών της Γερμανικής Βέρμαχτ και των συμμάχων της θα τιμωρούνται με θάνατο. Εάν δεν είναι δυνατό να εξακριβωθούν οι ένοχοι, θα διαπράττονται αντίποινα εναντίον των συλληφθέντων ομήρων.

(2) Όποιος δεν προσέρχεται στον χώρο εργασίας του ή απεργεί θα τουφεκίζεται ως σαμποτέρ.

(3) […] Άτομα τα οποία προσφέρουν κρυψώνα σε Ρώσους στρατιώτες και πολιτικούς λειτουργούς [ενν. κομισάριους] θα τουφεκίζονται.

(4) Όλα τα πυροβόλα όπλα θα παραδίδονται στην πολιτοφυλακή. Για τις παραβάσεις θα εφαρμόζεται η θανατική ποινή.
Λουντβιχ Κυμπλερ[39]

Οι ανώτεροι του Κύμπλερ δεν ενέκριναν αυτή την συμπεριφορά σε όλες τις περιπτώσεις. Μετά τη μάχη της Ουμάν, στις 6 Αυγούστου, Σοβιετικοί στρατιώτες επιτέθηκαν σε νοσοκομειακό όχημα με φανερά διακριτικά. Οι 19 ανυπεράσπιστοι τραυματίες και οι δύο οδηγοί κακοποιήθηκαν βάναυσα και δολοφονήθηκαν με χτυπήματα από υποκόπανους, όπλα και ξιφολόγχες. Προφανώς εξοργισμένος από το περιστατικό, ο Κύμπλερ πρότεινε στον ανώτατο διοικητή της προϊστάμενης 17ης Στρατιάς, Στρατηγό του Πεζικού Καρλ-Χάινριχ φον Στύλπναγκελ (Carl-Heinrich von Stülpnagel, 1886-1944) να εκτελεστούν σε αντίποινα για την «κτηνώδη αυτή δολοφονία», όπως την αποκάλεσε, όλοι οι αιχμαλωτισθέντες σοβιετικοί στρατηγοί, διοικητές μεραρχιών και επιτελικοί αξιωματικοί.[40] Μία ημέρα αργότερα πρότεινε να τουφεκίζονται στο μέλλον όλοι οι σοβιετικοί στρατηγοί που αιχμαλωτίζονταν, καθ' ότι θεωρούνταν υπεύθυνοι για την αντίσταση των σοβιετικών στρατιωτών, και η απόφαση αυτή να γνωστοποιηθεί στον εχθρό με ρίψεις φυλλαδίων.[41] Ο Στύλπναγκελ απέρριψε τις παρανοϊκές αυτές προτάσεις με το σκεπτικό πως αν αυτά τα αντίποινα αυτά γίνονταν ευρύτερα γνωστά, τότε η «ρωσική προπαγάνδα τρομοκράτησης θα έβρισκε την απόδειξη στους ισχυρισμούς της απέναντι στους στρατιώτες της» πως οι Γερμανοί εκτελούσαν τους αιχμαλώτους.[42]

Μόνο ο Ράινχολντ Κλέμπε, πρώην μέλος του επιτελείου του Κύμπλερ προσπάθησε να αποκαλύψει μια διαφορετική πλευρά του Κύμπλερ και να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για την σκληρότητα του στρατηγού, στο περιοδικό «Οι Ορεινοί Κυνηγοί» (Die Gebirgstruppe) του Συνδέσμου Απομάχων των Ορεινών Στρατευμάτων (γερμ. «Σύνδεσμος Συντρόφων των Ορεινών Στρατευμάτων», Kameradenkreis der Gebirgstruppe), γνωστό μεταξύ άλλων για τις ανερμάτιστες δημοσιεύσεις του. Εκεί υποστήριξε πως οι διαταγές του Κύμπλερ ποτέ δεν είχαν το πνεύμα της αδιαφορίας για τις απώλειες του στρατεύματος: Ο Κύμπλερ δάκρυσε αντικρίζοντας τον κατάλογο απωλειών μετά τη μάχη της Ουμάν. Η όχι ιδιαίτερα κριτική αυτή δημοσίευση ισχυρίζεται επίσης πως ο στρατηγός δεν ήταν «ακόλουθος του Χίτλερ». Αναφέρεται επίσης πως ο Κύμπλερ στην Πολωνία το 1939 πέρασε από στρατοδικείο κάποιον αξιωματικό ο οποίος δεν αντέδρασε όταν άνδρες των SS συγκέντρωσαν Εβραίους σε μια συναγωγή και την πυρπόλησαν, και πως η «Διαταγή των Κομισαρίων»[Σημ. 1] δεν διαβιβάστηκε στις υπαγόμενες στο ΧΧΧΧΙΧ Ορεινό Σώμα Στρατού μεραρχίες.[43] Ο ισχυρισμός αυτός δεν στηρίζεται όμως από τις διαθέσιμες δημοσιεύσεις.

Διοικητής Στρατιάς 1941–1942[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επιτυχίες του σώματος του Κύμπλερ στη Σοβιετική Ένωση τράβηξαν την προσοχή του Αρχηγείου του Χίτλερ, όχι όμως χωρίς την ίδια του την υποστήριξη. Συνέταξε μια αναφορά για τις μάχες στην Ουμάν, η οποία περιλάμβανε σημαντική αυτοπροβολή του («Αναφορά επίθεσης του ΧΧΧΧΙΧ (ορεινού) Σώματος Στρατού σχετικά με τις μάχες καταδίωξης από την περιοχή της Βίνιτσα ως την περικύκλωση του εχθρού στην περιοχή του Ποντβισόκογιε»). Την αναφορά αυτή την έστειλε απευθείας στο Αρχηγείο του Φύρερ και σε άλλους υψηλά ιστάμενους διοικητικούς φορείς, παραλείποντας όμως να ειδοποιήσει την ηγεσία της 17ης Στρατιάς. Αυτή το πληροφορήθηκε μόνο μετά από σύμπτωση και ανακάλυψε αργότερα σημαντικές παρεκκλίσεις από τα πολεμικά ημερολόγια της στρατιάς και άλλων μονάδων.

Στα πλαίσια της Μάχης της Μόσχας, η αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού (5 Δεκεμβρίου 1941), τον οποίο η γερμανική ηγεσία είχε ξεγράψει, προκάλεσε σοβαρή κρίση στην Ομάδα Στρατιών «Κέντρο». Ο Χίτλερ αντέδρασε με ένα κύμα απολύσεων υψηλόβαθμων διοικητών. Έτσι απαλλάχθηκε ο Στρατάρχης Φέντορ φον Μποκ (Fedor von Bock, 1880–1945) στις 19 Δεκεμβρίου 1941 από τα καθήκοντα του ανώτατου διοικητή της Ομάδας Στρατιών Κέντρο και ο Στρατάρχης Γκύντερ φον Κλούγκε (Günther von Kluge, 1882–1944) από την ηγεσία της 4ης Στρατιάς. Ως αντικαταστάτης της κενής θέσης της στρατιάς επελέγη ο διοικητής της Ομάδας Πάντσερ 3, Στρατηγός των Τεθωρακισμένων Γκέοργκ-Χανς Ράινχαρτ (Georg-Hans Reinhardt, 1887–1963), αλλά λόγω των αντίξοων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, δεν μπορούσε να φτάσει στην περιοχή επιχειρήσεων της στρατιάς.[44] Έτσι, ο Χίτλερ ονόμασε αναπάντεχα τον Κύμπλερ νέο διοικητή της 4ης Στρατιάς. Η διοίκηση του ΧΧΧΧΙΧ Ορεινού Σώματος Στρατού δόθηκε στον στρατηγό Ρούντολφ Κόνραντ (Rudolf Konrad, 1891–1964). Εξαιτίας της πρότερης σταδιοδρομίας του και του ανυποχώρητου του χαρακτήρα του ο Κύμπλερ φάνηκε στα μάτια του Χίτλερ ως ο κατάλληλος διοικητής για να σταθεροποιήσει το μέτωπο χωρίς να παραχωρήσει μέτρο εδάφους, όπως ζητούσαν οι υπόλοιποι διοικητές του. Επίσης τόσο ο στρατηγός Στύλπναγκελ όσο και ο Αρχιστράτηγος Έβαλντ φον Κλάιστ (Ewald von Kleist, 1881–1954) πιστοποίησαν την ικανότητα του Κύμπλερ να αναλάβει το υψηλό αυτό καθήκον. Μόνο ο Στρατηγός του Πεζικού Έριχ φον Μάνσταϊν (Erich von Manstein, 1887–1973) είχε εκφράσει τον σκεπτικισμό του για τον Κύμπλερ τον Οκτώβριο.[45]

