Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λατρεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Με τον όρο λατρεία προσδιορίζονται συνήθως συγκεκριμένες πράξεις θρησκευτικού αίνου, απόδοσης τιμής ή αφοσίωσης, οι οποίες αποδίδονται γενικότερα σε ένα υπερανθρώπινο ον όπως ένας θεός. Αποτελεί ανεπίσημο όρο για αυτό που η θρησκειολογία αποκαλεί cultus, το σύνολο δηλαδή των πρακτικών και παραδόσεων που αντιστοιχούν σε ένα θεολογικό σύστημα.

Η θρησκευτική λατρεία μπορεί να αποδίδεται ατομικά, σε ανεπίσημες οργανωμένες ομάδες ή ως μέρος μιας οργανωμένης θρησκευτικής υπηρεσίας που έχει έναν διορισμένο ηγέτη (όπως συμβαίνει σε έναν ναό, μια συναγωγή ή ένα τζαμί). Μια άλλη πρότερη έννοια του όρου αφορά την απόδοση τιμής ή αξιοσύνης προς κάποιο μέλος που ανήκει σε ανώτερη κοινωνική τάξη, για παράδειγμα κάποιο λόρδο ή μονάρχη. Σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται γενικότερα και προς άτομα που χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, όπως ένας εραστής.

Τυπικές πράξεις λατρείας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ των συνηθέστερων πράξεων λατρείας είναι οι εξής:

Τρόποι απόδοσης λατρείας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορθόδοξη εκκλησία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά την Ορθόδοξη Εκκλησία, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ κτιστού και Ακτίστου, ως εντελώς ανόμοιες ουσίες. Και αυτό σημαίνει ότι η λατρεία απευθύνεται μόνο στο Άκτιστο, (που είναι τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος), και όχι στο κτιστό, που είναι οτιδήποτε άλλο που έχει αρχή εντός του κτιστού χωροχρόνου.

Στην Ορθόδοξη πίστη, λατρεύεται μόνο η Αγία Τριάδα και το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού, ως ενιαία και αχώριστη υπόσταση. Οτιδήποτε άλλο, από ιερά αντικείμενα ως τους αγίους, δεν λατρεύεται, αλλά απλώς τιμάται, και η προσκύνηση που του γίνεται είναι τιμητική.

Το ρήμα «λατρεύω» αρχικά σήμαινε «προσφέρω υπηρεσία έναντι αμοιβής», με το «λάτρον» (λατ. latro) να σημαίνει «αμοιβή», ενώ αργότερα γενικεύτηκε η χρήση του σε κάθε είδους υπηρεσία, ακόμη και δουλική. Η λέξη «λάτρα», που σχετίζεται με τη φροντίδα του νοικοκυριού, μέχρι σήμερα διατηρεί τη μη θρησκευτική χρήση του όρου.

Στα έργα του Πλάτωνα απαντά για πρώτη φορά η χρήση της λέξης αναφορικά με υπηρεσίες προς τον Θεό. Στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα ο όρος «λατρεύω» χρησιμοποιήθηκε σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις αναφορικά με θρησκευτικές υπηρεσίες είτε προς τον Θεό του Ισραήλ είτε προς άλλους θεούς ή είδωλα. Αυτή η ειδική χρήση συνεχίστηκε στην Καινή Διαθήκη και, ως εκ τούτου, καθιερώθηκε στο νεοελληνικό λεξιλόγιο, με τη διαφορά ότι σήμερα το σημασιολογικό κέντρο βάρους του όρου έχει μετατοπιστεί από τα προσφερόμενα έργα υπηρεσίας στα αισθήματα που υποκινούν την προσφορά, και έτσι, πέρα από την έμπρακτη ένδειξη της ευλάβειας και τις ιεροπραξίες, «λατρεία» σημαίνει και ολόκαρδη αφοσίωση προς κάποιον θεό ή άνθρωπο.

  • A Greek-English Lexicon, H. G. Liddell, R. Scott, H.S. Jones, R. McKenzie, Oxford University Press, 1996.
  • Greek-English Lexicon of the Septuagint, J. Lust, E. Eynikel, K. Hauspie, Deutsche Bibelgesellschaft, 2003.
  • Theological Dictionary of the New Testament, G.W. Bromiley, Eerdmans Publishing Co., 1985.
  • Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτης, Κέντρο Λεξικολογίας, 2002