Αηδία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στην ψυχολογία, ως αηδία ορίζεται ένα ―πολύ χρήσιμο για την επιβίωση του οργανισμού― συναίσθημα έντονης δυσαρέσκειας και αποστροφής, που προκαλείται από κάτι απεχθές στις αισθήσεις (π.χ. μία μουσική παραφωνία, ένα μπαγιάτικο ή κακομαγειρεμένο φαγητό κ.λπ.). Γενικότερα, και κατά συνεκδοχή, εννοείται οτιδήποτε δημιουργεί αποστροφή και απαρέσκεια, και ―με αυτή την έννοια― συνδέεται με τη ντροπή, τη φοβία και την ιδεοληπτική―καταναγκαστική διαταραχή.[1]

Η αηδία μπορεί να προκληθεί όχι μόνο από τις άμεσες αντιλήψεις, αλλά και από ανάλογες ψυχικές αναπαραστάσεις (representations). Σε ειδικές παθήσεις, ο ασθενής μπορεί να μη νιώθει καθόλου την αηδία. Σε ψυχοπαθολογικές, πάλι, καταστάσεις εμφανίζεται αηδία άνευ λόγου. Μάλιστα, η σύγχρονη Τέχνη έχει πολλαπλώς αναδείξει αυτό το «αποκρουστικό» και «αηδιαστικό». Ως προς τη (λογική) αιτιολόγηση (ή μη) της αηδίας, οι ανθρωπολόγοι και οι ψυχολόγοι διχάζονται. Άλλοι δέχονται ότι το συναίσθημα αυτό είναι έμφυτο (μέσω τής βιολογικής εξέλιξης για να προφυλάσσεται ο οργανισμός), και άλλοι ότι έχει προκύψει από πολιτισμικά στερεότυπα. Το συναίσθημα της αηδίας συνοδεύεται σωματικώς από μείωση των καρδιακών παλμών, έκκριση σάλιου και από σύμπτυξη των μυών τού φάρυγγα, και γενικώς τού συστήματος κατάποσης. Πέρα, όμως, από την ψυχολογική αηδία συναντούμε και την ηθική τοιαύτη (αποτροπιασμό, απέχθεια κ.λπ.), που, κατά κάποιο τρόπο, σχετίζεται με την πρώτη· με άλλα λόγια, η σπλαγχνική αποστροφή (αηδία), που στην ουσία είναι ένα συναίσθημα της απομάκρυνσης από τον μολυσματικό παράγοντα, έχει επιπτώσεις, μερικές φορές, στις ηθικές μας κρίσεις (βλ. Ηθική Ψυχολογία). Όλοι οι πολιτισμοί και οι εθνικές γλώσσες διαθέτουν τουλάχιστον μία έννοια ή λέξη (π.χ. κατσαρίδες, περιττώματα κ.λπ.) που αντιστοιχεί στην αηδία/αποστροφή, ή/και στην κοινωνική αθέτηση. Μολονότι, η μεταφορική αηδία (δηλ. η αηδία όσον αφορά σε αφηρημένες έννοιες) είναι «κουφότερη» από την αηδία που αισθανόμαστε απέναντι σε υλικά ανούσια και απωθητικά αντικείμενα (Bloom 2005), η ηθικο-κοινωνική αηδία είναι μία πραγματική βιοψυχικώς αποστροφή και όχι απλώς μία μεταφορά ή έκφραση του συναισθήματος του θυμού (Haidt & Graham 2007).

Πολλοί ανθρωπολόγοι πιστεύουν σήμερα ότι το συναίσθημα της αηδίας διαμορφώθηκε εξελικτικά στο ανθρώπινο είδος ως ένα διαχωριστικό όριο μεταξύ των «εντός» και των «εκτός» (μελών) μιας ομάδας, έτσι ώστε πάντα να εξασφαλίζεται η κοινωνική συνοχή. Όπως δηλ. το συναίσθημα της αηδίας αποτελεί τον φύλακα του ατομικού βιολογικώς σώματος, έτσι και η ηθική αποστροφή αποτελεί τον φύλακα του κοινωνικού σώματος (Haidt & Graham 2007).