Ο ίδιος ο Κύμπλερ ήταν ανίκανος να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της νέας τους θέσης. Συνηθισμένος να πετυχαίνει γρήγορα επιτυχίες, βρέθηκε σε μια εντελώς διαφορετική στρατιωτική κατάσταση. Τον χειμώνα του 1941/42 δεν ήταν πια η Βέρμαχτ που καθόριζε τις εξελίξεις στον πόλεμο, αλλά ήταν αναγκασμένη να αποκρούει τις επιθέσεις του εχθρού χωρίς τη δυνατότητα ανάληψης επιθετικής πρωτοβουλίας από μέρους της, πράγμα που απαιτούσε δραστική αλλαγή στο δόγμα της ηγεσίας.[46] Μετά την άφιξή του στο αρχηγείο της 4ης Στρατιάς τη νύχτα της 26ης προς την 27η Δεκεμβρίου, ανέφερε μόλις στις 8 Ιανουαρίου 1942 πως μόνο μια «μεγάλης κλίμακας υποχώρηση» θα έσωζε την 4η Στρατιά από την περικύκλωση. Στις 13 Ιανουαρίου έγραφε: «πρέπει να βάλω το κεφάλι μου στον τορβά, δεν υπάρχει άλλη λύση απ' την υποχώρηση».[47] Η ανικανότητα του Κύμπλερ ήταν εμφανής στον περιβάλλον του. Λακωνικά σημείωνε ο Αρχιστράτηγος Φραντς Χάλντερ (Franz Halder, 1884–1972) στο ημερολόγιό του: «δεν είναι ικανός να εκπληρώσει το καθήκον του».[48] Εξοργισμένος έστελνε ο Κύμπλερ απαισιόδοξα γράμματα στη γυναίκα του στο Μόναχο, που δεν αποτελούσαν μυστικό στη Γενική Διοίκηση της πόλης. Ο Αντιστράτηγος Ρούντολφ Φράιχερ φον Βάλντενφελς (Rudolf Freiherr von Waldenfels, 1891–1969) θεώρησε πως τα γράμματα αυτά αποτελούσαν επίσημο θέμα και συνέταξε περαιτέρω αναφορές.[49] Μοιραία το όλο θέμα υπέπεσε στην προσοχή του Χίτλερ, ο οποίος διέταξε τον Κύμπλερ να προσέρθει σε συνομιλία στο Αρχηγείο του Φύρερ. Οι συνομιλίες αυτές τελείωσαν στις 20 Ιανουαρίου και ο Κύμπλερ παρέδωσε τη διοίκηση της Στρατιάς στον Στρατηγό του Πεζικού Γκόταρντ Χάινριτσι (Gotthard Heinrici, 1886–1971) ώσπου ο ίδιος «να αναρρώσει». Ήδη την επόμενη μέρα ο στρατηγός απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του και τέθηκε στη λεγόμενη «εφεδρεία του Φύρερ» (Führerreserve).[50]

Χωρίς θέση και εκ νέου ανάληψη καθηκόντων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σοβιετικοί παρτιζάνοι σε επίθεση (1943)

Όπως το έθεσε ο βιογράφος του Ρόλαντ Κάλτενέγκερ, ο Κύμπλερ ανήκε πλέον στις τάξεις των απολυμένων στρατηγών που βρίσκονταν πλέον στο περιθώριο.[51] Μετά την απαλλαγή από τα καθήκοντά του ο Κύμπλερ επέστρεψε στην οικογένειά του στο Μόναχο, στην βίλλα του στην οδό Βίντσερερ 54. Από το 1943 έγραφε όμως πάλι επιστολές στο Τμήμα Προσωπικού του Στρατού, προκειμένου να του ανατεθεί μια νέα θέση στο στράτευμα.[52]

Οι προσπάθειές του έπιασαν τόπο μετά από ενάμιση χρόνο. Ο Χίτλερ δεν ήθελε να εμπιστευτεί ξανά στον στρατηγό με τη διοίκηση μιας Στρατιάς – που λόγω του βαθμού του θα έπρεπε να διοικήσει – αλλά στις 22 Ιουνίου 1943 ακολούθησε η ανακήρυξη του Κύμπλερ σε «Διοικούντα Στρατηγό των Στρατευμάτων Ασφαλείας και Ανώτατο Διοικητή στο Στρατιωτικό Έδαφος Κέντρου». Παρά τον πομπώδη τίτλο της, αυτή η περιθωριακή θέση δεν επέτρεπε στον διοικητή της ενέργειες πέρα από την καταπολέμηση των ανταρτών (παρτιζάνων). Κατά τον Κάλτενέγκερ ο Κύμπλερ ήταν αποφασισμένος να «ξεπλύνει τη ντροπή» της Μόσχας, εκδίδοντας σκληρές διαταγές.[53] Τον Αύγουστο του 1943 ήρθε η ευκαιρία στον Κύμπλερ να αποκαταστήσει τη φήμη του, καθώς οι Μεραρχίες Ασφαλείας 203, 221 και 286 κατάφεραν, μετά από πολλαπλές επιχειρήσεις, να εξουθενώσουν σε σημαντικό βαθμό την αντάρτικη οργάνωση «Πολκ Γκρισίν». Αλλά και εκεί ο στρατηγός ξεχώρισε για την σκληρότητα και τα δρακόντεια αντίποινά του. Η θέση του Κύμπλερ καταργήθηκε επίσημα με ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 1943, καθώς η καταπολέμηση των ανταρτών υπαγόταν πλέον στην αρμοδιότητα του Ανώτερου Αρχηγού των SS και της Αστυνομίας (HSSPF, Höherer SS- und Polizeiführer) «Κεντρικής Ρωσίας».[54]

Ανώτατος Διοικητής στην «Παράκτια Ζώνη Αδριατικής»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 10 Οκτωβρίου 1943 ο Κύμπλερ διορίστηκε Ανώτατος Διοικητής του νεοσυσταθείσης «Επιχειρησιακής Ζώνης Παράκτιας Περιοχής Αδριατικής» (Operationszone Adriatisches Küstenland)[55] η οποία βρισκόταν υπό τις διαταγές της Ομάδας Στρατιών «Β» (αργότερα Επιτελείο του «Ανώτατου Διοικητή Νοτιοανατολικής [Ευρώπης]»). Η επιχειρησιακή αυτή ζώνη συστάθηκε μετά την αποσκίρτηση της Ιταλίας από το πλευρό του Άξονα και είχε δικαιοδοσία στις πόλεις Ουντίνε, Γκορίτσια, Τεργέστη, Πούλα, Ριγέκα (Ιστρία), και στα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας Λιουμπλιάνα, Σούσακ και Μπακάρ[εκκρεμεί παραπομπή]. Ο Στρατηγός ήταν ο ανώτατος διοικητής όλων των στρατευμάτων της Βέρμαχτ στον χώρο αυτό. Οι αρμοδιότητές του ήταν συγκρίσιμες με αυτές του διοικητή μιας στρατιωτικής περιφέρειας (Wehrkreis). Η διοίκηση της επιχειρησιακής ζώνης για όλα τα πολιτικά υπέπιπτε στην αρμοδιότητα του Αρχηγού της Πολιτικής Διοίκησης Φρίντριχ Ράινερ, ο οποίος είχε τον τίτλο του «Ανώτατου Επιτρόπου». Αλλά και ο HSSPF στην Τριέστη Οντίλο Γκλομπότσνικ (Odilo Globocnik, 1904–1945) ισχυριζόταν πως είχε και αυτός δικαιοδοσία.[56]

