Υπόσταση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος υπόσταση ως τους Καππαδόκες πατέρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος υπόσταση, ως την εποχή των Καππαδοκών Πατέρων, σήμαινε απλώς «το υπαρκτό», και ταυτιζόταν με την έννοια της λέξεως: «ουσία».

Ο όρος υπόσταση μετά τους Καππαδόκες πατέρες, ως προς τη Θεολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Καππαδόκες κάνουν το βήμα να ξεχωρίσουν τις έννοιες, «ουσία» και «υπόσταση», που ως τότε ήταν ταυτόσημες. Η έννοια «ουσία» και η έννοια «υπόσταση» δεν σημαίνουν πλέον το ίδιο πράγμα στη Θεολογία, και δημιουργείται ένα μεγάλο πρόβλημα.

Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος αναθεματίζει αυτούς που δέχονται, που ομολογούν ότι ο Θεός είναι μία ουσία ή Υπόσταση. Αλλά αυτό συνέβαινε, επειδή ως τότε η λέξη είχε άλλη έννοια. Λένε οι Καππαδόκες το εξής: ότι «ο όρος ουσία είναι ταυτόσημος με τον όρο «φύση» και χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε την ενότητα, τον Ένα Θεό». Ο Θεός είναι λοιπόν μία ουσία ή μία φύση. Συνεπώς ο λατινικός όρος «substantia», μεταφράζεται πλέον στα Ελληνικά όχι ως υπόσταση, αλλά ως ουσία ή φύση. Απ’ την άλλη μεριά όμως ο όρος «υπόσταση» μεταφέρεται για να εξισωθεί, να ταυτισθεί με τον όρο «πρόσωπο».

Αφού το πρόσωπο πλέον ταυτίζεται με την υπόσταση σημαίνει πλέον τρία όντα. Έτσι αυτό από άποψη ιστορίας της φιλοσοφίας είναι καίριο, επαναστατικό και δεν το έχει επισημάνει η ιστορία της φιλοσοφίας, αν και είναι βασικό. Ένας όρος όπως η υπόσταση, που είναι οντολογικός, ταυτίζεται με έναν όρο, όπως το πρόσωπο, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ οντολογικός όρος, αλλά υπήρξε και δηλώνει πάντα μία σχέση την οποία προσθέτουμε στο ον. Ταυτίζουμε το ον.

Το να λέω ότι είμαι πρόσωπο ή υπόσταση, σημαίνει πλέον ότι έχω οντότητα δική μου, διαφορετική από την οντότητα κάποιου άλλου. Γίνεται έτσι οντολογική έννοια το πρόσωπο ή υπόσταση.

Αυτή η επανάσταση στην ορολογία δεν ήταν εντελώς αυθαίρετη. Διότι η λέξη «υπόσταση» είχε ορισμένες αποχρώσεις οι οποίες οπωσδήποτε έδιναν λαβή σ’ αυτή την εξέλιξη. Αλλά εδώ μας ενδιαφέρει το αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα με την θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων είναι ότι: Ο Θεός είναι Ένας ως προς την ουσία ή την φύση, και είναι Τρεις ως προς τα Πρόσωπα ή τις Υποστάσεις. Αυτά ως προς την ορολογία. Έτσι φθάσαμε στη διατύπωση του δόγματος της Αγίας Τριάδος την οποία έχουμε και σήμερα.

Τώρα το νόημα. Τι εννοούσαν με αυτό: Όταν λέμε ότι ο Θεός είναι μία Ουσία και τρία Πρόσωπα, με τον όρο «ουσία» αναφερόμαστε πάντοτε σε κάτι γενικό, που δηλώνει την ύπαρξη περισσοτέρων από ένα όντων. Δηλαδή όταν λέμε, ας πούμε, «η ανθρώπινη ουσία ή φύση», αυτό σημαίνει ότι ενώ όλοι εμείς είμαστε μία ουσία ή μία φύση, δηλαδή έχουμε την ανθρώπινη φύση, ο καθένας μας είναι πλήρης άνθρωπος, δηλαδή αυτή η φύση έχει πολλούς. Αυτούς τους πολλούς τους ονομάζουμε υποστάσεις ή πρόσωπα. Αυτή την αναλογία, αυτή την εικόνα, την χρησιμοποίησαν οι Πατέρες. Οι Καππαδόκες Πατέρες λένε: «κοιτάξτε, αυτό δεν είναι τόσο παράλογο που λέμε εμείς οι Θεολόγοι για τον Θεό, διότι όντως και στον άνθρωπο αν κοιτάξετε θα δείτε ότι γίνεται λόγος για μία ουσία, μία φύση και συγχρόνως για δύο, τρεις, τέσσερεις… υποστάσεις αυτής της φύσεως, τρόπους με τους οποίους αυτή η φύση υφίσταται.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]