Λαύρα του Ποτσαΐβ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λαύρα του Ποτσαΐβ
Pochaev.jpg
Γενική άποψη της Λαύρας του Ποτσαΐβ το 2010
Είδοςμοναστήρι
Αρχιτεκτονικήμπαρόκ
Γεωγραφικές Συντεταγμένες50°0′17″N 25°30′25″E
ΘρήσκευμαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Θρησκευτική υπαγωγήΟυκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία
Διοικητική υπαγωγήPochaiv
ΧώραΟυκρανία
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος

Η Λαύρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Ποτσαΐβ (ουκρ. Свято-Успенська Почаївська Лавра, ρωσ. Свято-Успенская Почаевская Лавра, πολων. Ławra Poczajowska) είναι Ορθόδοξο μοναστήρι στην κωμόπολη Ποτσαΐβ (Ποτσάεφ στη ρωσική γλώσσα) της Περιφέρειας του Τερνόπολ, στη δυτική Ουκρανία. Υπήρξε επί αιώνες το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο του Ανατολικού Καθολικού και του Ορθόδοξου Χριστιανισμού στη δυτική Ουκρανία. Η Λαύρα βρίσκεται στην κορυφή χαμηλού λόφου, 70 χιλιόμετρα βορείως του Τερνόπολ, σε γεωγραφικές συντεταγμένες 50°00΄17΄΄ βόρειο πλάτος και 25°30΄25΄΄ ανατολικό μήκος.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απαρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη γραπτή αναφορά στη Μονή χρονολογείται το 1527, αν και κατά την τοπική παράδοση ιδρύθηκε περίπου τρεις αιώνες νωρίτερα, την εποχή της εισβολής των Μογγόλων, από αρκετούς μοναχούς που έφευγαν από τις κατακτώμενες περιοχές ή και από μοναχούς του Αγίου Όρους. Σύμφωνα με την παράδοση, η Παναγία εμφανίσθηκε στους μοναχούς με τη μορφή στήλης φωτιάς, αφήνοντας το αποτύπωμα του ποδιού της στον βράχο όπου στάθηκε.[1][2] Αυτό το αποτύπωμα έγινε με τον καιρό σημείο προσκυνήματος από τον τοπικό πληθυσμό και τους μοναχούς εξαιτίας των θεραπευτικών ιδιοτήτων του νερού που έσταζε από τον βράχο.

Μέσα στον 16ο αιώνα το μοναστήρι ευημέρησε αρκετά ώστε να αναθέσει την κατασκευή πέτρινου ναού, ενώ φιλοξενούσε και πολυσύχναστη ετήσια πανήγυρη. Η θέση του βελτιώθηκε περαιτέρω το 1597, όταν μία ευγενής, η Άννα Χόισκα, δώρησε στη Μονή τα εκτεταμένα κτήματά της και μία θαυματουργό εικόνα της Θεοτόκου. Αυτό το εικόνισμα, γνωστό ως η «Παναγία του Ποτσαΐβ», είχε δωρηθεί στη Χόισκα από κάποιον περαστικό Βούλγαρο επίσκοπο και βοήθησε να θεραπευθεί από τύφλωση ο αδελφός.

Ο Άγιος Ιώβ του Ποτσαΐβ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1604 έγινε μέλος της μοναστικής κοινότητας ο Ιβάν Ζάλιζο, κήρυκας του νέου τότε Πατριαρχείου Μόσχας και γνωστός επικριτής της Ενώσεως του Μπρεστ, με την οποία οι Ρουθηνοί επίσκοποι ανεγνώρισαν ως ηγέτη τους τον Πάπα Ρώμης. Ο Ζάλιζο εγκατέστησε το 1630 στη Μονή του Ποτσαΐβ μια τυπογραφική μηχανή, η οποία προμήθευε όλους τους Ρουθηνούς της Γαλικίας και της Βολυνίας με Ορθόδοξα θρησκευτικά κείμενα γραμμένα στη γλώσσα τους. Το πιεστήριο συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1924 και μετά φυγαδεύθηκε πρώτα στην Τσεχοσλοβακία, μετά στο Μόναχο και τέλος, το 1946, στη Μονή της Αγίας Τριάδας στο Τζόρντανβιλ της πολιτείας της Νέας Υόρκης.