Η κύρια ενασχόληση του Κύμπλερ ήταν να διασφαλίσει την περιοχή της Αδριατικής από τις ομάδες Ιταλών, Κροατών και Σλοβένων παρτιζάνων. Ήδη από τις 25 Σεπτεμβρίου 1943 σε μία διαταγή της Ανώτατης Διοίκησης Ενόπλων Δυνάμεων (OKW, Oberkommando der Wehrmacht) αναφερόταν πως ο «ανελέητος» αγώνας κατά των ισχυρών αντάρτικων ομάδων στην Παράκτια Ζώνη Αδριατικής ήταν σημαντική προτεραιότητα.[57] Οι ανοικτές μάχες, ωστόσο, σύντομα αποδείχτηκαν ανεπαρκείς και ακριβές σε ανθρώπινο δυναμικό. Μια γερμανική υπηρεσία αναφοράς ανέφερε επ' αυτού: «Η εκκαθάριση της περιοχής μέσω της Βέρμαχτ είναι μόνο μερική και μικρή επιτυχία, επειδή, συν τοις άλλοις, κατά τη διάρκεια του χτενίσματος της περιοχής οι απαραίτητες αστυνομικές δυνάμεις απουσιάζουν για να θέσουν την περιοχή σταθερά υπό τον έλεγχό τους. […] Πολυάριθμοι απομονωμένοι σχηματισμοί της Βέρμαχτ και της Αστυνομίας δεν μπορούν παρά να πετύχουν μόνο προσωρινή, τοπική επιτυχία».[58] Μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και 24ης Φεβρουαρίου 1944 πραγματοποιήθηκαν μόνο στην Παράκτια Ζώνη Αδριατικής 181 επιθέσεις παρτιζάνων εναντίον της Βέρμαχτ, οι οποίες προκάλεσαν απώλειες της τάξης των 503 στρατιωτών (μεταξύ τους και 3 διοικητές). Με αυτό το υπόβαθρο ο Κύμπλερ εξέδωσε στις 24 Φεβρουαρίου 1944 μια διαταγή με την οποία διευκρίνιζε τις κατευθυντήριες γραμμές για την «καταπολέμηση των συμμοριτών». Λόγω του ότι η διαταγή αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καταδίκη του Κύμπλερ ως εγκληματία πολέμου μεταπολεμικά, παρατίθεται ένα τμήμα:

Διαταγή Σώματος Νο. 9 της 24ης Φεβρουαρίου 1944[59]


II. Ο αγώνας αυτός είναι ένας ολοκληρωτικός αγώνας, υπό την επιταγή των εχθρικών δυνάμεων. [...]


IV. Μία επιλογή έχουμε μόνο:
Τρόμο αντί τρόμου,
Οφθαλμόν αντί οφθαλμού,
Οδόντα αντί οδόντος! [...]


V/6) Σωστή και αναγκαία πράξη μπορεί να είναι οτιδήποτε επιφέρει την νίκη στον αγώνα. Προτίθεμαι να καλύψω οποιαδήποτε ενέργεια εφόσον πληρεί την προϋπόθεση αυτή.


V/7) [...] Αιχμάλωτοι αντάρτες θα απαγχονίζονται είτε θα τουφεκίζονται. Όποιος διευκολύνει τους αντάρτες οικειοθελώς, είτε παρέχοντάς τους καταφύγιο ή τροφή, είτε μέσω απόκρυψης της παραμονής τους ή και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, είναι άξιος θανάτου και [γιαυτό] θα θανατώνεται. [...]


V/10) Συλλογικά αντίποινα κατά οικισμών κτλ. επιτρέπεται να εφαρμόζονται μόνο σε άμεση και τοπική και χρονική σύνδεση με μάχιμες ενέργειες και μόνο κατόπιν διαταγής από αξιωματικό με βαθμό Λοχαγού ή ανώτερο. Θα λαμβάνουν μέρος σε περιοχές όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει υποστηρίξει οικειοθελώς τους συμμορίτες.[Σημ. 2] Οι βασικές αρχές της Διαταγής για την Καταπολέμηση των Συμμοριτών στην Ανατολή ισχύουν και στην επιχειρησιακή ζώνη του Σώματος Στρατού. [...]


Το γεγονός ότι στον αγώνα ορισμένες φορές πέφτουν αθώα θύματα είναι λυπηρό, αλλά και αναπόφευκτο. Ας κάνουν τα παράπονά τους στους συμμορίτες για αυτό. Δεν αρχίσαμε εμείς τον πόλεμο με τους συμμορίτες. [...]


Είναι περιττό να ειπωθεί κάτι περεταίρω, περί του τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται. Στον τρίτο χρόνο του αγώνα που διανύουμε κατά των συμμοριτών ξέρει ούτως ή άλλως ο κάθε διοικητής τι χρειάζεται να πράξει. [...]


Χειριστείτε ανάλογα!
υπογρ. Κύμπλερ
Στρατηγός των Ορεινών Στρατευμάτων

Αυτή η διαταγή να διαβιβαστεί ως το επίπεδο λόχου.
Οι οδηγίες να εγχαραχθούν στο νου όλων των αξιωματικών, υπαξιωματικών και στρατιωτών.

Ορεινοί Κυνηγοί σε επιχείρηση κατά των ανταρτών κάπου στη Γιουγκοσλαβία (1943)

Η αναφορά στο «Διάταγμα για τον Αγώνα κατά των Συμμοριτών στην Ανατολή» του Νοεμβρίου 1942, το οποίο δεν ίσχυε μόνο για την «Παράκτια Ζώνη Αδριατικής» είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες. Σε αυτό αναφερόταν πως οποιοσδήποτε δισταγμός ήταν «ανεύθυνος» καθώς «η σκληρότητα των μέτρων και ο φόβος για την αναμενόμενη τιμωρία» θα απέτρεπε τους πολίτες από το να υποστηρίξουν την Αντίσταση, όπως η χρήση συλλογικών αντιποίνων κατά οικισμών οι οποίοι υποστήριζαν στο σύνολό τους παρτιζάνους, ώσπου να επιτευχθεί η «καταστροφή [Vernichtung] ολόκληρου του οικισμού». Η ίδια η αυστηρή διατύπωση του Κύμπλερ, η διαταγή να ισχύει μόνο για τις «βασικές αρχές» του Διατάγματος για τον Αγώνα κατά των Συμμοριτών στην Ανατολή ήταν, όπως το έθεσε ο ίδιος, μια παραχώρηση μετά από τις διαμαρτυρίες του Ράινερ.[60] Γενικά η Διαταγή του Σώματος έδινε «λευκή επιταγή» στους αποδέκτες της προκειμένου αυτοί να υπερβούν τις αναστολές τους σχετικά με τα αντίποινα και να εξασφαλίσει την υποστήριξή τους.[61]

Σε ολόκληρη την πρώην ιταλική σφαίρα επιρροής στην κατεχόμενη Γιουγκοσλαβία τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αντιμετώπιζαν όλα τα αντιστασιακά κινήματα με μεγάλη σκληρότητα. Αυτό σήμαινε συνοπτικές εκτελέσεις, καταστροφές σπιτιών και ολόκληρων χωριών που οι Γερμανοί υποπτεύονταν πως στήριζαν τους αντάρτες, σύλληψη ομήρων και τουφεκισμός τους, αλλά και η εκτέλεση «θυμάτων αντεκδίκησης» για Γερμανούς στρατιώτες που σκότωναν οι παρτιζάνοι.[62] Το καθεστώς αυτό που επικράτησε λόγω των διαταγών του Κύμπλερ του απέφερε το νέο παρατσούκλι από τα στρατεύματά του «τρόμος της Αδριατικής» (Adriaschreck).[63]

Πραγματικά, και ο «Ανώτατος Επίτροπος» Ράινερ συγκλονίστηκε από τη σκληρότητα του Κύμπλερ και παρενέβη κατά της χρήσης των συλλογικών αντιποίνων, καθώς φοβόταν πως όχι απλώς δεν θα αποδυνάμωναν τα αντάρτικα κινήματα, αλλά θα τα ισχυροποιούσαν, ενώ η Βέρμαχτ θα έχανε ολοκληρωτικά το γόητρό της με αυτή την συμπεριφορά. Ο Κύμπλερ αναγκάστηκε έτσι να τροποποιήσει τη Διαταγή Νο. 9 μέσω της Διαταγής Σώματος της 14ης Μαρτίου 1944, απαγορεύοντας τη χρήση αντιποίνων χωρίς τη συγκατάθεσή του. Υποσχέθηκε επίσης στον Ράινερ πως θα ζητούσε και τη δική του συγκατάθεση πριν προβεί σε διαταγή για αντίποινα.[64] Αργότερα όμως οι δύο άντρες συγκρούστηκαν και πάλι. Ο λόγος αυτή τη φορά ήταν πως στις 19 Μαΐου 1944 ο «Ανώτατος Επίτροπος» παραχώρησε αμνηστία στους αντάρτες που παραδίδονταν στα γερμανικά στρατεύματα. Προτού ο Ράινερ παραχωρήσει την αμνηστία, σύμφωνα και με τις κατευθυντήριες γραμμές της διαταγής του Κύμπλερ, οι αντάρτες που λιποτακτούσαν εκτελούνταν μετά την παράδοσή τους, οδηγώντας τους να μάχονται μέχρι θανάτου και να μην παραδίδονται ποτέ. Ο Κύμπλερ εξανέστη επειδή η απόφαση αυτή ελήφθη ερήμην του, συν του ότι ο Ράινερ δεν είχε δικαιοδοσία σε στρατιωτικά θέματα. Αυτή έδινε σε υποδιοικητές την δυνατότητα να παρέχουν κατά βούληση αμνηστία σε αντάρτες, και με την επιρροή του Κύμπλερ και του επιτελείου του τροποποιήθηκε ώστε να εξαιρούνται από τη χορήγηση αμνηστίας Γερμανοί λιποτάκτες και σε αντάρτες που μπορούσε να αποδειχθεί πως είχαν σκοτώσει Γερμανούς στρατιώτες. Οι τελευταίοι θα δικάζονταν από κανονικά δικαστήρια με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας.[65]

