Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος “Παλαιοκαρυάς” Κρανιάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος “Παλαιοκαρυάς” Κρανιάς

Εισαγωγή – Χρονολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ όλων των Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών μνημείων της Ιεράς Μητροπόλεως Ελασσόνας, εξέχουσα θέση καταλαμβάνει και η Ιερά Μονή της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος «Παλαιοκαρυάς» Κρανέας. Η Ιερά Μονή είναι χτισμένη σε απόσταση 10χμ. νότια της Κρανιάς, σε πλαγιά του ορεινού όγκου των Αντιχασίων ορέων και φέρει την ονομασία Μονή «Καρυάς» ή «Παλαιοκαρυάς».

Για πολλά χρόνια δεν γνωρίζαμε την χρονολογία ίδρυσης του μοναστηριού. Πολύτιμη προσφορά στην έρευνα αυτή αποτέλεσαν οι ενθυμήσεις από τον κώδικα του μοναστηριού, που αναδημοσίευσε ο Κ. Σπανός στο βιβλίο του με τίτλο «Ενθυμήσεις και Επιγραφές της περιοχής Δεσκάτης», που αναφέρονται σε διάφορες δραστηριότητες και σε συμβάντα του Μοναστηριού από το 1648-1897. Αν και δεν αναφέρεται σ’ αυτές πουθενά το έτος ίδρυσης συμπεραίνουμε ότι το μοναστήρι δεν είχε πολλά χρόνια κτιστεί πριν το 1648. Από επιγραφή που βρέθηκε κάπου στο τέμπλο της εκκλησίας αναφέρεται ότι «Α Ν Α Κ Ε Ν Ι C Θ Η Ω Π Α Ρ Ω Ν Τ Ε Μ Π Λ Ο S … Ε Π Ι Ε Τ Ο Υ Σ Ζ Ρ Λ Σ Τ », δηλαδή το 1628. Επίσης, σύμφωνα με την ενθύμηση 20 του κώδικα, το μοναστήρι ξαναχτίστηκε εκ θεμελίων το 1792, η δε εκκλησία, στο τέμπλο της οποίας υπάρχει η παραπάνω επιγραφή, ξαναχτίστηκε, σύμφωνα με την ενθύμηση 24, το 1806. Καταλήγουμε ότι η επιγραφή αφορά το παλιό τέμπλο του ναού, που ίσως μεταφέρθηκε στη νέα εκκλησία και μας ενημερώνει πότε τελείωσε ο προηγούμενος ναός, που θεμελιώθηκε κατά την ίδρυση του μοναστηριού. Έτσι, λύνεται το πρόβλημα της χρονολογίας ίδρυσης του μοναστηριού, που θεωρείται συμβολικά το 1628, έτος αποπεράτωσης των εργασιών του ναού.

Σήμερα από τα κτίσματα της Μονής σώζονται το Καθολικό, ο Πύργος και το Αγίασμα. Η Ιερά Μονή πανηγυρίζει στις 6 Αυγούστου εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.

Το μοναστήρι αποτελούνται έως και τις αρχές του περασμένου, από δύο συνεχόμενα οικοδομικά τετράγωνα, ίσα σχεδόν μεταξύ τους. Στην ανατολική πλευρά του μοναστηριού βρίσκονταν το 1ο οικοδομικό τετράγωνο, που ήταν το νεότερο, και αποτελούσε το προαύλιο του μοναστηριού. Περιβάλλονταν από αρκετά ψηλό τοίχο και είχε είσοδο από τη βορειοανατολική πλευρά του. Στην ανατολική και νότια πλευρά υπήρχαν διάφορα κτίρια, που τα μεν ισόγεια τους χρησίμευαν ως βοηθητικοί ή αποθηκευτικοί χώροι, τα δε ανώγεια για διαμονή του εργατικού ή υπηρετικού προσωπικού του μοναστηριού.

Δυτικότερα βρίσκονταν το 2ο οικοδομικό τετράγωνο, που ήταν και το κύριο οικοδομικό συγκρότημα και το παλαιότερο χρονολογικά. Είχε δύο εισόδους μία ανατολική και μία δυτική, στη μέση είχε αυλή στο κέντρο της οποίας ήταν η εκκλησία.