Ο Ζάλιζο πήρε το μοναστικό όνομα Ιώβ και μετά από κάποιο χρόνο εκλέχθηκε ηγούμενος της Μονής. Τότε επέβαλε αυστηρότερη πειθαρχία και εισήγαγε μεταρρυθμίσεις στον μοναστικό βίο. Κατά την ηγουμενία του η μονή χρειάσθηκε να αντιμετωπίσει συνεχείς επιθέσεις από τους κατιόντες συγγενείς της Χόισκα, ιδίως του Αντρζέι Φίρλεϊ, καστελάνου του Μπελζ, ο οποίος μήνυσε τους μοναχούς για υφαρπαγή της κληρονομίας της γιαγιάς του. Το 1623 ο Φίρλεϊ επέδραμε στη Μονή, πήρε το εικόνισμα της γιαγιάς του και το κράτησε μέχρι το 1641, όταν μία δικαστική απόφαση το επέστρεψε τελεσίδικα στη Μονή. Ο Ιώβ απεβίωσε σε βαθύτατο γήρας στις 25 Οκτωβρίου 1651 και λίγο αργότερα ανακηρύχθηκε άγιος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Σε ένωση με τη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λαϊκή εικόνα του θαύματος του 1675 με την παύση της πολιορκίας των Τούρκων

Κατά τον πόλεμο του Ζμπάραζ το 1675 το μοναστήρι πολιορκήθηκε από τον Οθωμανικό στρατό, ο οποίος τράπηκε σε φυγή όταν εμφανίσθηκε στον ουρανό η Παναγία με αγγέλους και τον Άγιο Ιώβ. Πολλοί Τούρκοι Μουσουλμάνοι που είδαν το θαύμα κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ασπάσθηκαν αργότερα τον Χριστιανισμό, ενώ ένα από τα παρεκκλήσια της μονής εορτάζει την ανάμνηση του γεγονότος.

Σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο Θεοφάνης Προκόποβιτς, Ρουθηνός μεταρρυθμιστής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκάρη μοναχός στη Μονή του Ποτσαΐβ, ενώ αργότερα, το 1712, επισκέφθηκε τη μονή μαζί με τον Μέγα Πέτρο.

Μετά το 1720 η Μονή παραδόθηκε σε Βασιλιανούς μοναχούς της Ουκρανικής Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας. Μία ακόμη θαυματουργική παρέμβαση αναφέρεται σε αυτή την περίοδο: το 1759 μία άμαξα που μετέφερε τον Πολωνό Κόμη Νικόλαο Ποτότσκι ανατράπηκε έξω από τα τείχη της μονής. Τρελός από τον θυμό του, ο Ποτότσκι πυροβόλησε τον οδηγό του τρεις φορές, χωρίς να τον πληγώσει. `Οταν πέρασε ο θυμός του, δόξασε τον Θεό για τη σωτηρία του αμαξά του και, αποδίδοντάς τη σε θεϊκή παρέμβαση, εγκαταστάθηκε στην κωμόπολη του Ποτσαΐβ και άρχισε να κάνει δωρεές προς τη Μονή.

Το 1773 ο Ποτότσκι, που από Ρωμαιοκαθολικός του δυτικού τυπικού έγινε Ελληνοκαθολικός, υπέβαλε επίσημη αίτηση στον Πάπα να αναγνωρισθεί η εικόνα της Παναγίας του Ποτσαΐβ ως θαυματουργή και ο Άγιος Ιώβ ως άγιος και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Μόνο το πρώτο αίτημα έγινε αποδεκτό. Μετά τον θάνατο του Ποτότσκι το 1782, η σορός του εναποτέθηκε στον Καθεδρικό Ναό της Αναλήψεως της Παναγίας, του οποίου την ανέγερση είχε χρηματοδοτήσει.