Μόνο στην Κεντρική Επιτροπή της Κρατικής Νομικής Διαχείρισης για την Διαλεύκανση Εθνικοσοσιαλιστικών Εγκλημάτων (Zentrale Stelle der Landesjustizverwaltungen zur Aufklärung nationalsozialistischer Verbrechen – ZStLJV) υπάρχουν δεκαπέντε περιπτώσεις βίαιων πράξεων στην Επιχειρησιακή Ζώνη Παράκτιας Ζώνης Αδριατικής, για τις οποίες υπεύθυνος ήταν ο Κύμπλερ. Αυτές δεν οδήγησαν ουδέποτε σε δίκη, καθώς ο Κύμπλερ είχε εκτελεστεί ήδη από το 1947.[66]

Στην αιχμαλωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1944 το επιτελείο του Κύμπλερ μετονομάστηκε για «πολιτικούς λόγους» σε «Γενική Διοίκηση LXXXXVII (97ου) Σώματος Στρατού»,[56] αποσκιρτώντας από την αρμοδιότητα του Διοικητή Νοτιοδυτικής Ευρώπης και υπαγόμενο σε αυτή του Ανώτατου Διοικητή Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Από τον Φεβρουάριο του 1945 το σώμα του Κύμπλερ ενεπλάκη σε σκληρές μάχες υποχώρησης μεταξύ της Βέρμαχτ και των ανταρτών. Ο Κύμπλερ έλαβε από τον Ανώτατο Διοικητή Νοτιοανατολικής Ευρώπης Αλεξάντερ Λερ (1885–1947) την διαταγή να υπερασπιστεί για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορούσε την πόλη Ριγέκα στον κόλπο του Κβάρνερ. Παρά το γεγονός πως η θέση του Σώματος ήταν επισφαλής λόγω της προώθησης των Γιουγκοσλάβων από τα βόρεια και τα νότια και οι υποδιοικητές τόνιζαν τον κίνδυνο περικύκλωσης, ο Κύμπλερ επέμεινε στην αποστολή του. Όταν την 1η Μαΐου 1945 διέταξε επιχείρηση διάσπασης προς το Βορρά, στην κατεύθυνση των συνόρων με το Ράιχ, αποδείχτηκε πως ήταν πλέον πολύ αργά. Το LXXXXVII Σώμα Στρατού περικυκλώθηκε στην περιοχή της Τεργέστης από τον Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Κατά τη μαρτυρία του Δρος Καρλ Σούλτσε (Carl Schulze), διοικητή συντάγματος της 188ης Ορεινής Μεραρχίας, ο Κύμπλερ υπέστη νευρικό κλονισμό στη διάρκεια των απέλπιδων αυτών μαχών.[67] Στις 5 Μαΐου ο Λερ διέταξε την έναρξη των διαπραγματεύσεων παράδοσης, οι οποιες και ξεκίνησαν την επόμενη ημέρα. Ο Κύμπλερ όμως τραυματίστηκε και αναγκάστηκε να παραδώσει τη διοίκηση στον υφιστάμενό του Αντιστράτηγο Χανς φον Έσσλιν (Hans von Hößlin, 1880–1947)[15] Ο Έσσλιν υπέγραψε την παράδοση στις 7 Μαΐου υπό τον όρο πως οι Γερμανοί στρατιώτες θα επαναπατρίζονταν ως το τέλος του 1945.[68]

Ο Κύμπλερ τραυματίστηκε από θραύσματα χειροβομβίδας στο πρόσωπο, αφού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το όχημά του μετά από εχθρική επίθεση κοντά στο χωριό Βίλλα ντελ Νεβόσο, η οποία άνοιξε το δεξί μέρος του προσώπου του και σχεδόν κατέστρεψε το δεξί του μάτι. Μετά από αυτό μεταμφίεσε τον σωματοφύλακά του σε βοηθό γιατρού για να αποφύγει την αιχμαλωσία. Αλλά και οι δύο προδόθηκαν από έναν γερμανόφωνο Σλοβένο και μεταφέρθηκε στη Ριγέκα. Εκεί ο στρατηγός πέρασε αρκετές μέρες σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο. Στις 12 Μαΐου, 4 μέρες μετά την άνευ όρων παράδοση της Ναζιστικής Γερμανίας στους Συμμάχους, οι Γιουγκοσλάβοι κήρυξαν άκυρους τους όρους παράδοσης των Γερμανών που προέβλεπαν, όπως αναφέρθηκε, την επιστροφή των Γερμανών αιχμαλώτων στην πατρίδα τους, και έστειλε χιλιάδες Αυστριακούς και Γερμανούς σε «πορείες αντιποίνων» (Sühnemärschen) ως τα γιουγκοσλαβικά στρατόπεδα αιχμαλώτων.[69][70] Ο Κύμπλερ και ο ηλικιωμένος Έσσλιν έλαβαν επίσης μέρος σε αυτές τις πορείες, που διαρκούσαν από 30 ως 50 χιλιόμετρα την ημέρα, χωρίς τροφή και νερό.[71] Παρά τους φοβερούς πόνους από τον τραυματισμό του ο Κύμπλερ είχε συμβιβαστεί με τη μοίρα του και περπατούσε σιωπηλός προς το Βελιγράδι, όπου βρισκόταν το «Στρατόπεδο Δούναβη» (Donaulager) για αιχμάλωτους ανώτατους αξιωματικούς. Οι υπόλοιποι κατώτεροι αξιωματικοί συνέχισαν ως τη νότια Γιουγκοσλαβία, όπου και διασκορπίστηκαν σε στρατόπεδα στην Κροατία, το Μαυροβούνιο και τη Σερβία. Ο Καρλ Σούλτσε θυμόταν αργότερα πως στο Νόβι Σαντ «θα ήταν η τελευταία φορά που σφίγγαμε τα χέρια των πρώην προϊστάμενών μας και τους ευχόμαστε ό,τι καλύτερο».[72]

Από εκεί και πέρα οι αναφορές για τον Κύμπλερ σπανίζουν. Σημαντική πηγή πληροφοριών για τη ζωή των Γερμανών στρατηγών στη Γιουγκοσλαβική αιχμαλωσία αποτελούν τα ανέκδοτα απομνημονεύματα του Υποστράτηγου Γκέρχαρντ Χένκε, του τελευταίου διοικητή της 11ης Μεραρχίας Ξηράς της Luftwaffe με τίτλο «Ο γιουγκοσλάβος Τυχοδιώκτης» (Der jugoslawische Abenteuer). Σε μια τυπική ημέρα αιχμαλωσίας, το χειμώνα του 1945, οι 22 στρατηγοί και αξιωματικοί ξυπνούσαν στις 8 το πρωί, πίνοντας «άλλοτε καφέ και άλλοτε [τρώγοντας] αλευρόσουπα.» Οι στρατηγοί ήταν ελεύθεροι όλη την ημέρα, κάνοντας «όποτε το επέτρεπε ο καιρός, κύκλους στον κήπο […] ή λιαζόμαστε στον τοίχο». Το μεσημεριανό γεύμα ήταν στις 12, φωτιά αναβόταν στις 3 και στις 6 ακολουθούσε το βραδινό. Το απόγευμα οι στρατηγοί περνούσαν τον καιρό τους «παίζοντας μπριτζ, σκατ ή σκάκι. […] Το φως μπορούσαμε να το σβήσουμε όποτε θέλαμε». Ο Χένκε παρατηρούσε πως συνολικά η ζωή στο στρατόπεδο ήταν «ήρεμη, σχεδόν άνετη» και Χένκε περιέγραφε τον Κύμπλερ ως «εξαιρετικό στρατιώτη και σύντροφο», αλλά «ισχυρογνώμονα», και «τραχύ».[73]

