Σίγειον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σίγειον
Σίγειον
Άλλες ονομασίες Γενίσεχίρ (Yenisehir)
Τοποθεσία Κούμκαλε, Επαρχία Τσανάκαλε, Τουρκία
Περιοχή Τροία
Συντεταγμένες 39°59′18.8″N 26°10′47.3″E / 39.988556°N 26.179806°E / 39.988556; 26.179806Συντεταγμένες: 39°59′18.8″N 26°10′47.3″E / 39.988556°N 26.179806°E / 39.988556; 26.179806
Ιστορία
Κατασκευαστής Κάτοικοι Μυτιλήνης
Ίδρυση 8ος - 7ος αιώνας π.Χ.
Εγκατάλειψη Μεταξύ 168π.Χ. και 23μ.Χ.
Περίοδοι Αρχαϊκή Εποχή - Ελληνιστική Περίοδος

Σίγειον (Ελληνικά), Segium (Λατινικά), από το 1700 μ.Χ. η τοποθεσία ονομαζόταν Γενισεχίρ, δηλαδή "Καινούργια Πόλη" (στα τούρκικα Yenisehir).

Το Σίγειον (σήμερα Γενισεχίρ, Yenisehir) ήταν αρχαία ελληνική πόλη της βορειοδυτικής Τρωάδας, στις εκβολές του Σκαμάνδρου ποταμού, επί του νοτίου στόματος του Ελλησπόντου. Το ακρωτήριο -πάνω στο οποίο είχε κτιστεί η πόλη- λεγόταν και αυτό Σίγειον άκρον (σημ. Γενισεχίρ Μπουρνού, Yenisehir Burnu) και κατά τον Στράβωνα υπήρχαν εκεί το ιερό του Αχιλλέως, καθώς και τα μνημεία του Πατρόκλου και του Αντιλόχου. Φαίνεται ότι το όνομα δόθηκε ευφημιστικά. Δηλαδή, αν και η πόλη έλαβε το όνομά της από την αρχαία ελληνική λέξη σιγή (=σιωπή), ωστόσο στην περιοχή ξεσπούν άγριες καταιγίδες και η θάλασσα έχει φουρτούνα.

Η πόλη ιδρύθηκε από την Μυτιλήνη κατά τον 8ο - 7ο αιώνα π.Χ. Κατά το τέλος του 7ου αιώνα, οι Αθηναίοι έστειλαν τον Ολυμπιονίκη Φρύνωνα να καταλάβει την πόλη. Σε μονομαχία με τον Πιττακό, ο Αθηναίος ηττήθηκε από το δίχτυ του αντιπάλου του και η ήττα του εξυμνήθηκε από τον συμπατριώτη του νικητή, Αλκαίο. Από τις λίγες γραμμές που σώθηκαν από το αιολικό λυρικό ποίημα, πιστεύεται ότι το ποίημα αυτό αποτέλεσε την πηγή των συγγραφέων της κλασικής περιόδου για τη μονομαχία Πιττακού και Φρύνωνος.

