Επιχείρηση Θαλάσσιος Λέων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης της επιχείρησης Θαλάσσιος Λέων

Υπό την επωνυμία Επιχείρηση Θαλάσσιος Λέων (γερμ. Unternehmen Seelöwe) φέρεται το σχέδιο της Ναζιστικής Γερμανίας να εισβάλει στη Βρετανία κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Για να έχει επιτυχία μια παρόμοια εισβολή απαιτούνταν υπεροχή τόσο στα εναέρια όσο και στα ναυτικά μέσα στη Θάλασσα της Μάγχης. Απόπειρα ανάληψης εναέριας υπεροχής έγινε από πλευράς Λουφτβάφε, η οποία ξεκίνησε τη μάχη της Αγγλίας. Ύστερα από την αποτυχία της απόπειρας η επιχείρηση εγκαταλείφθηκε και δεν εκτελέστηκε ποτέ.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας ήδη κατακτήσει, μέσα σε είκοσι ημέρες, την Πολωνία από το Σεπτέμβριο του 1939, ο Χίτλερ αποφάσισε να στραφεί προς την ευρωπαϊκή Δύση. Προετοίμασε σχεδόν ο ίδιος την επιχείρηση εισβολής στην Ολλανδία, το Βέλγιο και τη Γαλλία και την παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς. Όταν πραγματοποιήθηκε η επιχείρηση, στις 10 Ιουλίου 1940, ούτε οι Γερμανοί στρατιωτικοί ηγέτες δεν ανέμεναν παρόμοια έκβαση: Ολλανδία, Βέλγιο και Γαλλία συνθηκολόγησαν μετά από έξι περίπου εβδομάδες μαχών. Ο Χίτλερ πίστευε ότι έχει πλέον απομονώσει τη Βρετανία: Με σχεδόν ολόκληρη την Κεντρική Ευρώπη στην κατοχή του και το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότωφ που είχε υπογραφεί από το 1939 και απογύμνωνε τη Βρετανία από πιθανό σύμμαχο, ο Χίτλερ πίστευε ότι η Βρετανία θα ζητούσε διαπραγματεύσεις. Η πραγματικότητα τον διέψευσε: Όχι μόνον δε ζητήθηκαν διαπραγματεύσεις, αλλά η χώρα δια του Πρωθυπουργού της διακήρυξε την απόφασή της να συνεχίσει τον αγώνα εναντίον του. Συνεπώς, η Βρετανία όφειλε να "φύγει από τη μέση". Απέμεναν δύο λύσεις: Η μία ήταν να απομονωθεί η Βρετανία, ώστε ελλείψει εφοδίων να υποκύψει. Η άλλη ήταν να καταληφθεί από τα γερμανικά στρατεύματα.

Ωστόσο ο Χίτλερ δεν είχε αντιμετωπίσει σοβαρά ενδεχόμενο εισβολής στη Βρετανία. Το 1939 είχε αναθέσει στον Πλοίαρχο Χανς Γιούργκεν Ράινικε (Hans Jürgen Reinicke), που τότε υπηρετούσε στο Γενικό Επιτελείο του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού να αναλύσει τις προϋποθέσεις για ενδεχόμενη εισβολή στη Βρετανία.[1] Ο Ράινεκε, ύστερα από πενθήμερη έρευνα, κατέληξε ότι για να έχει επιτυχία μια ενδεχόμενη απόβαση έπρεπε να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

  • Αποκλεισμός του Βρετανικού Μητροπολιτικού στόλου από τις περιοχές απόβασης
  • Καταστροφή όλων των παράκτιων ναυτικών μονάδων και θέσεων
  • Παρεμπόδιση δράσης των βρετανικών υποβρυχίων στη ζώνη απόβασης
  • Εξουδετέρωση ή αδυναμία κάθε παρέμβασης από πλευράς Βρετανικής Αεροπορίας