Το επόμενο καλοκαίρι ο Κύμπλερ και έξι άλλοι στρατηγοί προσβλήθηκαν από δυσεντερία και μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο του στρατοπέδου, όπου και πέρασαν τις επόμενες εβδομάδες κάτω από σκληρές συνθήκες. «Σε μία μόνο νύχτα» έγραφε ο Χένκε, «σκότωσα πάνω από 300 έντομα». Σταδιακά οι συνθήκες βελτιώθηκαν αισθητά, καθώς αναρρώνοντας οι αξιωματικοί λάμβαναν «100 γραμμάρια κρέας το λιγότερο, και από φασόλια, μπιζέλια, πλιγούρι και ψωμί μπορούσαμε να φάμε όσο θέλαμε».[74]

Ο Κύμπλερ παρέμεινε προσηλωμένος εθνικοσοσιαλιστής και δεν προσπάθησε να το αποκρύψει για να σώσει τη ζωή του. Οι στρατηγοί προσεγγίστηκαν περί τις αρχές του 1946 από μέλη του «Αντιφασιστικού Αποκλεισμού» (Antifasistischer Ausschluss, συντομογραφία "Antifa") προκειμένου να κατηχηθούν πολιτικά στον κομμουνισμό. Ορισμένοι στρατηγοί, ανάμεσά τους ο Αντιστράτηγος Βόλφγκανγκ Χάουζερ ήταν πρόθυμοι να απαρνηθούν το παρελθόν τους και να απολαύσουν τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η συμμετοχή στην Antifa – ανάμεσά τους ο πρόωρος επαναπατρισμός. Οι στρατηγοί συγκεντρώθηκαν σε μια αίθουσα και το λόγο έλαβε ο Χάουζερ, ο οποίος μόλις ξεκίνησε είπε πως «ο εθνικοσοσιαλισμός ήταν μια μεγάλη ατυχία για τη Γερμανία». Στο σημείο αυτό ο Κύμπλερ τον διέκοψε και «παρακάλεσε τον Αρχιστράτηγο [Λερ] να επιτρέψει τη διάλυση της συνάντησης και έφυγε». [73]

Το ίδιο φθινόπωρο (1946) ο Κύμπλερ και ο Έσσλιν αποχωρίστηκαν από τους υπόλοιπους στρατηγούς. Ο Χένκε περιέγραψε το περιστατικό:

« Μόλις είχαμε φάει βραδινό και καθόμαστε στο τραπέζι μας. Τότε άνοιξε η πόρτα. Ένας Γιουγκοσλάβος επιλοχίας με συνοδεία 2 ανδρών εμφανίστηκε. Είχε ένα φάκελο στο χέρι, από τον οποίο διάβασε τα ονόματα Κύμπλερ και Έσσλιν. Ετοιμαστείτε αμέσως με όλα τα πράγματα! Ο Κύμπλερ παρέμεινε ατάραχος και ετοιμάστηκε. Ο Έσσλιν χλόμιασε και είπε: «Στρατοδικείο». Έτσι ήταν. Βοηθήσαμε και τους δύο με πράγματά τους και καθησυχάσαμε τον επιλοχία, ο οποίος ήταν ανυπόμονος. Βγήκαν, συνοδευόμενοι από τις ευχές μας, έξω από την πόρτα. Πήγαιναν στο θάνατο. Μια βαριά σκιά πλανιόταν από πάνω μας, που δεν θα μας άφηνε ποτέ πια. Ποιος θα ήταν ο τελευταίος;[75]  »

Δίκη και εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κύμπλερ και Έσσλιν μεταφέρθηκαν στη Λιουμπλιάνα, και παρέμειναν κάτω από συνθήκες αυστηρής αιχμαλωσίας. Η μεταφορά τους εξυπηρετούσε μάλλον το γεγονός πως οι Γιουγκοσλάβοι ήθελαν να δικάσουν τους ανώτατους αξιωματικούς της Επιχειρησιακής Ζώνης της Παράκτιας Ζώνης Αδριατικής σε μια πόλη που βρισκόταν υπό τη δικαιοδοσία τους. Οι δίκες των Γερμανών Εγκληματιών Πολέμου είχαν ξεκινήσει ήδη από τον Οκτώβριο του 1946 και τον Ιούλιο του 1947 είχε έρθει η σειρά του Κύμπλερ. Η δέκατη κατά σειρά δίκη των Γερμανών εγκληματιών πολέμου στη Γιουγκοσλαβία ξεκίνησε στις 10 Ιουλίου 1947 στο Στρατιωτικό Εφετείο της Λιουμπλιάνα, υπό την προεδρία του Λοχαγού Άβγκουστ Μπράτσιτς (Avgust Bračić) και δίκασε 14 αξιωματικούς: 7 Γερμανούς, 6 Αυστριακούς και 1 Γιουγκοσλάβο. Η δίκη τελείωσε στις 19 Ιουλίου. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου βρίσκονταν μαζί με τον Κύμπλερ ο Χανς φον Έσσλιν και ο Φρίντριχ Ράινερ.

Ο Κύμπλερ κατηγορήθηκε μέχρι και από τους υφιστάμενούς του, κυρίως για τη διαταγή Νο. 9 της 24ης Φεβρουαρίου 1944 και για τα μέτρα αντιποίνων στη Ζώνη Επιχειρήσεών του.[76] Για «αξιόποινες πράξεις κατά του λαού και του κράτους» 5 κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο στο εκτελεστικό απόσπασμα –ανάμεσά τους ο Έσσλιν–, 2 σε πολυετή κάθειρξη και ο Κύμπλερ με 6 άλλους (συμπεριλαμβανομένου του Ράινερ) σε θάνατο δι' απαγχονισμού.[77][78] Μετά την απόρριψη της αίτησης χάριτός του ο Λούντβιχ Κύμπλερ απαγχονίστηκε κάπου στην οδό Μικλοσίτσεβα της Λιουμπλιάνα στις 18 Αυγούστου 1947,[79] σε ηλικία 57 ετών, όπως ακριβώς στο Βελιγράδι λίγους μήνες νωρίτερα ο νεότερος αδελφός του, Αντιστράτηγος Γιόζεφ Κύμπλερ (1896–1947).[80]

Αντιπαράθεση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πίσω στη Γερμανία η οικογένεια του Κύμπλερ δεν έλαβε καμία πληροφορία για την τύχη του στρατηγού, έτσι η γυναίκα του Γιοχάνα προσπαθούσε να βρει ακόμα και το 1948 δικηγόρο για τον άντρα της, χωρίς να βρει παρ' όλα αυτά κάποιον που να ήταν πρόθυμος να αναλάβει αυτό το καθήκον.[3] Τον πρώτο χρόνο της ίδρυσης της Μπούντεσβερ (Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στρατού) το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Άμυνας άφησε τα στρατεύματα να αποφασίσουν μόνα τους για το όνομα που θα έδιναν σε ακίνητα της δικαιοδοσίας τους. Εξαιτίας αυτής της πρωτοβουλίας μια σειρά από στρατόπεδα έλαβαν τα ονόματα αξιωματικών πιστών στον Χίτλερ. «Το γεγονός πως αυτοί οι αξιωματικοί ήταν αντισημίτες, δεδηλωμένοι εθνικοσοσιαλιστές από την πρώτη στιγμή και εγκληματίες πολέμου, είτε δεν ήταν επαρκώς γνωστό στους υπεύθυνους διοικητές των στρατευμάτων ή δεν είχε για αυτούς, όπως μπορεί κανείς να υποθέσει, ιδιαίτερο βάρος».[81] Έτσι το 1964 το Στρατόπεδο «Σκαπανέας» (Pionier-Kaserne) πρώην Στρατόπεδο «Λούντεντορφ» - Ludendorff-Kaserne) στο Μίτενβαλντ της Βαυαρίας μετονομάστηκε σε Στρατόπεδο «Στρατηγός Κύμπλερ» (General–Kübler–Kaserne). Υπεύθυνος για αυτή την πράξη ήταν ο Στρατηγός Γκέοργκ Γκάρτμαϋρ, (Georg Gartmayr, 1906–1980)[82] διοικητής της 1ης Ορεινής Μεραρχίας της Μπούντεσβερ. Ο ίδιος ήταν μέλος του επιτελείου του Κύμπλερ από τον Οκτώβριο του 1939 ως τον Μάιο του 1940 και είχε υποβάλλει την πρόταση της μετονομασίας στο Υπουργείο Άμυνας.[83] Ως οργανωτής των γερμανικών ορεινών στρατευμάτων ο Κύμπλερ αναγνωρίστηκε και αναγνωρίζεται στις ενώσεις παραδόσεων της Μπούντεσβερ.[84] Στις ιστορίες του περιοδικού «Der Landser» του πρώην Ορεινού Κυνηγού Άλεξ Μπούχνερ ο στρατηγός τιμάται μέχρι σήμερα.[85] Στην 30ή επέτειο από την ίδρυση της 1ης Ορεινής Μεραρχίας στις 17 Φεβρουαρίου 1986 ο ακροδεξιός Πρωθυπουργός του κρατιδίου της Βαυαρίας Φραντς Γιόζεφ Στράους διακήρυξε πως «για τα γερμανικά Ορεινά Στρατεύματα ήταν ο Στρατηγός Λούντβιχ Κύμπλερ πρότυπο ανθρώπου και στρατιώτη. Τα στρατεύματα του οφείλουν σήμερα πολλή ευγνωμοσύνη».[86]

