Κολωνές Τρωάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Κολωνός (αποσαφήνιση).
Κολωνές Τρωάδας
αἱ Κολωναί
Troas el.svg
Κολωνές Τρωάδας βρίσκεται στο τόπο Τουρκία
Κολωνές Τρωάδας
ΤοποθεσίαΑλεμσάχ, Επαρχία Τσανάκκαλε, Τουρκία
ΠεριοχήΤρωάδα
Συντεταγμένες39°41′23″N 26°9′48″E / 39.68972°N 26.16333°E / 39.68972; 26.16333Συντεταγμένες: 39°41′23″N 26°9′48″E / 39.68972°N 26.16333°E / 39.68972; 26.16333
Ιστορία
Ίδρυση7ος αιώνας ΠΚΕ

Οι Κολωνές ή Κολώνες ή Κολώνη (αρχαία ελληνικά: αἱ Κολωναί), ήταν αρχαία ελληνική πόλη στο νοτιοδυτικά της Τρωάδας, περιοχής της Μικράς Ασίας.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη κατασκευάστηκε πάνω σε λόφο κοντά στις ακτές, ο οποίος είναι γνωστός σήμερα ως Μπεσίκτεπε (τουρκικά: Beşiktepe), δηλαδή «λόφος λίκνο». Βρισκόταν περίπου σε ίση απόσταση μεταξύ της αρχαίας Λάρισας Τρωάδας προς τα νότια και της αρχαίας Αλεξάνδρειας Τρωάδας στα βόρεια. Έχει εντοπισθεί 3,3 χιλιόμετρα ανατολικά του σημερινού χωριού Αλεμσάχ (τουρκικά: Alemşah), στην περιοχή Εζίν (τουρκικά: Ezine), της Επαρχίας Τσανάκκαλε (τουρκικά: Çanakkale ili), της Τουρκίας.[1]

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα της πόλης προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «κολώνη», σε μορφή πληθυντικού. Η λέξη «κολώνη», σήμαινε «λόφος» ή «ανάχωμα» και αποτελούσε σύνηθες όνομα στην Ανατολική Μεσόγειο, για ακρωτήρια με λόφους πάνω τους.[2] Η πόλη επίσης δεν πρέπει να συγχέεται με τον οικισμό «Λαμψακηναί Κολωναί» (Κολωνές της Λαμψάκου), ο οποίος βρισκόταν στους λόφους πάνω από την Λάμψακο, στα βορειοανατολικά της Τρωάδας.[3][4][5]

Δάης ο Κολωναεύς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ιστορικός Δάης ο Κολωναεύς (αρχαία ελληνικά: Δάης ὁ Κολωναεύς), είναι ο μόνος λογοτέχνης από τις Κολωνές της Τρωάδας, ο οποίος είναι προς το παρόν γνωστός. Ως συγγραφέας της τοπικής ιστορίας από το έργο του χρονολογείται ότι έδρασε όχι νωρίτερα από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. και ως πολίτης των Κολωνών, μάλλον θα πρέπει να χρονολογείται πριν περίπου από το 310 π.Χ., όταν οι Κολωνές συνενώθηκαν ως συνοικία με την Αλεξάνδρεια Τρωάδα. Επομένως είναι πιθανό η ακμή της δράσης του να τοποθετείται κατά τον 4ο αι. π.Χ.[6] Ο γεωγράφος Στράβων παρέχει τις μοναδικές πληροφορίες για τον Δάη, σε σύντομο απόσπασμα από το έργο του για την ιστορία των Κολωνών: "Ο Δάης ο Κολωναεύς, λέει ότι ο ναός του Κιλλαίου Απόλλωνα ιδρύθηκε για πρώτη φορά στις Κολωνές από τους Αιολείς, που απέπλευσαν από την Ελλάδα".[7][8] Η λατρεία του Απόλλωνα Κιλλαίου είχε τοπικές αναφορές στη νότια Τρωάδα και τη Λέσβο και αναφέρεται για πρώτη φορά στην «Ιλιάδα» του Ομήρου.[9] Η αναφορά στην ίδρυση των Κολωνών από Αιολείς δείχνει ταυτόχρονα, ότι αφενός οι κάτοικοι των Κολωνών τον 4ο αιώνα π.Χ., θεωρούσαν τους εαυτούς τους σαφώς ως Αιολείς και αφετέρου ότι το έργο του Δαή σχετιζόταν με την πρώιμη ιστορία της Πόλις του. Η Αιολική ταυτότητα του 4ου αιώνα π.Χ. των Κολωνών επιβεβαιώνεται ανεξάρτητα από τους θρύλους και στα νομίσματά τους, τα οποία περιέχουν γραφές στην αιολική διάλεκτο.[10]