Το καθολικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχιτεκτονικός Τύπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχιτεκτονικός τύπος του Καθολικού είναι ο Εγγεγραμμένος Σταυροειδής με Τρούλλο, στον οποίο προστίθενται στα πλάγια της εγκάρσιας κεραίας του σταυρού ημικυκλικές κόγχες οι Χοροί ή Χοροστάσια. Ο Τρίκογχος αυτός σταυροειδής αποτελεί τον λεγόμενο Αθωνικό ή Αγιορείτικο τύπο, που επέδρασε στην βαλκανική αρχιτεκτονική και αποτέλεσε πρότυπο για τα μεταγενέστερα καθολικά των Μονών της Ελλάδος. Κύριο χαρακτηριστικό του τύπου αυτού, οι δύο μεγάλες πλευρικές κόγχες που προστίθενται στις άκρες της βόρειας και νότιας κεραίας του σταυρού. Οι τέσσερις κίονες δημιουργούν ένα σοφά διαρθρωμένο χώρο, που επιστεγάζεται από τρούλλο. Στην βόρεια πλευρά υπάρχει μία μικρή θύρα, που έβγαζε με πέτρινα σκαλοπάτια από το Ιερό σε κάποιο κτίσμα, το οποίο τώρα δεν υπάρχει.

Στα δυτικά ο ναός διαθέτει ευρύχωρο κιονοστήρικτο Νάρθηκα τη Λιτή. Η Λιτή είναι ορθογώνια, φέρει στο μέσο δύο κίονες και στην οροφή της σχηματίζονται έξι διάχωρα με σταυροθόλια ή θολίσκους.

Στα ανατολικά είναι διαμορφωμένο τριμερές Ιερό, που στηρίζεται σε δύο πεσσούς και χωρίζεται από την πρόθεση και το διακονικό με αψίδες. Μικρά σταυροθόλια ή θολίσκοι επιστεγάζουν αριστερά και δεξιά το Ιερό.

Το Τέμπλο του Ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εσωτερικά ο ναός δίνει την αίσθηση ότι είναι πολύ μικρός, διότι οι τοίχοι είναι γύρω στα 90εκ. Το Ιερό χωρίζεται από τον κυρίως ναό με ξυλόγλυπτο τέμπλο, που κατά τμήματα ανήκει σε διάφορες εποχές. Ένα τμήμα, αυτό που σώζεται καλύτερα, έχει έντονα χρώματα . Εδώ ήταν ο Εσταυρωμένος με δύο Δράκους – Ψάρια στη βάση του, που έχει μεταφερθεί στο ναό του Αγίου Δημητρίου της Κρανιάς, με δύο εικονίδια αριστερά – δεξιά. Σε ένα σημείο του τέμπλου εντοπίστηκε (το 1983) επιγραφή, χάριν στην οποία πληροφορούμαστε ότι κατασκευάστηκε στις 10 Μαρτίου του 1628. Σύμφωνα με την ενθύμηση 20 και 24 του κώδικα του μοναστηριού, πρέπει να υποθέσουμε ότι ή ολόκληρο το τέμπλο, με την επιγραφή μεταφέρθηκαν από την παλιά στη νέα εκκλησία ή μόνο η επιγραφή με τα εικονίσματα, και συνεπώς η επιγραφή αφορά το παλιό τέμπλο.

Τοιχογραφίες Ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βλέποντας το εσωτερικό του ναού σχηματίζεται η εντύπωση ότι οι τοιχογραφίες του έχουν καταστραφεί στο μεγαλύτερο μέρος. Η αλήθεια είναι ότι ο ναός δεν είχε την τύχη να αγιογραφηθεί ολόκληρος, όπως είχε προγραμματιστεί. Το Καθολικό είναι αγιογραφημένο μόνο στο Ιερό Βήμα. Οι τοιχογραφίες που υπάρχουν, τείνουν στη λαϊκή ζωγραφική παρά στη Βυζαντινή. Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε μία ζώνη από το δάπεδο ύψους 1μ., με γραμμές, που σχηματίζουν ρόμβους και τρίγωνα και διακοσμούνται με λουλούδια και λαϊκά διακοσμητικά μοτίβα εντός τους.

Στα δεξιά της Αγίας Τράπεζας είναι ζωγραφισμένη η μεγάλη εικόνα της Αγίας Πεντηκοστής, στο ημικύκλιο του δαπέδου είναι Ο Κόσμος, γέρος, με κορώνα, γκρίζα μαλλιά και γένια. Δίπλα στον Κόσμο επάνω η Μεσοπεντηκοστή και κάτω η Μετάληψις. Στην κόγχη του Ιερού και πίσω από την κτιστή Αγία Τράπεζα υπάρχουν ζωγραφισμένοι ολόσωμοι άγιοι και πατέρες σε λωρίδες. Πάνω από το διάζωμα αυτών των αγίων σώζεται μία λωρίδα ύψους 20εκ. χωρισμένη σε 12 τμήματα. Εντύπωση δημιουργεί η όψη ενός αγένειου νέου, με κακία στο πρόσωπο και έναν καλικάτζαρο γυμνό στον ώμο του, πρόκειται για τον Ιούδα, ο οποίος βρίσκεται σε προφίλ, είναι σε κίνηση και κοιτάει την εκκλησία.