Τον Φεβρουάριο του 1988 το καθολικό ειρηνικό κίνημα Pax Christi απαίτησε τη μετονομασία του Στρατοπέδου «Αρχιστράτηγος Ντητλ» (στο Φύσεν) και του «Στρατηγός Κύμπλερ». Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Άμυνας (Ηγετικό Επιτελείο των ενόπλων Δυνάμεων) αρνήθηκε, παρ' όλα αυτά να εφαρμόσει τις αποφάσεις της Επιτροπής Αιτήσεων. Αυτό αιτιολογήθηκε μεταξύ άλλων πως ένα μέρος του πληθυσμού και οι στρατιώτες τάσσονταν υπέρ της διατήρησης του ονόματος.[87] Επιπλέον, την πρώιμη αυτή αντιπαράθεση δυσκόλευε το γεγονός πως δεν υπήρχε καμία κριτική βιογραφία του Κύμπλερ ως τότε και τα γιουγκοσλαβικά αρχεία της δίκης του ήταν μη προσβάσιμα. Το τελευταίο δεν έχει αλλάξει ως σήμερα (2014).[7] Το 1993 και το 1994 κυκλοφόρησαν δύο βιβλία του εκδότη και δημοσιογράφου Ρόλαντ Κάλτενέγκερ (Roland Kaltenegger, 1941–) μέσω των οποίων το πρόσωπο του Κύμπλερ έγινε γνωστό στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, έξω από τον κύκλο των δημοσιεύσεων του Συνδέσμου Συντρόφων των Ορεινών Στρατευμάτων και δόθηκε προσοχή στα δρακόντειά του μέτρα.[88] Το 1995 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του ιδρυτή και εκπροσώπου της «Πρωτοβουλίας Κατά της Κίβδηλης Δόξας» (Γιάκομπ Κναμπ, *Jakob Knab, 1951–) στο οποίο αναφέρθηκε το βιβλίο του Κάλτενέγκερ και ανακοίνωσε το πρόβλημα: «Ένας αληθινά σκανδαλώδης δεσμός του εγκληματία πολέμου Κύμπλερ με την προετοιμασία διεθνών πολεμικών επιχειρήσεων».[89]

Το καλοκαίρι του 1995 ο βουλευτής και μέλος του SPD Χανς Μπύτνερ (1944–2004) έφερε στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο μια επίσημη αίτηση, η οποία απαιτούσε τη μετονομασία των προαναφερθέντων στρατοπέδων στο όνομα 85 μελών του Κοινοβουλίου. Tο FDP συντάχθηκε με το SPD και ο Υπουργός Άμυνας Φόλκερ Ρύε (1942–) (CDU) ήρθε κάτω από μεγάλη πίεση, εν όψει και της επικείμενης αποστολής στρατευμάτων της Μπούντεσβερ στην Γιουγκοσλαβία. Η ισχυρά συναισθηματική αντιπαράθεση επηρεάστηκε από το γεγονός ότι δεν υπήρχε ακόμα μια βιογραφία του Κύμπλερ, παρά μόνο διασκορπισμένες πληροφορίες. Για καλύψει το κενό αυτό, ο Ρύε ανέθεσε στο Γραφείο Έρευνας Στρατιωτικής Ιστορίας (Militärgeschichtliches Forschungsamt, MGFA) της Μπούντεσβερ μια σχετική έρευνα.[90] Στην τελική ανάλυση, ο συγγραφέας καταλήγει:

Στη φιλοδοξία του να καταστήσει τα στρατεύματα που υπάγονταν σε αυτόν τα καλύτερα όλων των μονάδων της Βέρμαχτ, πήγε πολύ πιο πέρα από τον στόχο […]. Με τον υπερβολικά φιλόδοξο σκοπό του να μάχεται πάντοτε στην αιχμή της επίθεσης, οδήγησε τα στρατεύματά του χωρίς να νοιάζεται για τις απώλειες προσωπικού και έτσι αφύπνισε ένα ισχυρό αίσθημα απάνθρωπης σκληρότητας και τυχοδιωκτισμού. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται αν ληφθεί υπ' όψιν η συμπεριφορά του απέναντι στον εχθρό, όπως εκδηλώθηκε στη Ρωσική Εκστρατεία και στον αγώνα κατά των Ανταρτών με τις απαιτήσεις του για αντίποινα. […] Μετά από αυτά τα ιδιαίτερα αρνητικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του υπάρχει η πολιτική άποψη του στρατηγού, η οποία χαρακτηριζόταν από μια ιδιαίτερα θετική συμπεριφορά προς τον Εθνικοσοσιαλισμό.[91]

Η πρότασή του, μετά από τη μάχη της Ουμάν, ως αντίποινα για τη θανάτωση 19 Γερμανών στρατιωτών, να τουφεκιστούν όλοι οι αιχμάλωτοι σοβιετικοί διοικούντες στρατηγοί, διοικητές μεραρχιών και επιτελικοί αξιωματικοί, κρίθηκε ως κατηγορηματική αίτηση για ένα έγκλημα πολέμου, που καθαρά αντέβαινε τους όρους της Συνθήκης της Χάγης, όπως και η διαταγή Νο. 9 της 24ης Φεβρουαρίου 1944.[92] Μετά την κοινοποίηση αυτής της ελάχιστα επαινετική άποψης, ο Υπουργός Άμυνας διέταξε επίσημα στις 9 Νοεμβρίου 1995 τη μετονομασία του Στρατοπέδου «Στρατηγός Κύμπλερ» σε Στρατόπεδο «Κάρβεντελ», και παρά την ισχυρή αντίσταση του Συνδέσμου Συντρόφων των Ορεινών Στρατευμάτων, ο οποίος οργάνωσε συλλογή υπογραφών κατά της μετονομασίας, στην οποία έλαβαν μέρος χιλιάδες μέλη και υποστηρικτές τους.[93] Τρία χρόνια αργότερα, το 1998, κυκλοφόρησε η πρώτη και (εκτός της εργασίας του MGFA) η μοναδική ως τώρα βιογραφία του Λούντβιχ Κύμπλερ, πάλι από τον Ρόλαντ Κάλτενέγκερ. Αυτή δεν έφτασε όμως σε επιστημονικό ύψος, έτσι ώστε η δήλωση από την έρευνα του MGFA ισχύει ως τώρα, πως μια κριτική βιογραφία αναμένεται ακόμη.

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνοψη βαθμών[79]
Γερμανικός Βαθμός Ελληνικό αντίστοιχο Ημερομηνία
Fahnenjunker-Unteroffizier Δόκιμος με βαθμό Υπαξιωματικού 16 Οκτωβρίου 1908
Fähnrich Ανθυπασπιστής 20 Φεβρουαρίου 1909
Leutnant Ανθυπολοχαγός 23 Οκτωβρίου 1910
Oberleutnant Υπολοχαγός 09 Ιουλίου 1915
Hauptmann Λοχαγός 18 Αυγούστου 1918
Major Ταγματάρχης 01 Αυγούστου 1928
Oberstleutnant Αντισυνταγματάρχης 01 Απριλίου 1932
Oberst Συνταγματάρχης 01 Ιουλίου 1934
Generalmajor Υποστράτηγος 01 Ιανουαρίου 1938
Generalleutnant Αντιστράτηγος 01 Δεκεμβρίου 1939
General der Infanterie (Στρατηγός του Πεζικού)[Σημ. 3] 01 Αυγούστου 1940
General der Gebirgstruppe (Στρατηγός των Ορεινών Στρατευμάτων) 24 Νοεμβρίου 1941