Έτσι οι Αθηναίοι προσέφυγαν στον τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο, με σκοπό να διαιτητεύσει για το ποιος δικαιωματικά πρέπει να κατέχει την περιοχή του Σιγείου. Ο Περίανδρος αποφάνθηκε υπέρ της Αθήνας, επειδή όταν οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν με τους άλλους Ελλαδίτες εναντίον των ομοφύλων τους Τρώων, οι Αιολείς (που κατοικούσαν στην Λέσβο) δεν υπήρχαν τότε και επομένως δεν έχουν το δικαίωμα κατοχής της τρωικής περιοχής. Από δύο επιγραφές της αττικής διαλέκτου που αποδίδονται στο Σίγειον (περ. 575 -550 π.Χ.), καταδεικνύεται ότι οι Αθηναίοι συνέχισαν να ζουν στην περιοχή για τον επόμενο μισό αιώνα. Από αρχαιολογικά ευρήματα της γείτονος αιολικής αποικίας του Αχιλλείου (7-8 χλμ. νοτίως του Σιγείου), αποδεικνύεται ότι οι Μυτιληναίοι διατηρούσαν εχθρική για τους Αθηναίους παρουσία στην περιοχή, γεγονός που οδήγησε στην ανακατάληψη του Σιγείου από τους πρώτους (δεκατετία του 540 π.Χ.). Οι Αθηναίοι υπό τον Πεισίστρατος πήραν πίσω την πόλη, στην οποία ορίστηκε τύραννος ο νόθος υιός του πρώτου Ηγησίστρατος. Υπό τους Πεισιστρατίδες, το Σίγειον ήταν σημαντικό οχυρό στην περιοχή εκείνη. Όταν μάλιστα ο γιός του Πεισιστράτου, Ιππίας, εξορίστηκε από την Αθήνα (510 π.Χ.), κατέφυγε στην πόλη όπου και έκοψε νομίσματα με έμβλημα την αθηναϊκή γλαύκα και το όνομά του.

Άποψη του Σίγειου (σήμερα Γενισεχίρ) κατά το έτος 2014. Φωτογράφιση: Ακριδέλης Ευστράτιος, 2014

Κατά την κλασική περίοδο το Σίγειον παρέμεινε μέλος της αθηναϊκής συμμαχίας, για το οποίο οι Αθηναίοι άφησαν εγκωμιαστικές επιγραφές (451/0 π.Χ. και 418/7 π.Χ.). Στην προαναφερθείσα χρονική περίοδο, η αιολική αποικία αναφέρεται 15 φορές στους καταλόγους των φόρου υποτελών στην Αθήνα πόλεων και ανήκε στους Ελλησπόντιους. Στην αρχή ο φόρος ανερχόταν στις 1.000 δραχμές και ανέβηκε στο 1 τάλαντο. Σύμφωνα με τον Χιώτη ιστορικό Θεόπομπο, το Σίγειον ήταν η αγαπημένη πόλη του Αθηναίου στρατηγού Χάρητος, κατά την εποχή που ο Μέγας Αλέξανδρος νικούσε στον Γρανικό τους Πέρσες. Τότε συνεχίστηκαν οι σχέσεις με την Αθήνα και τα νομίσματα της πόλεως έφεραν στο ένα μέρος το κεφάλι της Αθηνάς και στο άλλο τη γλαύκα. Σε κάποια περίοδο του 4ου αιώνος, η πόλη ενεπλάκη σε διαμάχη με το γειτονικό νησί της Τενέδου για διαφορές γης (την πληροφορία διασώζει ο Αριστοτέλης, χωρίς να αφήνει λεπτομέρειες).

Το 302 π.Χ. ο Λυσίμαχος κατέλαβε με την βία την πόλη, καθώς δεν ήθελε αυτή να ταχθεί στο πλευρό του Αντιγόνου Μονοφθάλμου. Το 168 π.Χ. προστάτευσε τον μακεδονικό στόλο του Αντιγόνου, απογόνου του βασιλιά Περσέως.

Η πόλη περιέπεσε σε παρακμή, όταν ο Σκάμανδρος ποταμός με τις προσχώσεις του, κάλυψε με άμμο το λιμάνι. Αυτό οδήγησε σιγά-σιγά στην εγκατάλειψη της πόλης από τους κατοίκους της και στα τέλη της βασιλείας του Οκταβιανού Αυγούστου, ο Στράβων αναφέρει ότι η πόλη κατεδαφίστηκε, γεγονός που το επιβεβαιώνουν οι ιστορικοί Πομπώνιος Μέλας και Πλίνιος ο Πρεσβύτερος τον 1ο αιώνα μ.Χ..