Ανάμεσα στην Πολωνία και τη Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιερή εικόνα της Παναγίας του Ποτσαΐβ εντός του χρυσού διαδήματος που δώρισε ο Πάπας Κλήμης ΙΔ΄.
Η Παρθένος του Ποτσαΐβ σε εικόνισμα του 1840, Μουσείο Ιβάν Χοντσάρ του Κιέβου

Το 1795, ως αποτέλεσμα του Τρίτου Διαμελισμού της Πολωνίας, η Βολυνία, όπου και η Λαύρα του Ποτσαΐβ, έγινε μέρος της Russian Empire. Παρά το ότι αρκετοί Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες) επέστρεψαν τότε στην Ορθοδοξία, οι αυτοκρατορικές ρωσικές αρχές δεν προέβησαν για δεκαετίες σε ενέργειες κατά των πρώτων. Το τυπογραφείο και η εκκλησιαστική σχολή μέσα στη Λαύρα συνέχισαν να χρησιμοποιούν τη λατινική γλώσσα, ενώ η βασική γλώσσα επικοινωνίας ήταν η πολωνική. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, το 1823, ο Ορθόδοξος Επίσκοπος Βολυνίας Στέφανος έγραψε επιστολή στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄, ζητώντας να επιστραφεί η Μονή του Ποτσαΐβ στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά το αίτημά του αγνοήθηκε. Μόλις το 1831, μετά την υποστήριξη των Ελληνοκαθολικών στον Πολωνορωσικό Πόλεμο του 1830-31 ο Ρώσος Τσάρος Νικόλαος Α΄ διέταξε την επιστροφή της μονής στους πιστούς της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις 10 Οκτωβρίου 1831 το μοναστήρι άνοιξε και πάλι ως ορθόδοξο, μετά από 110 χρόνια στα χέρια των Ουνιτών.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1833, η Μονή του Ποτσαΐβ έλαβε τον τίτλο της λαύρας και κατέστη θερινή κατοικία των Ορθόδοξων επισκόπων της Βολυνίας. Προς το τέλος του 19ου αιώνα το Ποτσαΐβ έγινε σημαντικός τόπος προσκυνήματος Ορθόδοξων προσκυνητών από ολόκληρη τη Ρωσική Αυτοκρατορία και από τα Βαλκάνια.

Κατά τις πρώτες ημέρες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, χιλιάδες Ουκρανοί της Γαλικίας πήγαν να προσκυνήσουν στη Λαύρα και μερικοί ασπάσθηκαν την Ορθοδοξία κατά τη σάρωση μεγάλου τμήματος της Γαλικίας από τον ρωσικό στρατό μετά τη Μάχη της Γαλικίας. Ωστόσο η λεηλασία της μονής από τους Αυστριακούς το 1915 υπήρξε απλώς η αρχή των δοκιμασιών του 20ού αιώνα.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, μία ακόμη λεηλασία από τους Μπολσεβίκους και τον Πολωνοσοβιετικό πόλεμο του 1920, η δυτική Βολυνία αποδόθηκε στην Πολωνία υπό τους όρους της Ειρήνης της Ρίγας. Το 1921 η Λαύρα βρισκόταν σε κρίση, με ελάχιστα αποθέματα τροφίμων και φθορές μετά από μια επταετία αναστατώσεων. Το πιο βασανιστικό ωστόσο θέμα ήταν το δίλημμα των μοναχών σχετικά με το σε ποια εκκλησιαστική αρχή θα έπρεπε να υπαχθούν. Καθώς συνέβη και με τις περισσότερες ρωσοορθόδοξες κοινότητες που βρέθηκαν εκτος της ΕΣΣΔ και επομένως πέρα από κάθε δυνατότητα βοήθειας από την ήδη υπό διωγμό Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συμφώνησε να αναλάβει τον ρόλο του Πατριαρχείου Μόσχας και η Λαύρα του Ποτσαΐβ υπάχθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας το 1923.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας η Λαύρα γνώρισε μια ειρηνική περίοδο και επισκεύασε πολλά από τα κτίσματα που είχαν πάθει ζημιές. Χαρακτηριστικά, υπήρξε το πρώτο μοναστήρι που έβαλε ηλεκτρική εγκατάσταση. Αλλά το 1929, μετά την παύση της ισχύος του διατάγματος του πολωνικού κράτους «επί της προστασίας των Ρουθηνών», η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία άρχισε αμέσως να εκμεταλλεύεται την κατάσταση. Η Λαύρα δέχθηκε περισσότερες από εκατό καταγγελίες και απαιτήθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας να της επιστρέψει τη Λαύρα. Παρά το πλήθος των καταγγελιών, η Λαύρα επεβίωσε και στην πορεία έγινε το γνωστότερο Ορθόδοξο κέντρο της Β΄ Πολωνικής Δημοκρατίας.