Όπως, πάντως, και να έχει, πολιτισμικώς και κοινωνιολογικώς ―τ.έ. από πλευράς τής Κοινωνικής Νευροεπιστήμης (ενός νεότευκτου επιστημονικού πεδίου)―, το συναίσθημα της αηδίας, που έχει παρατηρηθεί ότι είναι εντονότερο στις γυναίκες και τα παιδιά από ό,τι στους άνδρες (Nussbaum 2004), σχετίζεται με οτιδήποτε θεωρείται βιολογικώς ως ακάθαρτο (π.χ. τροφή ακατάλληλη για βρώση, αντικείμενο μολυσματικό και λοιμώδες, θέαμα αποτροπιαστικό, κατάσταση δυσάρεστη και ενοχλητική κ.ο.κ.). Πράγματι, είναι γνωστό ότι τα συναισθήματα επηρεάζουν τις ηθικές κρίσεις, αν και όχι στον ίδιο βαθμό όλα.

Στη Φιλοσοφία, ο Nietzsche, για παράδειγμα, περιφρονούσε αηδιασμένος τη μουσική τού Richard Wagner και όλες τις εκφάνσεις τής Ηθικής τού πολιτισμού τού 19ου αιώνα. Στον Υπαρξισμό, η αηδία, που ταυτίζεται με τη «ναυτία» (nausée), κατά τον J.-P. Sartre, εννοείται ως ηθικο-πνευματική κατάσταση υπαρξιακής έκπτωσης και απογοήτευσης, την οποία αισθάνεται ο άνθρωπος, όταν τού αποκαλύπτεται ότι η «δι’ εαυτήν» (Pour-soi) ύπαρξη, γινόμενη «καθ’ εαυτήν» (En-soi), αρνείται τον εαυτό της (μηδενίζεται), δηλ. ότι το όλο «είναι» (το θεμέλιο τής όλης ύπαρξής) του βασίζεται τελικά στο Μηδέν, ή, με άλλα λόγια, πνίγεται σε έναν απύθμενο ωκεανό ―α-νόητο και ασύλληπτο―, που στερείται οποιασδήποτε βάσεως, τ.έ. λογικής.

Στη Θρησκειολογία, όπου το κάθε κοσμικό σημαίνον λειτουργεί ως σύμβολο, αηδία μπορεί να εκλυθεί κατά τη «συνάντηση» του ανθρώπου με το βέβηλο (μιαρό). Στη Μυστική Θεολογία, βρίσκουμε ενεργό το συναίσθημα αυτό σε ασκητές κατά τον πνευματικό αγώνα τους με τους δαίμονες, εκφράζοντας (οπτικώς, ακουστικώς, γευστικώς ή οσφρητικώς) τη φρικαλέα παρουσία τού Πειρασμού.

Στη χριστιανική Ηθική, ως αηδία εννοούμε την εμπαθή αποστροφή προς τον συνάνθρωπο, που, πολλές φορές, συνοδεύεται από περιφρόνηση, υποτίμηση και αγανάκτηση· αμαρτία, που πηγάζει από την έλλειψη ταπεινοφροσύνης, αγάπης, φιλανθρωπίας, αμνησικακίας, μακροθυμίας, επιείκειας, ανεξικακίας, συγχωρητικότητας και ευσπλαχνίας. Ομοίως, στο Κανονικό Δίκαιο, η αηδία φέρει τη σημασία μιας προκατειλημμένης στάσης αντιπάθειας εκ μέρους του δικαστού (επισκόπου) κατά τού δικαζομένου κληρικού ή λαϊκού.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τσιτσίγκος Σ. Κ., «Αηδία», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Β’,
  • Bloom P., Descartes' Baby: How the Science of Child Development Explains What Makes Us Human, Basic Books, 2005·
  • Haidt J. & J. Graham, “When morality opposes justice: Conservatives have moral intuitions that liberals may not recognize”, Social Justice Research 20 (2007) 98-116·
  • Καχριμάνης Γ. Δ., «Αηδία», ΘΗΕ 1 (1962) 492-493·
  • Rozin P., Haidt J. & McCauley C. R., “Disgust”, in: M. Lewis & J. M. Haviland-Jones (Eds), Handbook of Emotions, 22000, pp. 637- 653, New York: Guildford Press
  • Nussbaum M., Hiding From Humanity: Disgust, Shame, and the Law (Trad. esp.: El ocultamiento de lo humano) 2004
  • Olatunji B. O. & McKay D. (Eds), Disgust and Its Disorders, 2009
  • Παπαδόπουλος Ν. Γ., Λεξικό τής Ψυχολογίας, Αθήνα 2005.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Olatunji & McKay 2009