Παρατίθενται οι διακρίσεις (παράσημα, μετάλλια και λοιπές ηθικές διακρίσεις) που απονεμήθηκαν στον Κύμπλερ κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας:[79]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η εγκληματική αυτή διαταγή προέβλεπε την συνοπτική εκτέλεση των σοβιετικών πολιτικών επιτρόπων (Κομισαρίων) μετά τη σύλληψή τους.
  2. Ο υποτιμητικός όρος Bandit (συμμορίτης) χρησιμοποιούνταν στην συντριπτική πλειοψηφία, αν όχι αποκλειστικά, στις αναφορές για να περιγράψει τους αντάρτες.
  3. Ο βαθμός αυτός δεν υπάρχει οργανικά στον Ελληνικό Στρατό. Τα Generalleutnant και General der... [Όπλο/Σώμα] (π.χ. Στρατηγός του Πεζικού [Infanterie], Ιπταμένων [Flieger], Ιππικού [Kavallerie], Τεθωρακισμένων [Panzertruppe], Αλεξιπτωτιστών [Fallschirmtruppe], Ορεινών Στρατευμάτων [Gebirgstruppe] κ.λπ.) αποδίδονται ενίοτε ως «Αντιστράτηγος / Αντιπτέραρχος Β' Τάξης» (ανάλογα τον κλάδο) και «Αντιστράτηγος / Αντιπτέραρχος Α' Τάξης» αντίστοιχα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kaltenegger (1998), σ. 274
  2. Meyer, τ. Α' σ. 22
  3. 3,0 3,1 Kaltenegger (1998), σ. 304
  4. 4,0 4,1 Schönherr (1995), σ. 20
  5. Hans-Erich Volkmann: Zur Verantwortlichkeit der Wehrmacht στο: R. D. Müller / H. E. Volkmann: Die Wehrmacht: Mythos und Realität, Μόναχο 1999, σ. 1199
  6. Kaltenegger (1998), σ. 355
  7. 7,0 7,1 7,2 Schönherr (1995), σ. 2
  8. Schönherr (1995), σ. 3
  9. Schönherr (1995), σ. 4 και σ. 23
  10. Schönherr (1995), σ. 3
  11. Schönherr (1995), σ. 4
  12. Kaltenegger (1998), σ. 15–18
  13. Schönherr (1995), σ. 4
  14. στρατιώτης ή κατώτερος αξιωματικός που εκτελεί χρέη ακόλουθου αξιωματικού
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 Dermot Bradley (εκδ.): Die Generale des Heeres 1921-1945; Τ. 7, Bissendorf 2004, σ. 267
  16. Schönherr (1995), σ. 5
  17. Reinhold Klebe: General Ludwig Kübler, στο: Die Gebirgstruppe (1985), Φύλλο 2, σ. 8
  18. 18,0 18,1 Schönherr (1995), σ. 6
  19. 19,0 19,1 Meyer, τ. Α' σ. 22
  20. Reinhold Klebe: General Ludwig Kübler, στο: Die Gebirgstruppe (1985), Φύλλο 2, σ. 9
  21. Schönherr (1995), σ .8; BA-MA (RH 28-1/256,Bl.12) Divisionsbericht über den Feldzug in Polen 1939, σ. 11
  22. Hermann Frank Meyer: Blutiges Edelweiß - Die 1. Gebirgs-Division im Zweiten Weltkrieg, Βερολίνο 2008, σ.27–30; Nikolaus von Vormann: Der Feldzug 1939 in Polen, Weissenburg 1958, σ.97 και 144
  23. BA-MA (RH 28-1/256 Bl. 53)
  24. Kaltenegger (1998), σ. 90
  25. Roland Kaltenegger: Schörner - Feldmarschall der letzten Stunde, Μόναχο / Βερολίνο 1994, σ. 157
  26. Schönherr (1995), S.8
  27. 27,0 27,1 Meyer, τ. Α', σ. 43–44
  28. Kaltenegger, ό.π., σ. 87
  29. Roland Kaltenegger: Schörner - Feldmarschall der letzten Stunde, Μόναχο/ Βερολίνο 1994, σ. 335; Reinhold Klebe: General Ludwig Kübler, στο: Die Gebirgstruppe, περιοδικό του Συνδέσμου Συντρόφων των Ορεινών Στρατευμάτων, (1985), Φύλλο 2, σ. 10
  30. Schönherr (1995), σ. 9
  31. Hans-Adolf Jacobsen: Einführung, στο: Percy M. Schramm (εκδ.): Kriegstagebuch des Oberkommandos der Wehrmacht, τ.1, Βόννη 2002, σ. 205
  32. Percy M. Schramm (επιμ.): Kriegstagebuch des Oberkommandos der Wehrmacht, τ.1, Βόννη 2002, σ. 153
  33. Kaltenegger (1998), σ. 144
  34. Schönherr (1995), σ. 11
  35. Meyer, τ. Α', σ. 83–93
  36. Για λεπτομέρειες βλ. Hans Steets: Gebirgsjäger bei Uman - Die Korpsschlacht des XXXXIX. Gebirgs-Armeekorps bei Podwyssokoje 1941, Χάιντελμπεργκ 1955. (Die Wehrmacht im Kampf, τ. 4)
  37. Klebe (1985), φύλλο2, S.10
  38. Πολεμικό Ημερολόγιο ΧΧΧΧΙΧ (Ορεινού) Σώματος Στρατού, 29 Ιουνίου 1941, στο: Kaltenegger (1998), σ.164
  39. Διαταγή του διοικητή πόλης του Λέμπεργκ: Kaltenegger (1998), σ. 168; BA-MA (RH 24-49/14)
  40. Schönherr (1995), σ. 12
  41. Christian Streit: Keine Kameraden - Die Wehrmacht und die sowjetischen Kriegsgefangenen 1941-1945, Βόννη 1991, σ.347 (σημ. 158)
  42. Meyer, τ. Α', σ. 97; BA-MA (RH 24-49/161), σήμα μέσω τηλετύπου προς την Ανώτερη Διοίκηση της 17ης Στρατιάς, συνημμένο 63, σ. 168
  43. Klebe (1985), Φύλλο 2, σ. 9–11
  44. Klaus Reinhardt: Die Wende vor Moskau - Das Scheitern der Strategie Hitlers im Winter 1941/42, Stuttgart 1972, σ. 230
  45. Schönherr (1995), σ. 14
  46. Schönherr (1995), σ.14
  47. Και οι δύο φράσεις στο: Klaus Reinhardt: Die Wende vor Moskau - Das Scheitern der Strategie Hitlers im Winter 1941/42, Στουτγκάρδη 1972, σ. 246
  48. Hans-Adolf Jacobsen (επιμ.): Generaloberst Halder - Kriegstagebuch, τ. 3, Στουτγκάρδη 1964, σ. 388
  49. Kaltenegger (1998), σ. 270
  50. Reinhardt, σ. 251
  51. Roland Kaltenegger: Schörner - Feldmarschall der letzten Stunde, Μόναχο/ Βερολίνο 1994, σ. 154
  52. Kaltenegger (1998), σ. 274
  53. Kaltenegger: (1998), σ. 278
  54. Erich Hesse: Der sowjetrussische Partisanenkrieg 1941 bis 1944 im Spiegel deutscher Kampfanweisungen und Befehle, Γκέτινγκεν 1969, σ. 216f
  55. Karl Stuhlpfarrer: Die Operationszonen "Alpenvorland" und "Adriatisches Küstenland" 1943-1945, Εκδόσεις Hollinek, Βιέννη 1969, σ. 76
  56. 56,0 56,1 Hans Umbreit: Die deutsche Herrschaft in den besetzten Gebieten 1942–1945, Στουτγκάρδη 1999, σ. 71
  57. Hans Umbreit: Die deutsche Herrschaft in den besetzten Gebieten 1942–1945, Στουτγκάρδη 1999, σ. 80
  58. Κατά: Stuhlpfarrer, σ. 93
  59. Führung des Bandenkampfes, Korpsbefehl Nr.9, Bundesarchiv-Militärarchiv RW4/v.689; Κατά: Roland Kaltenegger: Operationszone "adriatisches Küstenland" - Der Kampf um Triest, Istrien und Fiume 1944/45, Γκρατς / Στουτγκάρδη 1993, σ.66; Gerhard Schreiber: Die Wehrmacht und der Partisanenkrieg in Italien, σ. 262
  60. Gerhard Schreiber: Die Wehrmacht und der Partisanenkrieg in Italien, σ. 253
  61. Gerhard Schreiber: Die Wehrmacht und der Partisanenkrieg in Italien, σ. 261f
  62. Hans Umbreit: Die deutsche Herrschaft in den besetzten Gebieten 1942–1945, Stuttgart 1999, σ. 80
  63. Jakob Knab: Falsche Glorie - Das Traditionsverständnis der Bundeswehr, Βερολίνο 1995, σ. 66
  64. Karl Stuhlpfarrer: Die Operationszonen "Alpenvorland" und "Adriatisches Küstenland" 1943-1945, Verlag Hollinek, Βιέννη 1969, σ. 93
  65. Karl Stuhlpfarrer: Die Operationszonen "Alpenvorland" und "Adriatisches Küstenland" 1943-1945, Verlag Hollinek, Wien 1969, σ. 93
  66. Schönherr (1995), σ. 28, υποσημ. 96
  67. Kaltenegger (1998), σ. 276
  68. Schönherr (1995), σ. 19; BA-MA (RH 22/297 Bl. 10-13)
  69. Schönherr (1995), σ. 19
  70. Kaltenegger (1998), σ. 298–299
  71. Kaltenegger (1998), σ. 299
  72. Kaltenegger (1998), σ. 301
  73. 73,0 73,1 Böhme, τ. 1/I, σ. 292
  74. Böhme, τ. 1/I, σ. 177–178
  75. Böhme, τ. 1/I, σ. 178
  76. Kaltenegger (1998), σ. 301 και 328, υποσημείωση 113
  77. Böhme, τ. 1/I, σ. 21
  78. Meyer (2009), τ. Β' σ. 301
  79. 79,0 79,1 79,2 Miller, Michael D. & Collins, Gareth: General der Gebirgstruppe Ludwig Kübler. Άρθρο από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (αγγλικά)
  80. Kaltenegger (1998), σ. 302
  81. Wolfram Wette: Die Wehrmacht. Feindbilder - Vernichtungskrieg - Legenden, Φρανκφούρτη 2002, σ. 254
  82. GARTMAYR, Georg. Κατάλογος διακρίσεων στην ιστοσελίδα World War 2 Awards
  83. Kaltenegger (1998), σ. 306
  84. Schönherr (1995), σ. 1
  85. Alex Buchner: Kampfziel Lemberg - Der Einsatzweg der 1. Gebirgsdivision im Krieg gegen Polen (# 1545); του ιδίου: Entscheidung im Westen - 1940 Krieg gegen Frankreich - Der Kampfweg der 1.Gebirgsdivision unter General Ludwig Kübler (# 2316) (γερμανικά)
  86. Ralph Giordano: Die Traditionslüge. Vom Kriegerkult in der Bundeswehr., Kiepenheuer und Witsch, Κολωνία 2000, σ. 300, Die Gebirgstruppe, επιθεώρηση του Συνδέσμου Συντρόφων των Ορεινών Στρατευμάτων, Μόναχο, Νο. 1/1996 (γερμανικά)
  87. Γερμανικό Κοινοβούλιο: Πρακτικά 13/1628 της 2ας Ιουνίου 1995
  88. Roland Kaltenegger: Operationszone "Adriatisches Küstenland" - Der Kampf um Triest, Istrien und Fiume 1944/45, Verlag Stocker, Γκρατς / Στουτγκάρδη 1993. Roland Kaltenegger: Schörner - Feldmarschall der letzten Stunde, Herbig Verlag, Μόναχο/ Βερολίνο 1994.
  89. Jakob Knab: Falsche Glorie - Das Traditionsverständnis der Bundeswehr, Βερολίνο 1995, σ. 93 (γερμανικά)
  90. Klaus Schönherr: Wissenschaftliche Studie - General der Gebirgstruppe Ludwig Kübler, Militärgeschichtliches Forschungsamt, Πότσνταμ 1995 (γερμανικά)
  91. Schönherr (1995), σ. 20, κατά: Ralph Giordano: Die Traditionslüge. Vom Kriegerkult in der Bundeswehr., Kiepenheuer und Witsch, Κολωνία 2000, σ. 299
  92. Schönherr (1995), σ. 20
  93. Meyer, τ. Β', σ. 312–314