Καμία συνέχεια δε δόθηκε από πλευράς Χίτλερ ή του Επιτελείου του στα συμπεράσματα του Ράινεκε. Τον Ιούλιο του 1940 η Βρετανία ήταν πιο ευάλωτη παρά ποτέ: Οι χερσαίες δυνάμεις της (12 μεραρχίες) είχαν επαναπατριστεί μεν από τη Δουνκέρκη, αλλά έπρεπε να επανεξοπλιστούν από την αρχή (αναφέρεται ότι από μια χιλιάδα πυροβόλων του εκστρατευτικού σώματος στη Γαλλία επανήλθαν στη Βρετανία μόνο μια δωδεκάδα και από 600 άρματα μόνον 9), ενώ από τις υπόλοιπες 12 (ελλιπείς και ημιεκπαιδευμένες) που είχαν παραμείνει στη Βρετανία, λείπουν τα βαρέα όπλα και τα άρματα μάχης.[2] Και όμως, οι Γερμανοί δε διέθεταν κανένα έτοιμο σχέδιο εισβολής στη Βρετανία. Αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες: Ο πρώτος ήταν η πεποίθηση του Χίτλερ που προαναφέρθηκε. Ο δεύτερος ήταν σχετικά παρόμοιος: Όταν η Γερμανία εκπονούσε τα επανεξοπλιστικά της προγράμματα στα μέσα της δεκαετίας του '30, το βλέμμα του Χίτλερ δεν είχε ποτέ στραφεί προς τη Βρετανία, ούτε καν είχε φανταστεί μακροχρόνιο πόλεμο με τους Βρετανούς. Ως συνέπεια, η κυριαρχία της Γερμανίας όφειλε να επικεντρωθεί στην ηπειρωτική Ευρώπη, κι αυτό θα επιτυγχανόταν με σωστή ανάπτυξη των χερσαίων και των εναέριων δυνάμεων. Οι ναυτικές δυνάμεις, που τώρα προέκυπτε η ανάγκη τους, ήταν ολοσχερώς ανεπαρκείς: Στις 27 Ιανουαρίου 1939 το γερμανικό ναυτικό πρόγραμμα επεκτάθηκε μέχρι το 1949, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλά σκάφη παρέμειναν είτε μισοτελειωμένα είτε δεν έφυγαν ποτέ από το στάδιο του σχεδιασμού.[3]

Η προετοιμασία του σχεδίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανική πλευρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην υπ' αριθ. 6 διαταγή του, με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 1939, ο Χίτλερ αναφέρει: "...κατάκτηση ικανοποιητικής βάσεως για τις αεροπορικές και ναυτικές επιχειρήσεις...". Δεν αναφέρονται πουθενά χερσαίες επιχειρήσεις. Πρώτη φορά που αναφέρεται η επιχείρηση "Θαλάσσιος Λέων" είναι σε σημείωμα του Στρατηγείου του Φύρερ με ημερομηνία 2 Ιουλίου 1940: "Ο Φύρερ αποφάσισε ότι κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ίσως είναι δυνατή μια απόβαση χερσαίων δυνάμεων στην Αγγλία..."[2] Το σημείωμα αυτό βάζει σε κίνηση τα Επιτελεία, που αναζητούν λύσεις σε παρόμοιο ενδεχόμενο, αλλά ο Χίτλερ αδιαφορεί. Στις 16 Ιουλίου, όμως, εκδίδει τη Διαταγή αριθ. 16, στην οποία αναφέρει: "Επειδή η Βρετανία, παρά την απελπιστική θέση στην οποία βρίσκεται, δεν δίνει κανένα δείγμα κατανοήσεως, αποφάσισα να προετοιμάσω εναντίον της μια χερσαία επιχείρηση και, αν είναι απαραίτητο, να την εκτελέσω...". Πολλοί ιστορικοί έχουν σχολιάσει τη μικρή παρενθετική πρόταση "αν είναι απαραίτητο", καθώς δείχνει τις διαθέσεις του Χίτλερ.