Κύκνος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο βασιλιάς των Κολωνών κατά τη διάρκεια του τρωικού πολέμου ήταν ο Κύκνος, ο οποίος ήταν γιος του θεού Ποσειδώνα και μιας από τις συζύγους του: Καλύκη (κόρη του Εκάτωνα) ή Αρπάλη ή Σκαμανδροδίκη. Ο Κύκνος σκοτώθηκε κατά την πρώτη ημέρα του τρωικού πολέμου από τον Αχιλλέα. Αυτή η ιστορία δεν εμφανίζεται στην «Ιλιάδα», αλλά στα «Κύπρια Έπη», τα οποία πιστεύεται ότι έχουν συντεθεί λίγο αργότερα από την «Ιλιάδα», περίπου στο δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ.[11] Ο Κύκνος εμφανίζεται επίσης σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις στον Πίνδαρο, γεγονός που υποδηλώνει ότι από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., ο μύθος είχε κάποιο αντίκρισμα.[12] [13] Στα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ., ο ιστορικός Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρεται στον μύθο για την ίδρυση της Τενέδου, νησί βόρεια από τις Κολωνές, που δεν απέχει πολύ από αυτές, καθώς ο Κύκνος ήταν ο πατέρας του επώνυμου ήρωα της Τενέδου,[14] του Τέννη και της Ημιθέας με την πρώτη του σύζυγο, την Πρόκλεια, κόρη του Λαομέδοντα. Μια παρόμοια αναφορά για τη σχέση μεταξύ του μυθικού βασιλιά των Κολωνών και του ιδρυτή της Τενέδου έγινε δύο αιώνες αργότερα από τον Παυσανία.[15] Επίσης ο Σοφοκλής αναφέρει αυτόν τον Κύκνο σε δύο δράματά του.

Η ύπαρξη της πόλης των Κολωνών Τρωάδος, επιβεβαιώνεται και από διάφορες επιγραφές,[16] της Μικράς Ασίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεραμικά ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι Κολωνές κατοικήθηκαν από τους προϊστορικούς χρόνους, αλλά είναι άγνωστο αν υπήρχε κάποια συνέχεια μεταξύ αυτών των περιόδων και της ελληνικής περίοδου.[17] Ελληνικό κεραμικό υλικό εμφανίζεται στην περιοχή από τον 7ο αιώνα π.Χ., πιθανώς σηματοδοτώντας την ίδρυσή της ως ελληνική αποικία.[18] Κατά την περίοδο κατά την οποία έγραφε ο Δάης ο Κολωναεύς (πιθανότατα τον 4ο αιώνα π.Χ.), οι κάτοικοι των Κολωνών θεωρούσαν, ότι η πόλη είχε ιδρυθεί από Έλληνες, Αιολείς στην φυλή.[19] Δεδομένου ότι η νήσος Λέσβος και η πρωτεύουσά της η Μυτιλήνη, ανήκε στη φυλή των Αιολών και οι Κολωνές ήταν στη συνέχεια μια από τις «Ακταίες πόλεις», (από τη λέξη «ακταίος φόρος», αρχαία ελληνικά: Ἀκταῖος φόρος), που συμμετείχαν στη Συμμαχία της Δήλου, τις οποίες η αρχαία Αθήνα πήρε από τη Μυτιλήνη μετά το τέλος της Εξέγερσης της Μυτιλήνης, το 427 π.Χ., είναι πιθανό, ότι η Μυτιλήνη προγενέστερα είχε ιδρύσει τις Κολωνές και στη συνέχεια είχε τον έλεγχο σε αυτές.[20] Ο Στράβων, έδειχνε αντίθετα, να αναφέρει, ότι οι Κολωνές ανήκαν στην «περαία» (= η αντίθετη πλευρά) της Τενέδου, αλλά μεταξύ των σύγχρονων ερευνητών υπάρχει σήμερα σχετική συναίνεση, ότι τα χειρόγραφα μάλλον αναφέρουν ότι οι Κολωνές, ανήκαν στην «περαία» της Λέσβου.[21]