Τότε ιδρύθηκε η Αλεξάνδρεια της Τρωάδας 70 χλμ. νοτιότερα και οι κάτοικοι εξαναγκάσθηκαν από τους Μακεδόνες να μετοικήσουν στη νέα πόλη.

Κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή δεν αναφέρεται κάποιος νέος οικισμός στην περιοχή, παρά μόνο κατά τα νεότερα χρόνια (1700 μ.Χ), όταν και δημιουργήθηκε ο οικισμός του Γενισεχίρ από Έλληνες κατοίκους.

Μετά από χιλιάδες χρόνια ελληνικής παρουσίας στη περιοχή, το 1915 στη μάχη της Καλλίπολης κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς κι εξαφανίστηκε τελείως το 1922 όταν και επήλθε η Μικρασιατική Καταστροφή.

Έκτοτε η περιοχή έμεινε ακατοίκητη.

Αρχαιολογικά ευρήματα: Η στήλη του Σίγειου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μαρμάρινη στήλη του Σίγειου σε δημοσίευση του 1728, ύψους 2,31 μέτρων, αποτελεί σπάνιο δείγμα ελληνικού αλφαβήτου, γραμμένο στην αποκαλούμενη “βουστροφηδωνική”. Θεωρείται ως η παλαιότερη σωζόμενη ελληνική επιγραφή και χρονολογείται περίπου στο 550 π.Χ. Το κείμενο της επιγραφής αποτυπώνεται σε δύο ελληνικές διαλέκτους, την Ιωνική και την Αττική. Σήμερα βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο.

Το Σίγειον και ο διάδοχός του οικισμός Γενισεχίρ έμελλε να γίνει γνωστό στον ακαδημαϊκό χώρο λόγω του μοναδικής σπουδαιότητας μνημείου που υπήρχε εκεί και αποσπάσθηκε βιαίως από τον Λόρδο Έλγιν. Πρόκειται για την αποκαλούμενη “Στήλη του Σίγειου”, δηλαδή τη μαρμάρινη στήλη ύψους 2,31 μέτρων που φέρει τη λεγόμενη “Σίγειου επιγραφή”.

Η επιγραφή αποτελεί σπάνιο δείγμα ελληνικού αλφαβήτου, γραμμένο στην αποκαλούμενη “βουστροφηδωνική”. Είναι το αρχαιότερο σωζόμενο είδος ελληνικής γραφής, σε μια εποχή που το αλφάβητο ήταν ακόμη ατελές, στο οποίο οι γραμμές προχωρούν εναλλάξ ξεκινώντας από αριστερά προς τα δεξιά με την επόμενη σειρά να ακολουθεί από δεξιά προς τα αριστερά, όπως τα αυλάκια που κάνουν τα βόδια στο όργωμα, εξ ου και η ονομασία.

Θεωρείται ως η παλαιότερη σωζόμενη ελληνική επιγραφή και χρονολογείται γύρω στο 550 π.Χ.. Το κείμενο της επιγραφής αποτυπώνεται σε δύο ελληνικές διαλέκτους, την Ιωνική και την Αττική. Πιθανότατα αποτελεί κάποιο μνημείο τιμής και όπως είναι σύνηθες σε πρώιμες ελληνικές επιγραφές, η ίδια η πέτρα απευθύνει το μήνυμα:

“Είμαι (η στήλη) του Φανόδικου (υιού) του Ερμοκράτους από την Προκόννησο (ο οποίος) δώρισε έναν κρατήρα με μια βάση και ένα στραγγιστήρι στο Πρυτανείο των Σιγειέων ως μνημείο τιμής. Αν με βρει κάποιο κακό, νοιαστείτε για μένα, πολίτες του Σίγειου”.   

Παρατηρώντας το κείμενο της επιγραφής στις δύο διαλέκτους διαπιστώνουμε ότι στην εκδοχή της Αττικής διαλέκτου το κείμενο συμπληρώνεται στο τέλος με την φράση “ο Αίσωπος και οι αδελφοί του με έκαναν”, κάτι που δεν υπάρχει στην εκδοχή της Ιωνικής διαλέκτου.