Η νεότερη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λαύρα του Ποτσαΐβ άσκησε μια έμμεση επίδραση στην Ορθοδοξία στον Δυτικό Κόσμο. Ο αρχιμανδρίτης Βιτάλιος (Βιτάλι Μαξιμένκο), ως επικεφαλής του τυπογραφείου της μονής, το εκκένωσε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και το φυγάδευσε μαζί του στην τότε Τσεχοσλοβακία, όπου συνέστησε μια νέα αδελφότητα και ξανάρχισε να τυπώνει. Αυτή η νέα «Αδελφότητα του Αγίου Ιώβ του Ποτσάεφ» μετεγκαταστάθηκε από την Τσεχοσλοβακία στο Μόναχο της Γερμανίας και τελικώς στις ΗΠΑ, όπου ενώθηκε με τη Μονή της Αγίας Τριάδας στο Τζόρντανβιλ της πολιτείας της Νέας Υόρκης, της οποίας ο (επίσκοπος πλέον) Βιτάλιος έγινε ηγούμενος. Η Μονή της Αγίας Τριάδας συνέχισε έτσι τη μακραίωνη εκδοτική παράδοση του Αγίου Ιώβ.[3]

Το 1939, σύμφωνα με το μυστικό πρωτόκολλο του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, η Δυτική Βολυνία προσαρτήθηκε στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας. Μέρος του τοπικού πληθυσμού είδε την αλλαγή αρχικώς ως απελευθέρωση από τον πολωνικό ζυγό. Ωστόσο, η αθεϊστική ιδεολογία του σοβιετικού καθεστώτος έγινε η νέα πηγή καταπιέσεως, αν και αυτή η καταπίεση στην Ουκρανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν σαφώς λιγότερο σκληρή από εκείνη στη Ρωσία της δεκαετίας του 1920. Η Λαύρα υπάχθηκε στο Πατριαρχείο Μόσχας και ευθύς χιλιάδες Ορθόδοξοι προσκυνητές από όλη τη Σοβιετική Ένωση αποτόλμησαν μια επίσκεψη μέσα στον πόλεμο στη Λαύρα, καθώς φοβόντουσαν ότι θα είχε την τύχη όλων των άλλων μονών της χώρας, που είχαν κλείσει. Αυτό δεν έγινε, παρά το ότι η Λαύρα ερευνήθηκε εξονυχιστικά και τα ζώα της, το ορφανοτροφείο και άλλα ιδρύματα προσφοράς που παρείχε προς την κοινότητα κατασχέθηκαν αμέσως: Οι τεράστιοι αριθμοί των επισκεπτών απέτρεψαν το καθεστώς από το να αναλάβει άμεση δράση εναντίον ενός προσκυνήματος που κατέστη και πάλι ένα καταφύγιο της Ορθοδοξίας.

