Σίγειον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Σίγειον ήταν αρχαία ελληνική πόλη της βορειοδυτικής Τρωάδας, στις εκβολές του Σκαμάνδρου ποταμού, επί του νοτίου στόματος του Ελλησπόντου. Το ακρωτήριο -πάνω στο οποίο είχε κτιστεί η πόλη- λεγόταν και αυτό Σίγειον άκρον (σημ. Γενισεχίρ Μπουρνού, Yenisehir Burnu) και κατά τον Στράβωνα υπήρχαν εκεί το ιερό του Αχιλλέως, καθώς και τα μνημεία του Πατρόκλου και του Αντιλόχου. Φαίνεται ότι το όνομα δόθηκε ευφημιστικά. Δηλαδή, αν και η πόλη έλαβε το όνομά της από την αρχαία ελληνική λέξη σιγή (=σιωπή), ωστόσο στην περιοχή ξεσπούν άγριες καταιγίδες και η θάλασσα έχει φουρτούνα.

Η πόλη ιδρύθηκε από την Μυτιλήνη κατά τον 8ο -7ο αιώνα π.Χ. Κατά το τέλος του 7ου αιώνα, οι Αθηναίοι έστειλαν τον Ολυμπιονίκη Φρύνωνα να καταλάβει την πόλη. Σε μονομαχία με τον Πιττακό, ο Αθηναίος ηττήθηκε από το δίχτυ του αντιπάλου του και η ήττα του εξυμνήθηκε από τον συμπατριώτη του νικητή, Αλκαίο. Από τις λίγες γραμμές που σώθηκαν από το αιολικό λυρικό ποίημα, πιστεύεται ότι το ποίημα αυτό αποτέλεσε την πηγή των συγγραφέων της κλασικής περιόδου για τη μονομαχία Πιττακού και Φρύνωνος.

Έτσι οι Αθηναίοι προσέφυγαν στον τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο, με σκοπό να διαιτητεύσει για το ποιος δικαιωματικά πρέπει να κατέχει την περιοχή του Σιγείου. Ο Περίανδρος αποφάνθηκε υπέρ της Αθήνας, επειδή όταν οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν με τους άλλους Ελλαδίτες εναντίον των ομοφύλων τους Τρώων, οι Αιολείς (που κατοικούσαν στην Λέσβο) δεν υπήρχαν τότε και επομένως δεν έχουν το δικαίωμα κατοχής της τρωικής περιοχής. Από δύο επιγραφές της αττικής διαλέκτου που αποδίδονται στο Σίγειον (περ. 575 -550 π.Χ.), καταδεικνύεται ότι οι Αθηναίοι συνέχισαν να ζουν στην περιοχή για τον επόμενο μισό αιώνα. Από αρχαιολογικά ευρήματα της γείτονος αιολικής αποικίας του Αχιλλείου (7-8 χλμ. νοτίως του Σιγείου), αποδεικνύεται ότι οι Μυτιληναίοι διατηρούσαν εχθρική για τους Αθηναίους παρουσία στην περιοχή, γεγονός που οδήγησε στην ανακατάληψη του Σιγείου από τους πρώτους (δεκατετία του 540 π.Χ.). Οι Αθηναίοι υπό τον Πεισίστρατος πήραν πίσω την πόλη, στην οποία ορίστηκε τύραννος ο νόθος υιός του πρώτου Ηγησίστρατος. Υπό τους Πεισιστρατίδες, το Σίγειον ήταν σημαντικό οχυρό στην περιοχή εκείνη. Όταν μάλιστα ο γιός του Πεισιστράτου, Ιππίας, εξορίστηκε από την Αθήνα (510 π.Χ.), κατέφυγε στην πόλη όπου και έκοψε νομίσματα με έμβλημα την αθηναϊκή γλαύκα και το όνομά του.

Κατά την κλασική περίοδο το Σίγειον παρέμεινε μέλος της αθηναϊκής συμμαχίας, για το οποίο οι Αθηναίοι άφησαν εγκωμιαστικές επιγραφές (451/0 π.Χ. και 418/7 π.Χ.). Στην προαναφερθείσα χρονική περίοδο, η αιολική αποικία αναφέρεται 15 φορές στους καταλόγους των φόρου υποτελών στην Αθήνα πόλεων και ανήκε στους Ελλησπόντιους. Στην αρχή ο φόρος ανερχόταν στις 1.000 δραχμές και ανέβηκε στο 1 τάλαντο. Σύμφωνα με τον Χιώτη ιστορικό Θεόπομπο, το Σίγειον ήταν η αγαπημένη πόλη του Αθηναίου στρατηγού Χάρητος, κατά την εποχή που ο Μέγας Αλέξανδρος νικούσε στον Γρανικό τους Πέρσες. Τότε συνεχίστηκαν οι σχέσεις με την Αθήνα και τα νομίσματα της πόλεως έφεραν στο ένα μέρος το κεφάλι της Αθηνάς και στο άλλο τη γλαύκα. Σε κάποια περίοδο του 4ου αιώνος, η πόλη ενεπλάκη σε διαμάχη με το γειτονικό νησί της Τενέδου για διαφορές γης (την πληροφορία διασώζει ο Αριστοτέλης, χωρίς να αφήνει λεπτομέρειες).

Το 302 π.Χ. ο Λυσίμαχος κατέλαβε με την βία την πόλη, καθώς δεν ήθελε αυτή να ταχθεί στο πλευρό του Αντιγόνου Μονοφθάλμου. Το 168 π.Χ. προστάτευσε τον μακεδονικό στόλο του Αντιγόνου, απογόνου του βασιλιά Περσέως. Αργότερα η πόλη εγκαταλείφθηκε. Στα τέλη της βασιλείας του Οκταβιανού Αυγούστου, ο Στράβων αναφέρει ότι η πόλη κατεδαφίστηκε, γεγονός που το επιβεβαιώνουν οι ιστορικοί Πομπώνιος Μέλας και Πλίνιος ο Πρεσβύτερος τον 1ο αιώνα μ.Χ.