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Böhme, Kurt W.: Zur Geschichte der deutschen Kriegsgefangenen des Zweiten Weltkrieges. Die deutschen Kriegsgefangenen in Jugoslawien 1941—1949. Τόμος I/1. Verlag Ernst und Werner Gieselking, Μόναχο 1962 (γερμανικά)
  • Böhme, Kurt W.: Zur Geschichte der deutschen Kriegsgefangenen des Zweiten Weltkrieges. Die deutschen Kriegsgefangenen in Jugoslawien 1949—1953. Τόμος I/2. Verlag Ernst und Werner Gieselking, Μπίλεφελντ 1976 (γερμανικά)
  • Bradley, Dermot: (εκδ.): Die Generale des Heeres 1921-1945; τ. 7, Biblio Verlag, Μπίζεντορφ 2004. ISBN 3-7648-2902-8 (γερμανικά)
  • Giordano, Ralph: Die Traditionslüge. Vom Kriegerkult in der Bundeswehr., Kiepenheuer und Witsch, Κολωνία 2000, ISBN 3-462-02921-5 (γερμανικά)
  • Hesse, Erich: Der sowjetrussische Partisanenkrieg 1941 bis 1944 im Spiegel deutscher Kampfanweisungen und Befehle, Verlag Musterschmidt, Γκέτινγκεν 1969 (Studien und Dokumente zur Geschichte des Zweiten Weltkrieges, τ. 9). (γερμανικά)
  • Kaltenegger, Roland: Operationszone "Adriatisches Küstenland" - Der Kampf um Triest, Istrien und Fiume 1944/45, Verlag Stocker, Γκρατς / Στουτγκάρδη 1993. ISBN 3-7020-0665-6 (γερμανικά)
  • Kaltenegger, Roland: Schörner - Feldmarschall der letzten Stunde, Herbig Verlag, Μόναχο/ Βερολίνο 1994. ISBN 3-7766-1856-6 (γερμανικά)
  • Kaltenegger, Roland: Ludwig Kübler - General der Gebirgstruppe, Motorbuch-Verlag, Στουτγκάρδη 1998. ISBN 3-613-01867-5 (γερμανικά)
  • Klebe, Reinhold: General Ludwig Kübler, στο: Die Gebirgstruppe, Επιθεώρηση του Συνδέσμου Συντρόφων των Ορεινών Στρατευμάτων (1985), Φύλλο 2 (γερμανικά)
  • Knab, Jakob: Falsche Glorie - Das Traditionsverständnis der Bundeswehr, Verlag Links, Βερολίνο 1995. ISBN 3-86153-089-9 (γερμανικά)
  • Meyer, Hermann Frank: Αιματοβαμμένο Εντελβάις. Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944 (Τόμος Α). Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009. ISBN 978-960-05-1423-0
  • Meyer, Hermann Frank: Αιματοβαμμένο Εντελβάις. Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944 (Τόμος Β). Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009. ISBN 978-960-05-1425-4
  • Miller, Michael D. & Collins, Gareth: General der Gebirgstruppe Ludwig Kübler. Άρθρο από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (αγγλικά)
  • Reinhardt, Klaus: Die Wende vor Moskau - Das Scheitern der Strategie Hitlers im Winter 1941/42, Deutsche Verlags-Anstalt, Στουτγκάρδη 1972 (Beiträge zur Militär- und Kriegsgeschichte, τ. 13) (γερμανικά)
  • Schönherr, Klaus: Wissenschaftliche Studie - General der Gebirgstruppe Ludwig Kübler, Militärgeschichtliches Forschungsamt, Πότσνταμ 1995. (ανέκδοτο)
  • Schreiber, Gerhard: Die Wehrmacht und der Partisanenkrieg in Italien, στο: Politischer Wandel, organisierte Gewalt und nationale Sicherheit, R. Oldenbourg Verlag, Μόναχο 1995 (Beiträge zur Militärgeschichte, τ. 50). ISBN 3-486-56063-8 (γερμανικά)
  • Streit, Christian: Keine Kameraden - Die Wehrmacht und die sowjetischen Kriegsgefangenen 1941-1945 (2η έκδοση), Dietz-Verlag, Βόννη 1991. ISBN 3-8012-5016-4 (γερμανικά)
  • Stuhlpfarrer, Karl: Die Operationszonen "Alpenvorland" und "Adriatisches Küstenland" 1943-1945, Verlag Hollinek, Βιέννη 1969. (γερμανικά)
  • Umbreit, Hans: Die deutsche Herrschaft in den besetzten Gebieten 1942–1945, in: Das Deutsche Reich und der Zweite Weltkrieg, τ.5/2, Deutsche Verlags-Anstalt, Στουτγκάρδη 1999. ISBN 3-421-06499-7 (γερμανικά)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]