Μετά την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην ΕΣΣΔ τον Ιούνιο του 1941, ούτε οι Γερμανοί έκλεισαν τη Λαύρα, αλλά κατάσχεσαν όλα όσα είχαν απομείνει από την επιδρομή των σοβιετικών αρχών. Τότε σχηματίσθηκε η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία, με τη στήριξη των αρχών κατοχής. Ωστόσο η Λαύρα του Ποτσαΐβ δεν ακολούθησε σε αυτό που απεκάλεσε «σχίσμα». Αντιθέτως, το 1941 απετέλεσε το κέντρο του λεγόμενου «Αυτονομιστικού» κινήματος, που διεκδικούσε την υπαγωγή στη δικαιοδοσία της Μόσχας, ενώ ταυτοχρόνως θα ήταν ελεύθερο να δρα ανεξαρτήτως αυτής για όσο διάστημα το Πατριαρχείο Μόσχας θα βρισκόταν υπό τον σοβιετικό έλεγχο.[4] Το Πατριαρχείο Μόσχας, μετά την παράκληση του Στάλιν, που έπαυσε κάθε καταπίεση, υπεστήριξε ολόθυμα τον αγώνα κατά των Γερμανών. Αν και το γεγονός ότι ήταν ένα ιδιαίτερα «ορατό» κέντρο της Ορθοδοξίας απέτρεψε τη Λαύρα από το να αναλάβει ενεργό ρόλο, ωστόσο παρέσχε καταφύγιο σε όσους από τον τοπικό πληθυσμό καταδιώκονταν από τις αρχές κατοχής. Τον Αύγουστο του 1944 ο Κόκκινος Στρατός έδιωξε τον κατακτητή από τη Βολυνία.

Μεταπολεμικώς η Λαύρα του Ποτσαΐβ βρισκόταν σε μια περιοχή που περιελάμβανε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση Ορθόδοξων ενοριών σε όλη την ΕΣΣΔ. Η θέση της ως προπυργίου της Ρωσικής Ορθοδοξίας στη Δυτική Ουκρανία ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο το 1948, όταν η οργανωμένη από το καθεστώς εκκλησιαστική Σύνοδος του Λβωφ κατάργησε την Ένωση του Μπρεστ και διέλυσε βίαια την Ουνία στην Ανατολική Γαλικία. Ωστόσο η επιτρεπτική στάση έναντι της θρησκείας στη Σοβιετική Ένωση τελείωσε με τη νέα πολιτική του Νικίτα Χρουστσόφ στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Από τότε η Λαύρα υπέφερε αυξανόμενη πίεση από το καθεστώς, με τακτικές εφόδους και έρευνες, καθώς και συνεχή παρακολούθηση. Μέσα σε έναν από τους κατασχεθέντες ναούς το 1959 δημιουργήθηκε ένα μουσείο αθεϊσμού. Παρά την πίεση αυτή πάντως οι αρχές δεν έκλεισαν ούτε τότε τη Λαύρα και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970 ήταν το κυριότερο θεολογικό κέντρο της Εξαρχίας της Ουκρανίας του Πατριαρχείου Μόσχας.

Μετά τη χαλάρωση των περιορισμών στις θρησκείες στα τέλη της δεκαετίας του 1980, το Μουσείο Αθεϊσμού έκλεισε και μετατράπηκε σε θεολογική σχολή. Αλλά την ίδια εποχή επανασυστήθηκε η Ουνιτική Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία, όπως και η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία. Αναβίωνε έτσι το παλαιό δίλημμα. Το κοινόβιο της Λαύρας ωστόσο αρνήθηκε ομοφώνως κάθε συμπάθεια προς αυτές τις αναβιώσασες οντότητες, με δικαιολογία για τη στάση του κάποιες βιαιότητες της άλλης πλευράς (με τη βοήθεια παραστρατιωτικών Ουκρανών εθνικιστών). Μια μονάδα ρωσόφιλων Κοζάκων δημιουργήθηκε για την περιφρούρηση των Ρωσοορθόδοξων ενοριών. Επειδή η ανάδυση της Λαύρας από τη σοβιετική καταπίεση συνέπεσε με αυτά τα γεγονότα, η πολιτικο-ιστορική της θέση ως προμαχώνα τής, υποστηριζόμενης πλέον από το ρωσικό κράτος, Ρωσικής Ορθοδοξίας στη Δυτική Ουκρανία αποκαλύφθηκε για μία φορά ακόμα.[5]