Πιθανολογείται ότι η επιγραφή σε Ιωνική διάλεκτο ετοιμάστηκε στην Προκόννησο που ήταν αποικία της Μιλήτου. Αργότερα όταν το Σίγειο ήταν ήδη υπό Αθηναϊκή κυριαρχία προστέθηκε η εκδοχή της Αττικής διαλέκτου, κατά παραγγελία κάποιου “Αίσωπου και των αδελφών του”, οι οποίοι πιθανόν να ήταν έποικοι από την Αττική.

Η ανακάλυψη, η διεκδίκηση και η αρπαγή αυτής της στήλης αποτελεί συγκλονιστική ιστορία που αποτυπώνεται αναλυτικά στα ημερολόγια των εμπλεκομένων περιηγητών – διεκδικητών.

Το 1710 ο Βρετανός πρόξενος στη Σμύρνη Ουίλιαμ Σέραρντ (William Sherard) διερχόμενος από το μικρό χωριό Γενισεχίρ παρατήρησε αυτή την στήλη έξω από ένα εκκλησάκι του χωριού, στην αριστερή πλευρά της εισόδου του και του προκάλεσε το ενδιαφέρον καθώς η εξαιρετική σημασία της στήλης ήταν άμεσα αντιληπτή από κάποιον ακαδημαϊκό. Ο Σέραρντ διέδωσε την ύπαρξη της στήλης και πολλοί περιηγητές επισκέφτηκαν τον χώρο.

Το 1718 η Λαίδη Μαίρη Μόνταγκου (Mary Montagu) έγραψε στο ημερολόγιό της για την στήλη και την επιθυμία της να την αποκτήσει. 

Το 1721 έγινε η πρώτη δημοσίευση της επιγραφής της στήλης και το ενδιαφέρον επεκτάθηκε.

Το 1764 ο Ρίτσαρντ Τσάντλερ (Richard Chandler) αποπειράθηκε να την αγοράσει αλλά τόσο η Μόνταγκου όσο και ο Τσάντλερ υποτίμησαν την δυσκολία. Ούτε όλο το χρυσάφι του κόσμου ούτε τα μεγαλύτερα πλοία ήταν ικανά να μετακινήσουν την στήλη.

Το 1786 ο σερ Ρίτσαρντ Γουόρσλεϋ (Richard Worsley) προσπάθησε να αποσπάσει όχι μόνο την στήλη αλλά κι ένα άλλο μαρμάρινο ανάγλυφο που υπήρχε στην άλλη πλευρά της εισόδου της εκκλησίας. Πρόκειται για κάποιο τμήμα από τα ερείπια του ναού της θεάς Αθηνάς του Σίγειου, που οι κάτοικοι του Γενισεχίρ είχαν εντοιχίσει στην εκκλησία τους και παριστάνει πομπή γυναικών της Τροίας που παρουσιάζουν και αφιερώνουν ένα βρέφος στην Αθηνά με τις σχετικές προσφορές. 

Η αντίδραση των κατοίκων του Γενισεχίρ ήταν βίαιη, αρνήθηκαν να αποδεχτούν οποιοδήποτε τίμημα τους προσφέρθηκε επικαλούμενοι πως αν αποχωρίζονταν αυτά τα κομμάτια θα έπεφτε στο χωριό θανατηφόρα αρρώστια, όπως συνέβη παλαιότερα που πούλησαν κάποιο παρόμοιο κομμάτι και πολύ σύντομα έπεσε στο χωριό θανατηφόρα επιδημία.

Πράγματι, το 1718 πούλησαν - πιθανόν στη Μόνταγκου - μια μικρότερη επιγραφή από το εσωτερικό της εκκλησίας και το 1719 εκδηλώθηκε η πανούκλα μια από τις μεγαλύτερες επιδημίες του αιώνα.