Οι αναφορές στις Κολωνές της Τρωάδας, στις γραπτές πηγές από την κλασική αρχαιότητα είναι εξαιρετικά σπάνιες. Ο Σπαρτιάτης στρατηγός Παυσανίας μπορεί να διέφυγε από το Βυζάντιο για τις Κολωνές, το 478 π.Χ., με αδιευκρίνιστο προς το παρόν, αν εννοούνται από τον Θουκυδίδη οι Κολωνές αυτές ή οι Κολωνές της Λαμψάκου.[22] Μετά το τέλος της Εξέγερσης της Μυτιλήνης, το 427 π.Χ., οι Κολωνές έγιναν μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας και το 425/424 π.Χ. η πόλη καταγράφεται ως φόρου υποτελής με 1.000 δραχμές, ποσό σχετικά μικρό σε σύγκριση με τα 3 τάλαντα, δηλαδή 18.000 δραχμές (3 τάλαντα Χ 60 μνες Χ 100 δραχμές = 18.000 δραχμές. Με ισοδυναμία: 1 τάλαντο = 60 μνες, 1 μνα = 100 δραχμές), τις οποίες η γειτονική της πόλη, αυτή της αρχαίας Λάρισας Τρωάδας, κατέβαλε την ίδια χρονιά.[23]

Το 399 π.Χ. οι Κολωνές ενσωματώνονται βίαια εκ νέου στην Περσική Αυτοκρατορία από τον δυνάστη της περιοχής Μανία, αλλά μέσα στο επόμενο έτος η πόλη είχε απελευθερωθεί και πάλι από τον Σπαρτιάτη στρατηγό Δερκυλίδα.[24][25] Κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα π.Χ. η πόλη έκοψε νομίσματα που απεικονίζουν την κεφαλή της Αθηνάς στον εμπροσθότυπο (=μπροστινή όψη). Η σχέση της πόλης των Κολωνών με τη γειτονική της Λάρισα είναι ασαφής σε όλη την κλασική περίοδο, αλλά φαίνεται να υπήρχε μεταξύ τους κάποιο καθεστώς ημι-εξάρτησης.[26] Περί το 310 π.Χ. οι Κολωνές πιστεύεται ότι ήταν μέρος του συνοικισμού με την μετεξέλιξη της Αλεξάνδρειας Τρωάδας, την Αντιγόνεια Τρωάδας, χρονικό σημείο κατά το οποίο ο αρχικός οικισμός θεωρείται ότι πλέον είχε εγκαταλειφθεί.[27]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές - σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Cook (1973) 216–17.
  2. A Greek-English Lexicon (LSJ), s.v, λήμμα: κολώνη; Apion ap. Apollodorus, Λεξικόν (Lexicon), p. 102; Bürchner Realencyclopädie der Classischen Altertumswissenschaft (RE) XI (1922) s.v. Kolona, Kolonai, Kolone, coll. 1109–10.
  3. Στράβων, «Γεωγραφικά», Βιβλίο ΙΓ΄, 1.19: [...] "Μιλησίων δ᾽ εἰσὶ καὶ αἱ Κολωναὶ αἱ ὑπὲρ Λαμψάκου ἐν τῆι μεσογαίαι τῆς Λαμψακηνῆς• ἄλλαι δ᾽ εἰσὶν ἐπὶ τῆι ἐκτὸς Ἑλλησποντίαι θαλάττηι͵ Ἰλίου διέχουσαι σταδίους τετταράκοντα πρὸς τοῖς ἑκατόν• ἐξ ὧν τὸν Κύκνον φασίν. Ἀναξιμένης δὲ καὶ ἐν τῆι Ἐρυθραίαι φησὶ λέγεσθαι Κολωνὰς καὶ ἐν τῆι Φωκίδι καὶ ἐν Θετταλίαι• ἐν δὲ τῆι Παριανῆι ἔστιν Ἰλιοκολώνη". [...]