Τον Απρίλιο του 2015 τα μέλη του περιφερειακού συμβουλίου του Τερνόπολ ψήφισαν υπέρ της υπαγωγής της Λαύρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Ποτσαΐβ στο δημόσιο.[6]

Ο Άγιος Αμφιλόχιος του Ποτσαΐβ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνα του Αγίου Αμφιλοχίου του Ποτσαΐβ

Στις 12 Μαΐου 2002 η Ορθόδοξη Εκκλησία αγιοποίησε τον μοναχό Αμφιλόχιο του Ποτσαΐβ (Амфілохій Почаївський), κατά κόσμο Γιακίβ Βαρνάβοβιτς Γκολοβατιούκ (1894-1971). Ο Γιακίβ εκάρη μοναχός στη Λαύρα του Ποτσαΐβ το 1925 και το 1936 χειροτονήθηκε ιερομόναχος με το όνομα Ιωσήφ. Το χάρισμα της θεραπείας που είχε δεν άργησε να προσελκύσει την προσοχή και πολλοί άνθρωποι άρχισαν να προσέρχονται στη Λαύρα για να θεραπευθούν από τον πατέρα Ιωσήφ. Ο ηγούμενος αρχιμανδρίτης της Λαύρας ευλόγησε το έργο αυτό του μοναχού και του επέτρεψε να εγκατασταθεί σε μία μικρή καλύβη κοντά στο κοιμητήριο της μονής, ώστε να διευκολύνεται το έργο του. Τα καλοκαίρια οι επισκέπτες του πατέρα Ιωσήφ αυξάνονταν, φθάνοντας τους 500 ημερησίως. Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, μία επιτροπή της ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας ερεύνησε τον βίο του και τον Μάιο του 2002, ανακηρύχθηκε άγιος με το όνομα Αμφιλόχιος, αφού πρώτα το λείψανό του ξεθάφτηκε χωρίς ίχνος φθοράς. Περισσότεροι από 20.000 Ορθόδοξοι προσκυνητές έφθασαν για να παραστούν στη σχετική τελετή. Πολλοί από αυτούς θεραπεύθηκαν όταν άγγιξαν το λείψανο του αγίου.

Από την ανεξαρτησία της Ουκρανίας και μετά, η Λαύρα του Ποτσαΐβ έχει πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση τού να καταστεί το δεύτερο σημαντικότερο κέντρο της Ορθοδοξίας στην Ουκρανία, μετά τη Λαύρα των σπηλαίων του Κιέβου. Οι πρώτοι απόφοιτοι από τη θεολογική σχολή της που ανήλθαν στον βαθμό του επισκόπου είναι πλέον γεγονός. Η δημοσιευμένη βιβλιογραφία και οι απεικονίσεις της Λαύρας του Ποτσαΐβ μπορούν να βρεθούν παντού στην Ουκρανία, όπως και στη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Εκατοντάδες χιλιάδες Ορθόδοξοι προσκυνητές την επισκέπτονται από όλα τα κράτης της πρώην ΕΣΣΔ, από τα Βαλκάνια και από άλλα μέρη.

Κτίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Λαύρα κυριαρχεί το καθολικό ή «καθεδρικός» ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τον οποίο συνέλαβε ο Κόμης Νικόλαος Ποτότσκι ως τον μεγαλύτερο ναό των Ελληνοκαθολικών. Ανεγέρθηκε μεταξύ του 1771 και του 1783 σε σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα Γκότφρηντ Χόφμαν. Το εξωτερικό του ναού με δύο υψηλούς πύργους να πλαισιώνουν την πρόσοψη, ακολουθεί αυστηρά τον μεταβατικό αρχιτεκτονικό ρυθμό μεταξύ του μπαρόκ και του νεοκλασικισμού. Αρκετά δευτερεύοντα κτίσματα, ιδίως ένα χειμερινό παρεκκλήσιο του 1862 και κτίσμα τράπεζας (το τραπέζι όπου τρώνε όλοι οι μοναχοί μαζί) του 1888, πλαισιώνουν τον κυρίως ναό.

Μετά την επιστροφή της Μονής στην Ορθοδοξία, το πλούσιο εσωτερικό του καθολικού έπρεπε να αναμορφωθεί προκειμένου να συμφωνεί με την Ορθόδοξη παράδοση. Μετά από μια πυρκαγιά το 1874 οι αγιογραφίες του εσωτερικού ξαναζωγραφίστηκαν από τον ακαδημαϊκό ζωγράφο Βασίλιεφ, ενώ ο γλυπτός διάκοσμος αποκαταστάθηκε από τον γλύπτη Παλιγιέφσκι. Ο ναός περιέχει ακόμα τον τάφο του Νικολάου Ποτότσκι και τα δύο σημαντικότερα προσκυνήματα του Ποτσαΐβ: το αποτύπωμα του ποδιού της Παναγίας και την ιερά εικόνα της Παναγίας του Ποτσαΐβ.

Στα νοτιοανατολικά του καθολικού ορθώνεται το ύψους 65 μέτρων κωδωνοστάσιο, ένα από τα υψηλότερα σε όλη την Ουκρανία, που ανεγέρθηκε σε τέσσερα επίπεδα μεταξύ του 1861 και του 1869. Η μεγαλύτερη καμπάνα του, που χυτεύθηκε το 1886, ζυγίζει 11,5 τόνους.

Ο ναός της Αγίας Τριάδας, κατασκευής 1906-1912, σε ρυθμό αναβίωσης, σχεδιάσθηκε από τον Αλεξέι Σιούσεφ. Το αυστηρό εξωτερικό του βασίζεται στη μεσαιωνική βόρεια ρωσική αρχιτεκτονική, ενώ οι κόγχες φιλοξενούν συμβολιστικά ψηφιδωτά και ζωγραφιές του Νίκολας Ραίριχ.

Υπάρχουν επίσης οι ναοί του Αγίου Ιώβ και των Αγίων Αντωνίου και Θεοδοσίου βρίσκονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους σε σπήλαια, κάτω από το έδαφος. Η κατασκευή τους άρχισε το 1774 και έγινε σε αρκετές φάσεις, με την τελευταία να φθάνει στα 1860. Ο ναός του Αγίου Ιώβ περιέχει ένα διάσημο δώρο από την κόμισσα Άννα Ορλόβα: μία αργυρή λειψανοθήκη με το λείψανο αυτού του αγίου.

Οι πρόσφατες κατασκευές περιλαμβάνουν δύο παρεκκλήσια, το ένα προς τιμή της 400στής επετείου της μεταφοράς της ιεράς εικόνα της Παναγίας του Ποτσαΐβ στη μονή από την Άννα Χόισκα, που ολοκληρώθηκε το 1997, και το άλλο για να τιμηθεί η επέτειος των 2.000 ετών από τη γέννηση του Χριστού.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ambrosius, Hegumen of Pochaev: Tales about Pochaev Assumption Lavra, Pochaev 1878
  • V.P. Andriyivsky: On Pochayivska Lavra, Κίεβο 1960
  • Monasteries of the Russian Orthodox Church, Μόσχα 2000

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Pochayiv Lavra της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).