Το Γενισεχίρ ήταν εύκολα προσβάσιμο καθώς βρισκόταν πάνω στον δρόμο προς Κωνσταντινούπολη και υπήρξαν πολλοί ακόμη περιηγητές που επισκέπτονταν το χωριό και επεδίωκαν μάταια να αγοράσουν τόσο την στήλη όσο και το ανάγλυφο.

Την ίδια άρνηση συνάντησε και ο Γάλλος πρεσβευτής Γκουφιέ (Gouffier), εντεταλμένος του Λουδοβίκου ΙΔ΄, όταν το 1780 είχε προσπαθήσει να αποκτήσει αυτούς τους θησαυρούς, παρά την βοήθεια που του παρείχαν οι τοπικές Αρχές και το σχετικό φιρμάνι που είχε εκδώσει η Μεγάλη Πύλη.

Τελικά, αυτή τη μαρμάρινη στήλη που επιθυμούσε από παλιά ολόκληρη η Ευρώπη, εκείνος που κατάφερε να την αποσπάσει  ήταν ο Άγγλος πρεσβευτής της Κωνσταντινούπολης Λόρδος Έλγιν (Lord Elgin) το 1799.

Ο Έλγιν στάθηκε τυχερός γιατί εκείνη την εποχή οι Άγγλοι είχαν συνταχθεί με την πλευρά των Οθωμανών εναντίον του Ναπολέοντα, που είχε επιτεθεί στην Αίγυπτο και την Συρία, και εκμεταλλευόμενος την συγκυρία εξασφάλισε την άδεια και την στρατιωτική βοήθεια να αποσπάσει τους θησαυρούς.

Στις 7 Νοεμβρίου, ώρα 8 το πρωί, εμφανίστηκαν στο χωριό άνδρες του Έλγιν οι οποίοι κρατώντας ανά χείρας φιρμάνι του Καπιτάν Πασά (Capitan Pacha), συνοδευόμενοι από στρατιώτες για προστασία και  ασκώντας βία, απέσπασαν την στήλη με την βουστροφηδωνική επιγραφή και το ανάγλυφο με την πομπή των γυναικών. Αυτά τα μνημεία αποτέλεσαν τα πρώτα κομμάτια της γνωστής φημισμένης συλλογής του Έλγιν. Σήμερα και τα δύο κομμάτια βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο.

Ο Χάντ (Hunt) που επισκέφτηκε το χωριό μετά την απομάκρυνση της στήλης, περιγράφει τους αναστεναγμούς και τα δάκρυα του Έλληνα παπά που συνόδευαν την αφήγησή  του για την απώλεια των κειμηλίων.

Ο Ουίλιαμ Κλέρ (William Clair), στο βιβλίο που έγραψε για τον Έλγιν, σημειώνει πως γύρω στο 1800 η τοπική αντίσταση  δεν εκφραζόταν ως εθνικό αίσθημα, πράγμα λογικό γιατί ακόμη δεν είχε δημιουργηθεί Ελληνικό έθνος, αλλά ωστόσο υπήρχε κάποια “εθνική” συνείδηση.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Χόμπχαουζ (Hobhouse) στα λόγια ενός μορφωμένου Έλληνα από τα Ιωάννινα ο οποίος με προνοητικότητα του είπε: 

“Εσείς οι Άγγλοι αρπάζετε τα έργα των Ελλήνων, των προπατόρων μας, διατηρείστε τα καλά γιατί εμείς οι Έλληνες θα έρθουμε και θα τα διεκδικήσουμε πίσω”.

Μέσα από  την ιστορία της στήλης του Σίγειου επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του Γενισεχίρ πριν το 1700 μ.Χ. και αντλούνται πληροφορίες για το ήθος και το φρόνημα των κατοίκων εκείνης της εποχής.