  4. Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις», Βιβλίο Α, 12.6: [...] "Ἐξ Ἰλίου δὲ ἐς Ἀρίσβην ἧκεν, οὗ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῷ διαβεβηκυῖα τὸν Ἑλλήσποντον ἐστρατοπεδεύκει, καὶ τῇ ὑστεραίᾳ ἐς Περκώτην. τῇ δὲ ἄλλῃ Λάμψακον παραμείψας πρὸς τῷ Πρακτίῳ ποταμῷ ἐστρατοπέδευσεν, ὃς ῥέων ἐκ τῶν ὀρῶν τῶν Ἰδαίων ἐκδιδοῖ ἐς θάλασσαν τὴν μεταξὺ τοῦ Ἑλλησπόντου τε καὶ τοῦ Εὐξείνου πόντου. ἔνθεν δὲ ἐς Ἕρμωτον ἀφίκετο, Κολωνὰς πόλιν παραμείψας. σκοποὶ δὲ αὐτῷ ἐπέμποντο πρὸ τοῦ στρατεύματος. καὶ τούτων ἡγεμὼν ἦν Ἀμύντας ὁ Ἀῤῥαβαίου, ἔχων τῶν τε ἑταίρων τὴν ἴλην τὴν ἐξ Ἀπολλωνίας, ἧς ἰλάρχης ἦν Σωκράτης ὁ Σάθωνος, καὶ τῶν προδρόμων καλουμένων ἴλας τέσσαρας. κατὰ δὲ τὴν πάροδον Πρίαπον πόλιν ἐνδοθεῖσαν πρὸς τῶν ἐνοικούντων τοὺς παραληψομένους ἀπέστειλε σὺν Πανηγόρῳ τῷ Λυκαγόρου, ἑνὶ τῶν ἑταίρων". [...]
  5. Strabo 13.1.19, Arrian, Anabasis Alexandri 1.12.6. Cf. Bürchner Realencyclopädie der Classischen Altertumswissenschaft (RE) XI (1922) s.v. αἱ Κολωναί (3) col. 1110.
  6. Schwartz (1901).
  7. Στράβων, «Γεωγραφικά», Βιβλίο ΙΓ΄, 1.62: [...] "φησὶ δὲ Δάης ὁ Κολωναεὺς ἐν Κολωναῖς ἱδρυθῆναι πρῶτον ὑπὸ τῶν ἐκ τῆς Ἑλλάδος πλευσάντων Αἰολέων τὸ τοῦ Κιλλαίου Ἀπόλλωνος ἱερόν•" [...]
  8. Strabo 13.1.62 = Karl Wilhelm Ludwig Müller, Fragmenta Graecorum Historicorum IV.376.
  9. Όμηρος, «Ιλιάς», Ραψωδία A, στιχ. 38: [...] "Κίλλάν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις," [...]
  10. Coin legend: ΚΟΛΟΝΑΩΝ (KOLONAŌN, 'of/belonging to Kolonai'). Dialect: Hodot (1990) 95-6. Coins (c. 400 - c. 310 BC): B.V. Head, Historia Numorum2 543, Sylloge Nummorum Graecorum (SNG), (Συλλογή Ελληνικών Νομισμάτων), Cop. Troas, 276–81.
  11. Cypria in EGF, p.19.
  12. Πίνδαρος, «Ολυμπιόνικοι», 2.ΘΗΡΩΝΙ ΑΚΡΑΓΑΝΤΙΝῼ ΑΡΜΑΤΙ, στιχ. 82: [...] "ἄμαχον ἀστραβῆ κίονα, Κύκνον τε θανάτῳ πόρεν," [...]
  13. Πίνδαρος, «Ισθμιόνικοι», 5.ΦΥΛΑΚΙΔᾼ ΑΙΓΙΝΗΤῌ ΠΑΓΚΡΑΤΙῼ, στιχ. 40: [...] "λέγε, τίνες Κύκνον, τίνες Ἕκτορα πέφνον," [...]