Στις 31 Ιουλίου ο Χίτλερ καλεί στο Μπέργκχοφ τους επικεφαλής του Στρατού ξηράς (Heere) και του Στόλου. Ο Αρχιναύαρχος Έριχ Ρέντερ παίρνει το λόγο και αναπτύσσει την άποψη ότι το σχέδιο απόβασης από την πλευρά του Ναυτικού είναι αρκετά δύσκολο να πραγματοποιηθεί λόγω ανεπάρκειας δυνάμεων, ενώ δίνει ως ρεαλιστική ημερομηνία πραγματοποίησής του όχι νωρίτερα από τις 15 Σεπτεμβρίου. Ο Χίτλερ δεν αντιδρά: Έχει ήδη στρέψει το βλέμμα του στην ΕΣΣΔ, πιστεύοντας ότι αν γονατίσει αυτή τη δύναμη, οι Βρετανοί δεν θα έχουν άλλο δρόμο εκτός της συνθηκολόγησης. Ωστόσο, δίνει εντολή κατάστρωσης σχετικών σχεδίων και ύστερα από αυτό αναπτύσσει τις περί εισβολής στην ΕΣΣΔ απόψεις του.

Ο Βάλτερ φον Μπράουχιτς, ακολουθώντας την εντολή του Φύρερ του, καταστρώνει ένα μεγαλοπρεπές σχέδιο: Η ομάδα Στρατιών Α του Γκερντ φον Ρούντστεντ θα περιλάβει την 9η και την 16η Στρατιά εκκινώντας αντίστοιχα από τη Χάβρη και το Τεξέλ (Βουλώνη). Ζώνες αποβίβασης: Ράμσγκεϊτ, Ντόβερ, Φόκστοουν, Χέιστινγκς για τη μία, Μπράιτον και νησί Ουάιτ η άλλη. Η ομάδα Στρατιών Β του Φέντορ φον Μποκ θα περιλάβει την 6η Στρατιά που θα εκκινήσει από το Σερμπούρ θα αποβιβαστεί στον όρμο Λάιμ (Lyme Regis) πλάι στο Πόρτσμουθ. Αφού εγκαταστήσουν τα προγεφυρώματά τους, οι δύο ομάδες θα προχωρήσουν η μεν πρώτη θα εγκαταστήσει θέσεις από το Σαουθάμπτον μέχρι το Γκρέιβσαντ και, αποφεύγοντας το Λονδίνο θα επιδιώξει να συγκρουστεί με τις βρετανικές δυνάμεις περίπου στην Οξφόρδη. Η ομάδα Β θα καταλάβει το Μπρίστολ και θα προσπαθήσει να κυκλώσει τις βρετανικές δυνάμεις. Αν οι στόχοι επιτευχθούν, η κατάληψη του υπόλοιπου της Βρετανίας θα είναι πλέον μια τυπική διαδικασία.[2] Είναι εμφανές ότι ο Στρατός ξηράς βλέπει το διάπλου της Μάγχης ως διάβαση ενός πλατέος ποταμού, στην οποία το Ναυτικό θα έπαιζε το ρόλο του Μηχανικού και η Λουφτβάφε το ρόλο του Πυροβολικού.[3]

Μετασκευασμένα σε αποβατικά, σκάφη αναμένουν στο λιμένα Βιλχελμσχάφεν την έναρξη της επιχείρησης

