Αγχόνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η αγχόνη αποτελεί το μέσο εκτέλεσης της θανατικής ποινής "δι΄ απαγχονισμού", δηλαδή δια βρόχου (θηλιάς) που επιφέρει πνιγμό. Η ελληνική ονομασία του οργάνου "αγχόνη" προέρχεται από το ρήμα "άγχω" που σημαίνει: "σφίγγω με ιμάντα τον λαιμό κάποιου" ή "πνίγω κάποιον με βρόχο".

Είδη αγχόνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όργανο (μέσον) αυτό συνήθως αποτελείται από δύο βασικές ανισομεγέθεις δοκούς κάθετοι μεταξύ τους σε σχήμα Γ που εκ του οριζοντίου σκέλους φέρεται ο βρόχος. Κατά καιρούς όμως έχουν χρησιμοποιηθεί και αγχόνες άλλων σχημάτων όπως σε σχήμα Π που από το οριζόντιο σκέλος μπορεί να φέρονται περισσότεροι του ένός βρόχοι ή σε σχήμα Τ όπου ο απαγχονισμός εκτελείται από τις μασχάλες του κατάδικου. Μέχρι την 10ετία του "50 ο απαγχονισμός στην Τουρκία γινόταν από τρεις στύλους σε σχήμα πυραμίδας που από την έσω κορυφή φέρονταν ο βρόχος.

Κατά τον μεσαίωνα στις ευρωπαϊκές χώρες συνηθίζονταν το τετράγωνο ή ορθογώνιο ικρίωμα που έμοιαζε με σκελετό κιβωτίου που από τους άνω στύλους φέρονταν βρόχοι. Αλλά και οι τρόποι εκτέλεσης με αυτό το μέσον ήταν διαφορετικοί κατά καιρούς, από τόπο σε τόπο. Αλλού μεν, όπως στην Αγγλία μέχρι του 1832, ο θανατούμενος σύρονταν στο έδαφος από μεγάλο βάρος προσδεδεμένο στο άλλο άκρο του σχοινιού δια μέσου τροχαλιών. Στις αραβικές χώρες σύρονταν ο κατάδικος δια βρόχου από καλπάζοντα άλογα. Αλλού ο μελλοθάνατος επιβιβάζονταν σε ανοικτή άμαξα που τον οδηγούσε κάτω ακριβώς από τον βρόχο που μπορεί να φέρονταν σε γέφυρα ή σε ειδικό ικρίωμα ή και σε δένδρο όπου αφού εφαρμόζονταν ο βρόχος στο λαιμό του αποσύρονταν η άμαξα και ακολουθούσε η αυτόματη εκτέλεση του απαγχονισμού. Αλλού επίσης οι θανατούμενοι υποχρεώνονταν ν΄ ανέλθουν ψηλές κλίμακες (ανεμόσκαλες) για να φθάσουν στο βρόχο της υψηλής αγχόνης. Μέχρι το 1960 υπήρχε σε χρήση στην Αγγλία, Γαλλία κλπ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επικράτηση της αγχόνης ως μέσον επιβολής ατιμωτικής θανατικής ποινής χρονολογείται από τον Αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο ο οποίος κατήργησε τον σταυρικό θάνατο. Κατά τον Μεσαίωνα ο θάνατος δι΄ αγχόνης επιβάλλονταν μόνο σε κατάδικους που προέρχονταν από τις κατώτερες τάξεις, ενώ οι ευγενείς είχαν το "προνόμιο" του αποκεφαλισμού, και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις γινόταν δι΄ απαγχονισμού προκειμένου ν΄ αποδοθεί ατιμωτική σημασία. Στη συνέχεια η Γαλλική Επανάσταση κατήργησε τον δι΄ απαγχονισμού θάνατο και επέβαλε τον δι΄ αποκεφαλισμού για όλους τους καταδικαζόμενους επί εσχάτη των ποινών.

Στην Ελλάδα ο δι΄ αγχόνης θάνατος εισήχθηκε τον Ιούλιο του 1925 με διάταγμα της Κυβέρνησης Πάγκαλου προς παραδειγματισμό επί καταχρήσεων του δημοσίου. Το σχετικό εκείνο διάταγμα καταργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1926. Στο διάστημα που ίσχυε αυτό έγιναν μόνο δύο εκτελέσεις καταδικασθέντων για κατάχρηση, και αυτές στη περιοχή "Τσακός" της Αγίας Παρασκευής Αττικής, εκ του ονόματος του ενός εκ των δύο εκεί καταδικασθέντων δι΄ απαγχονισμού. Αργότερα κατά το διάστημα της κατοχής (1941-1944) οι Γερμανοί κατακτητές χρησιμοποίησαν την αγχόνη σε πλείστες των περιπτώσεων και μάλιστα επί ομαδικών εκτελέσεων του ανθιστάμενου πληθυσμού της ελληνικής υπαίθρου. Στην Αθήνα δι΄ απαγχονισμού εκτελέστηκαν τότε δύο έμποροι για διενέργεια "μαύρης αγοράς". Η εκτέλεση με απαγχονισμό χρησιμοποιήθηκε και από τις κομμουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα.

Επίσης δι΄ απαγχονισμού εκτελέσθηκαν μετά τον Μουσολίνι, με απόφαση του Δικαστηρίου εγκληματιών πολέμου της Νυρεμβέργης το 1946 οι Ρίμπεντροπ, Ζάουκελ, Σάις, Φρικ, Στράιχερ κ.ά. Αργότερα οι Άγγλοι εφαρμόζουν απαγχονισμούς Ελληνοκυπρίων δια καταπακτής όπου άνοιγε αμέσως μετά την τοποθέτηση του βρόχου στο λαιμό του κατάδικου.

Τελευταίος απαγχονισμός ήταν αυτός του πρώην Προέδρου του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν που επιβιβάσθηκε σε κάλαθο καταπακτής. Από τα επίσημα ιρακινά μέσα ενημέρωσης κυκλοφόρησε μόνο ένα σύντομο απόσπασμα της προετοιμασίας της εκτέλεσης, λίγο αργότερα όμως στο διαδίκτυο βρέθηκε βίντεο που είχε τραβήξει κάποιος ανώνυμος παριστάμενος, με ολόκληρη τη διαδικασία.