  14. Διόδωρος Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», Ε΄, 83: [...] "Ὕστερον δὲ τῆς κατὰ τὴν Λέσβον ἀποικίας ἱκανοῖς τισι χρόνοις συνέβη τὴν νῆσον τὴν ὀνομαζομένην Τένεδον κατοικισθῆναι τοιῷδέ τινι τρόπῳ. Τέννης ἦν υἱὸς μὲν Κύκνου τοῦ βασιλεύσαντος Κολώνης τῆς ἐν τῇ Τρῳάδι, ἀνὴρ δ´ ἐπίσημος δι´ ἀρετήν. οὗτος οἰκήτορας ἀθροίσας καὶ τὴν ὁρμὴν ἐκ τῆς ἀντιπέρας ἠπείρου ποιησάμενος, κατελάβετο νῆσον ἔρημον οὖσαν τὴν ὀνομαζομένην Λεύκοφρυν• κατακληρουχήσας δ´ αὐτὴν τοῖς ὑπ´ αὐτὸν ταττομένοις, καὶ κτίσας ἐν αὐτῇ πόλιν, ὠνόμασεν ἀφ´ ἑαυτοῦ Τένεδον. πολιτευόμενος δὲ καλῶς καὶ πολλὰ τοὺς ἐγχωρίους εὐεργετήσας ζῶν μὲν μεγάλης ἀποδοχῆς ἐτύγχανε, τελευτήσας δ´ ἀθανάτων τιμῶν ἠξιώθη• καὶ γὰρ τέμενος αὐτοῦ κατεσκεύασαν καὶ θυσίαις ὡς θεὸν ἐτίμων, ἃς διετέλουν θύοντες μέχρι τῶν νεωτέρων καιρῶν. οὐ παραλειπτέον δ´ ἡμῖν περὶ τῶν παρὰ τοῖς Τενεδίοις μυθολογουμένων περὶ τοῦ κτίσαντος τὴν πόλιν Τέννου• Κύκνον γάρ φασι τὸν πατέρα πιστεύσαντα γυναικὸς διαβολαῖς ἀδίκοις τὸν υἱὸν Τέννην εἰς λάρνακα θέντα καταποντίσαι• ταύτην δ´ ὑπὸ τοῦ κλύδωνος φερομένην προσενεχθῆναι τῇ Τενέδῳ, καὶ τὸν Τέννην παραδόξως σωθέντα θεῶν τινος προνοίᾳ τῆς νήσου βασιλεῦσαι, καὶ γενόμενον ἐπιφανῆ διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὰς ἄλλας ἀρετὰς τυχεῖν ἀθανάτων τιμῶν. κατὰ δὲ τὰς τῆς μητρυιᾶς διαβολὰς αὐλητοῦ τινος ψευδῶς καταμαρτυρήσαντος, νόμιμον ἔθεντο μηδένα αὐλητὴν εἰς τὸ τέμενος εἰσιέναι. κατὰ δὲ τοὺς Τρωικοὺς χρόνους Ἀχιλλέως τὸν Τέννην ἀνελόντος καθ´ ὃν καιρὸν ἐπόρθησαν οἱ Ἕλληνες τὴν Τένεδον, νόμον ἔθεσαν οἱ Τενέδιοι μηδένα ἐξεῖναι ἐν τῷ τεμένει τοῦ κτίστου ὀνομάσαι Ἀχιλλέα. περὶ μὲν οὖν τῆς Τενέδου καὶ τῶν ἐν αὐτῇ τὸ παλαιὸν οἰκησάντων τοιαῦτα μυθολογοῦσιν". [...]
  15. Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις», Βιβλίο 10: «Φωκικά, Λοκρών Οζόλων», 14.1-4: [...] "[14.1] οἱ δὲ πελέκεις Περικλύτου τοῦ Εὐθυμάχου Τενεδίου ἀνδρὸς ἐπὶ λόγῳ ἀνάθημά εἰσιν ἀρχαίῳ. Κύκνον παῖδα εἶναι Ποσειδῶνος καὶ βασιλεύειν φασὶν ἐν Κολώναις: αἱ δὲ ᾠκοῦντο ἐν [τῇ] γῇ τῇ Τρῳάδι αἱ Κολῶναι κατὰ νῆσον κείμεναι Λεύκοφρυν. [14.2] ἔχοντος δὲ θυγατέρα ὄνομα Ἡμιθέαν τοῦ Κύκνου καὶ υἱὸν καλούμενον Τέννην ἐκ Προκλείας--ἣ Κλυτίου μὲν ἦν θυγάτηρ, ἀδελφὴ δὲ Καλήτορος, ὃν Ὅμηρος ἐν Ἰλιάδι ἀποθανεῖν φησιν ὑπὸ Αἴαντος, ὅτε ὑπὸ τὴν