Πολύ πιο ρεαλιστικός ο Ρέντερ αντιδρά: Το σχέδιο προβλέπει ταχεία μεταφορά τριών Στρατιών. Το Ναυτικό του δεν έχει επαρκείς δυνάμεις ούτε για να τις μεταφέρει ούτε για να τις υποστηρίξει. Τού χρειάζονται 10 ημέρες - με τα μέσα που έχει - για να μεταφέρει τις 13 πρώτες μεραρχίες, ενώ για τις υπόλοιπες δεν είναι σε θέση να αναλάβει δεσμεύσεις. Προτείνει, συνεπώς, το δραστικό περιορισμό του αποβατικού μετώπου: 200 μίλια, από το Λάιμ μέχρι το Ραμσγκέιτ είναι τεράστιο μέτωπο που αδυνατεί να καλύψει.[4] Υποστηρίζει πως αυτό πρέπει να συμπτυχθεί μεταξύ Beachy Head και Ντόβερ. Η Λουτφβάφε με τη σειρά της ισχυρίζεται πως δεν είναι σε θέση να ρίψει τους αλεξιπτωτιστές της, που θα μπορούσαν να δώσουν για μια ακόμη φορά το χαρακτήρα του κεραυνοβόλου πολέμου στη σύγκρουση. Ο Μπράουχιτς διαφωνεί και υποστηρίζει το σχέδιό του. Αν ρίξει τα άρματά του στα έλη των περιοχών που προτείνει ο Ρέντερ, ποιος εγγυάται πως δεν θα κολλήσουν; Ο Ρέντερ απαντά ότι το Ναυτικό οφείλει να λάβει υπόψη του τα ναρκοπέδια που φυλάσσουν τη Μάγχη, τις παρεμβάσεις του Βρετανικού Στόλου και της Βρετανικής Αεροπορίας, τις απότομες καταιγίδες που ξεσπούν στη Μάγχη. Ο Χίτλερ γίνεται, έτσι, διαιτητής ανάμεσα στα τρία Όπλα. Υποστηρίζει τον Ρέντερ - είναι από τους ελάχιστους αξιωματικούς που εξακολουθεί να σέβεται: Του είχε πει σε άσχετο χρόνο: "Στην ξηρά είμαι ήρωας. Στη θάλασσα είμαι ένας άχρηστος δειλός"[5] Δηλώνει πως η ζώνη απόβασης δεν πρέπει να υπερβεί το Μπράιτον. Επιπλέον, θέτει και τους εξής στόχους: Τα υποβρύχια όφειλαν να αποκλείσουν το δυτικό άκρο της Μάγχης μη επιτρέποντας στα βρετανικά σκάφη να περάσουν, ο στόλος επιφανείας έπρεπε να ανοιχτεί στον Ατλαντικό για να προκαλέσει το Βρετανικό σε ναυμαχία αποσπώντας τον από την άμυνα των ακτών και να πραγματοποιηθεί αποκλεισμός του ανατολικού άκρου της Μάγχης με ναρκοπέδια και μικρά σκάφη.[3] Ο Χίτλερ αδυνάτιζε, έτσι, ακόμη περισσότερο τον ήδη ισχνό γερμανικό Στόλο. Το Ναυτικό, επιπλέον, δεν διέθετε αποβατικά: Είχε αποδυθεί σε έρευνα των σκαφών των κατακτημένων χωρών για την ανεύρεση και κατάσχεση κατάλληλων σκαφών, στα οποία επρόκειτο να προστεθούν ράμπες.[6]

Κύριο λήμμα: Μάχη της Αγγλίας

Ωστόσο ο Φύρερ θέτει, προκειμένου να πραγματοποιηθεί το σχέδιο "Θαλάσσιος Λέων", μια βασική προϋπόθεση: Η Λουτβάφε οφείλει να εκμηδενίσει τη Βρετανική Αεροπορία. Αυτή η απόφαση αποτελεί το θεμέλιο λίθο της έναρξης της Μάχης της Αγγλίας. Εκδίδει μάλιστα, τη Διαταγή αριθ. 17, με την οποία ορίζει την έναρξη αεροπορικής επίθεσης εναντίον της Βρετανίας στις 5 Αυγούστου, με κύριο στόχο την εκμηδένιση της RAF. Όλοι οι άλλοι στόχοι (πόλεις, εγκαταστάσεις κτλ.) δεν θα θιγούν: Μόνο τα αεροδρόμια, τα αεροσκάφη και τα εργοστάσια κατασκευής - επισκευής τους.

Ο Χίτλερ θέλει να έχει τελειώσει η επιχείρηση "Θαλάσσιος Λέων" μέχρι το Σεπτέμβριο. Οι στρατιωτικοί, από την άλλη, του υποδεικνύουν ότι δεν μπορούν να την ξεκινήσουν πριν τις αρχές Σεπτεμβρίου[7] και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα έχουν να αντιμετωπίσουν την εναέρια απειλή της RAF. Ο Χίτλερ αποφασίζει: Η επιχείρηση θα πραγματοποιηθεί, αλλά εφόσον ο Χέρμαν Γκέρινγκ και η Λουφτβάφε του θα έχουν εκμηδενίσει τη RAF.

Μετά την απόβαση ο Χίτλερ σχεδιάζει να εγκαταστήσει στη Βρετανία Γερμανική διοίκηση: ο Δρ. Φραντς Σιξ (Dr. Franz Six) των Einsatzgruppen προετοιμάζεται για κυβερνήτης της και την εγκαθίδρυση της "Νέας Τάξης". Ήδη έχουν τυπωθεί σχετικές αφίσες ενώ ο Χίτλερ παίζει με την ιδέα της μεταφοράς της Στήλης του Νέλσον στο Βερολίνο.