Πρωτεσιλάου ναῦν ἔφερεν ὁ Καλήτωρ τὸ πῦρ--ταύτης οὖν προαποθανούσης ἡ ἐπεισελθοῦσα Φιλονόμη ἡ Κραγάσου --διήμαρτε γὰρ ἐρασθεῖσα τοῦ Τέννου--ψεύδεται πρὸς τὸν ἄνδρα ὡς αὐτὴ μὲν οὐκ ἐθέλουσα, τὸν δὲ αὑτῇ Τέννην συγγενέσθαι θελήσαντα: καὶ ὁ Κύκνος πείθεται τῇ ἀπάτῃ, καὶ ἐς λάρνακα ἐνθέμενος ὁμοῦ τῇ ἀδελφῇ Τέννην ἐς θάλασσαν σφᾶς ἀφίησι. [14.3] σώζονταί τε δὴ πρὸς τὴν νῆσον οἱ παῖδες τὴν Λεύκοφρυν καὶ ὄνομα ἡ νῆσος τὸ νῦν ἔσχεν ἀπὸ τοῦ Τέννου. Κύκνος δὲ--οὐ γὰρ τὸν πάντα ἔμελλε χρόνον ἀγνοήσειν ἀπατώμενος--ἔπλει παρὰ τὸν υἱὸν ἄγνοιάν τε ὁμολογήσων τὴν αὑτοῦ καὶ παραιτησόμενος τὸ ἁμάρτημα: προσορμισαμένου δὲ τῇ νήσῳ καὶ ἐξάψαντος ἀπὸ τῆς νεὼς πρός τινα ἢ πέτραν ἢ δένδρον τοὺς κάλους, Τέννης πελέκει σφᾶς ἀπέκοψεν ὑπὸ τοῦ θυμοῦ. [14.4] ἐπὶ τούτῳ [μὲν] ἐς τοὺς ἀρνουμένους στερεῶς λέγεσθαι καθέστηκεν ὡς ὁ δεῖνα ὅστις δὴ Τενεδίῳ πελέκει τόδε τι ἀποκόψειεν. Τέννην μὲν ὑπὸ Ἀχιλλέως ἀποθανεῖν ἀμύνοντα τῇ οἰκείᾳ φασὶν Ἕλληνες: Τενέδιοι δὲ ἀνὰ χρόνον ὑπὸ ἀσθενείας προσεχώρησαν τοῖς Ἀλεξάνδρειαν ἐν τῇ ἠπείρῳ τῇ Τρῳάδι ἔχουσιν". [...]
  16. Κολων (Asia Minor), στην ιστοσελίδα: epigraphy.packhum.org
  17. Cook (1973) 218, 220.
  18. Cook (1973) 217.
  19. Δες παραπάνω: Δάης ο Κολωναεύς.
  20. Carusi (2003) 35-7.
  21. Cook (1973) 197-8, Carusi (2003) 36, Radt (2008) 497.
  22. Θουκυδίδης, «Ιστορίαι», Βιβλίο Α΄, 131: [...] "Οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι αἰσθόμενοι τό τε πρῶτον δι' αὐτὰ ταῦτα ἀνεκάλεσαν αὐτόν, καὶ ἐπειδὴ τῇ Ἑρμιονίδι νηὶ τὸ δεύτερον ἐκπλεύσας οὐ κελευσάντων αὐτῶν τοιαῦτα ἐφαίνετο ποιῶν, καὶ ἐκ τοῦ Βυζαντίου βίᾳ ὑπ' Ἀθηναίων ἐκπολιορκηθεὶς ἐς μὲν τὴν Σπάρτην οὐκ ἐπανεχώρει, ἐς δὲ Κολωνὰς τὰς Τρῳάδας ἱδρυθεὶς πράσσων τε ἐσηγγέλλετο αὐτοῖς ἐς τοὺς βαρβάρους καὶ οὐκ ἐπ' ἀγαθῷ τὴν μονὴν ποιούμενος, οὕτω δὴ οὐκέτι ἐπέσχον, ἀλλὰ πέμψαντες κήρυκα οἱ ἔφοροι καὶ σκυτάλην εἶπον τοῦ κήρυκος μὴ λείπεσθαι, εἰ δὲ μή, πόλεμον αὐτῷ Σπαρτιάτας προαγορεύειν". [...]
  23. Ελληνικές επιγραφές - IG IG I3 71, στήλη: III., στιχ. 135: [...] "135 Χ = Κ[ολόνε] [...]". Το όνομα των Κολωνών αποδίδεται, καθώς διασώζεται μόνο το πρώτο γράμμα. Οι Κολωνές όμως, δεν αναφέρονται στον ακόλουθο κατάλογο των Ακταίων πόλεων του 422/421 π.Χ.: IGIG I3 77, στήλη: IV., 14-27. [...] "[Ἀκ]ταῖαι πόλες" [...] "[Ἀκταίο φόρο]" [...]