Η διχογνωμία των στρατιωτικών όμως συνεχίζεται. Στις 7 Αυγούστου ο στρατηγός Φραντς Χάλντερ αναφέρει σε μια σύσκεψη: "Είμαι κατηγορηματικά αντίθετος με τη σύμπτυξη του μετώπου που προτείνει το Ναυτικό. Κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να περνούσαμε τα στρατεύματά μας από τη μηχανή των λουκάνικων". Στις 13 Αυγούστου ο Χίτλερ εγκρίνει τον περιορισμό του μετώπου, περικόπτοντας από την απόβαση την ομάδα Στρατιών Β. Στις 30 Αυγούστου η OKW (Oberkommando Wehrmacht, Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση) έχει το σχέδιο έτοιμο. Ο φον Ρούντστεντ, όμως, είναι ιδιαίτερα ανήσυχος: Οι Γερμανοί ναυτικοί δεν έχουν εμπειρία σε αποβάσεις, φοβάται μήπως αποβιβάσουν στρατεύματα είτε σε λάθος τόπο είτε σε λάθος χρόνο. Φοβάται επίσης πως οι 6.700 άνδρες του κύματος κρούσης δεν προφθάσουν καν να αποβιβαστούν: Θα έχει καταστραφεί τόσο η RAF όσο και το Βασιλικό Ναυτικό; Ποιος του εγγυάται πως οι λιμενικές εγκαταστάσεις, που είναι απαραίτητες για να διατηρήσουν το αποβατικό σώμα αξιόμαχο, θα είναι ανέπαφες;

Στις 14 Αυγούστου ο Χίτλερ μοιάζει να υπαναχωρεί: Δηλώνει στους στρατηγούς του ότι αν το εγχείρημα είναι υπερβολικά τολμηρό, καλύτερα να μη το επιχειρήσουν μέσα στο 1940, καθώς υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να καθυποταγεί η Βρετανία. Είναι η πρώτη ένδειξη υπαναχώρησης του Φύρερ. Στις 3 Σεπτεμβρίου διαπιστώνεται πλέον με σαφήνεια ότι η RAF απέχει πολύ από το να έχει καταστραφεί. Ο Κάιτελ, επικεφαλής του OKW αναβάλλει, ύστερα από εντολή του Χίτλερ, το Θαλάσσιο Λέοντα για τις 21 Σεπτεμβρίου. Ακολουθεί νέα αναβολή για τις 27 Σεπτεμβρίου - είναι η τελευταία ημέρα κατά την οποία οι παλίρροιες θα επιτρέψουν ασφαλή απόβαση. Στις 17 Σεπτεμβρίου διαπιστώνεται ότι ο Γκέρινγκ έχει αποτύχει: Η RAF παραμένει όσο αξιόμαχη ήταν και στις αρχές Αυγούστου. Ο Θαλάσσιος Λέων αναβάλλεται επ' αόριστον.[4] Ο Χίτλερ έχει ήδη καταστήσει σαφές ποιοι είναι "οι άλλοι τρόποι" για την καθυπόταξη της Βρετανίας: Είναι η εισβολή και καθυπόταξη της Σοβιετικής Ένωσης. Αν και αυτή η δύναμη καταρρεύσει η Βρετανία δεν θα διαθέτει πλέον κανένα πιθανό στήριγμα και θα αναγκαστεί να συνθηκολογήσει.

Η Βρετανική πλευρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη από τα τέλη Ιουλίου η γερμανική δράση κατά της Αγγλίας έχει ξεκινήσει: Αεροσκάφη της Λουφτβάφε πραγματοποιούν αεροπορικές επιδρομές κατά του Ντόβερ, η περιοχή του οποίου πλήττεται και από πυροβόλα μεγάλου βεληνεκούς που οι Γερμανοί εγκαθιστούν στο Καλαί. Ο συνδυασμός αυτός αναγκάζει τους Βρετανούς να αποσύρουν το μητροπολιτικό στόλο από τη Μάγχη. Όλα φαίνεται να πηγαίνουν όπως τα έχει σχεδιάσει ο Χίτλερ: Θα αναγκαστούν οι Βρετανοί να ζητήσουν διαπραγματεύσεις, γεγονός που θα κάνει το "Θαλάσσιο Λέοντα" σχέδιο άνευ αντικειμένου.[4]

Ωστόσο, οι Βρετανοί δεν μένουν με σταυρωμένα χέρια. Σε χρόνο ρεκόρ συγκροτείται και επανδρώνεται μια νέα δύναμη: Ήδη από τις 14 Μαΐου δημιουργούνται οι Local Defence Volunteers (LVD) (Εθελοντές τοπικής άμυνας), στην οποία συμμετέχουν όσοι κρίνονται ακατάλληλοι, λόγω ηλικίας ή φυσικής κατάστασης, για να υπηρετήσουν στον τακτικό στρατό. Επικεφαλής αυτής της δύναμης τοποθετήθηκε. στις 27 Μαΐου 1940, ο στρατηγός Σερ Έντμουντ Αϊρονσάιντ (Edmund Ironside). Στις 23 Ιουλίου η δύναμη αυτή μετονομάζεται σε Local Guards (τοπική φρουρά), επειδή έτσι την αποκάλεσε ο Τσώρτσιλ σε μια ραδιοφωνική εκπομπή του BBC.[4] Μέχρι τα τέλη Ιουλίου η δύναμη αυτή έχει επανδρωθεί με μισό εκατομμύριο ανδρών, πράγμα που δείχνει πόσο σοβαρά αντιμετώπιζαν οι Βρετανοί την απειλή της απόβασης.

Οι "Locals" έχουν ανεπαρκέστατο οπλισμό και εξ ίσου ανεπαρκή εκπαίδευση. Η λαϊκή θυμοσοφία τους αποκαλεί "Broomstick Army" (στρατό με σκουπόξυλα), καθώς αρκετοί από αυτούς έχουν, αρχικά, ως όπλο ένα ραβδί με προσαρμοσμένη στην άκρη του μια ξιφολόγχη.[2] Έτσι, ο Αϊρονσάιντ δεν έχει πολλές επιλογές. Αποφασίζει να δημιουργήσει ένα σύστημα στατικής άμυνας, με στόχο να καθυστερήσουν οι εισβολείς τόσο όσο θα χρειαζόταν η μεταφορά δυνάμεων από άλλα σημεία της χώρας και του εξωτερικού. Αν οι Γερμανοί γινόταν δυνατό να εκτραπούν χρονικά από το καθορισμένο σχέδιό τους, η Βρετανία θα έβρισκε το χρόνο ανασυγκρότησης των δυνάμεών της και θα μπορούσε να εξαπολύσει αποτελεσματική αντεπίθεση.[4] Οι Locals δεν παραλείπουν ούτε την οργάνωση του εδάφους: Οι πινακίδες σήμανσης αφαιρούνται από τους δρόμους, τα πάσης φύσεως γήπεδα "φυτεύονται" με πασσάλους ώστε να αποτραπεί η χρήση τους ως πεδίων προσγειώσεως, οι γέφυρες υπονομεύονται ενώ επιστρατεύονται και οι καμπάνες των εκκλησιών, ως πρόχειρες σειρήνες συναγερμού![2]

Οι προετοιμασίες αποδεικνύονται άχρηστες. Ο Θαλάσσιος Λέων δεν πρόκειται να εκτελεστεί ποτέ. Ωστόσο οι Locals, που ξεκίνησαν ως "Στρατός με τα σκουπόξυλα" θα καταλήξουν, το 1944, να αποτελούν το σώμα της Εθνοφρουράς, με δικά του πυροβόλα, άρματα μάχης και σώματα στήριξης και ειδικές αμυντικές εγκαταστάσεις στις ακτές.[2] Οι εγκαταστάσεις αυτές διατηρήθηκαν και μετά τον πόλεμο, μέχρι το 1956, οπότε άρχισαν σταδιακά να διαλύονται.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Walter Ansel, Hitler Confronts England, Duke University Press, 1960
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  3. 3,0 3,1 3,2 Military History online
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 BBC History: Operation Sea Lion
  5. Spartacus Schoolnet
  6. History of War.org
  7. History learning site