  24. Ξενοφών, «Ελληνικά», Βιβλίο Γ΄, κεφάλαιο I, 13: [...] "καὶ ἅς τε παρέλαβε πόλεις διεφύλαττεν αὐτῷ καὶ τῶν οὐχ ὑπηκόων προσέλαβεν ἐπιθαλαττιδίας Λάρισάν τε καὶ Ἁμαξιτὸν καὶ Κολωνάς, ξενικῷ μὲν Ἑλληνικῷ προσβαλοῦσα τοῖς τείχεσιν, αὐτὴ δὲ ἐφ' ἁρμαμάξης θεωμένη: ὃν δ' ἐπαινέσειε, τούτῳ δῶρα ἀμέμπτως ἐδίδου, ὥστε λαμπρότατα τὸ ξενικὸν κατεσκευάσατο. συνεστρατεύετο δὲ τῷ Φαρναβάζῳ καὶ ὁπότε εἰς Μυσοὺς ἢ Πισίδας ἐμβάλοι, ὅτι τὴν βασιλέως χώραν κακουργοῦσιν. ὥστε καὶ ἀντετίμα αὐτὴν μεγαλοπρεπῶς ὁ Φαρνάβαζος καὶ σύμβουλον ἔστιν ὅτε παρεκάλει". [...]
  25. Διόδωρος Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», ΙΔ΄, 38: "Τοῦ δ´ ἐνιαυσίου χρόνου διεληλυθότος Ἀθήνησι μὲν τὴν ἀρχὴν Ἀριστοκράτης παρέλαβεν, ἐν Ῥώμῃ δὲ τὴν ὑπατικὴν ἀρχὴν ἓξ χιλίαρχοι διεδέξαντο, Γάιος Σερουίλιος καὶ Λούκιος Οὐεργίνιος, Κόιντος Σουλπίκιος, Αὖλος Μουτίλιος, Μάνιος Σέργιος. Τούτων δὲ τὴν ἀρχὴν παρειληφότων Λακεδαιμόνιοι πυθόμενοι τὸν Θίβρωνα κακῶς διοικοῦντα τὰ κατὰ τὸν πόλεμον, Δερκυλίδαν στρατηγὸν εἰς τὴν Ἀσίαν ἐξέπεμψαν• ὃς παραλαβὼν τὴν δύναμιν ἐστράτευσεν ἐπὶ τὰς ἐν τῇ Τρῳάδι πόλεις. Ἁμάξιτον μὲν οὖν καὶ Κολώνας καὶ Ἀρίσβαν εἷλεν ἐξ ἐφόδου• μετὰ δὲ ταῦτα Ἴλιον καὶ Κεβρηνίαν καὶ τὰς ἄλλας ἁπάσας τὰς κατὰ τὴν Τρῳάδα ἃς μὲν δόλῳ παρέλαβεν, ἃς δ´ ἐκ βίας ἐχειρώσατο".
  26. Carusi (2003) 35-6.
  27. Cook (1973) 220.

Πηγές – βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτογενείς πηγές

Δευτερογενείς πηγές

  • E. Schwartz, Realencyclopädie der Classischen Altertumswissenschaft (RE), IV (1901) s.v. Daës, col. 1982.
  • L. Bürchner, Realencyclopädie der Classischen Altertumswissenschaft (RE), XI (1922) s.v. αἱ Κολωναί (2), coll. 1100.
  • J.M. Cook, The Troad, Oxford 1973, p. 216-21.
  • R. Hodot, Le dialecte éolien d'Asie: la langue des inscriptions, VIIe s. a.C.-IVe s. p.C. , Paris, 1990.
  • S. Hornblower, A Commentary on Thucydides, Vol. 1, Oxford 1991.
  • C. Carusi, Isole e Peree in Asia Minore, Pisa 2003, p. 35-7.
  • S. Mitchell, 'Kolonai' in M.H. Hansen and T.H. Nielsen (eds.), An Inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2004, no. 782.
  • S. Radt, Strabons Geographika: mit Übersetzung und Kommentar, Vol. VII, Göttingen 2008.