Οι τοίχοι του κυρίως ναού και του νάρθηκα είναι χωρισμένοι συμμετρικά με γύψινες, τοξοειδείς κορνίζες, δαντελωτά γύψινα φωτοστέφανα για ζωγραφιές αγίων, οι οποίες όμως δεν έγιναν ποτέ, διότι ο ζωγράφος παύτηκε.

Ο ζωγράφος έδωσε πνοή υγείας στις μορφές και όχι ασκητικότητας. Το συνοφρυωμένο πρόσωπο, που πετυχαίνει με το σμίξιμο των φρυδιών τους, κάνει τους Αγίους να φαίνονται αυστηροί. Τα μάτια είναι χαρακτηριστικά με μεγάλες κόρες, το σχήμα του προσώπου τους κλείνει προς το τετράγωνο, το σώμα φαρδύ και όχι εξαϋλωμένο, ασκητικό.

Πριν γίνουν οι τοιχογραφίες έγινε επίχρισμα με ασβέστη και άχυρο.

Τοιχοδομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως στον περισσότερο θεσσαλικό χώρο, έτσι και εδώ, εφαρμόζεται στην δομή το ατελές πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Η τοιχοδομία, όσο τουλάχιστον φαίνεται, είναι σχετικά πρόχειρη. Οι λίθοι μικροί, κατά κανόνα αδρά λαξευμένοι στην εξωτερική τους παρεία, τοποθετημένοι μέσα σε παχύ κονίαμα, χωρίς να σχηματίζουν συνεχείς οριζόντιες στρώσεις, ενώ λίγα πλίνθινα κομμάτια οριζόντια δίνουν την εντύπωση ότι προστέθηκαν τυχαία.

Το κονίαμα είναι παχύ και τα αρμοκάλυπτρα πλατιά, σκεπάζουν τις άκρες των λίθων κρύβοντας τις ατέλειες της λάξευσης και δίνουν έτσι την τελική εξωτερική εμφάνιση στην τοιχοποιία.

Ως οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκε εκτός από τους λίθους που βρίσκονται πρόχειρα στην περιοχή, και πωρόλιθοι, κυρίως στα τμήματα που θέλει να τονίσει ο τεχνίτης. Λαξευτοί πωρόλιθοι έχουν χρησιμοποιηθεί στις γωνίες, στα παράθυρα, σε όλο τον τρούλλο, στη θύρα και στην καμάρα του υπόστεγου (χαγιάτι) που σώζεται.

Όπως και σε πολλούς ναούς της Θεσσαλίας, έτσι και εδώ, μεταχειρίστηκαν οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση. Είναι γνωστό ότι στα 1806 το Καθολικό ξανακτίστηκε και χρησιμοποιήθηκε το παλιό υλικό του αρχικού ναού.

Οι εξωτερικές επιφάνειες είναι κατά κανόνα επίπεδες και μόνο στα ανοίγματα των θυρών, στην αψίδα του Ιερού και στα παράθυρα υπάρχει κάποια ποικιλία όσον αφορά την διάπλαση των όψεων. Λαξευτοί πωρόλιθοι χρησιμοποιήθηκαν πέρα από τις γωνίες του κτίσματος, στα τόξα των παραθύρων και φτάνουν ως κάτω την ποδιά. Πρόκειται για μια σειρά πλίνθων που τα ξεχωρίζει από την υπόλοιπη τοιχοποιία. Το ίδιο υλικό έχει χρησιμοποιηθεί και στην θύρα αλλά και σε όλο τον τρούλλο. Στην κόγχη του Ιερού χρησιμοποιήθηκε πιο λευκή πέτρα για τον σχηματισμό των ταινιών καθώς στις οποίες τοποθετήθηκαν κάποια φτωχά λιθανάγλυφα, απομίμηση αυτών που συναντούμε στο Πήλιο.

Μονόλοβα παράθυρα ανοίγονται σε όλους τους τοίχους του ναού και στον τρούλλο. Είναι αρκετά στενά σαν φωτιστικές σχισμές. Τα παράθυρα της νότιας και ανατολικής πλευράς είναι επιμελημένα, σιδερόφραχτα, με εσωτερικό άνοιγμα αυξανόμενο και με κούφωμα το οποίο θυμίζει πηλιορείτικα σχέδια.

Η κάλυψη του ναού διαθέτει μεγάλα κεραμίδια καθώς και πλάκες, ενώ ο τρούλος έχει μόνο πλάκες.

Ο Πύργος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη βορειοανατολική γωνία του μοναστηριού υψώνεται τετράγωνος πύργος, ασβεστόκτιστος, με θολωτή στέγη πλακοσκεπή, μικρά παράθυρα και πολεμίστρες. Από κομματιασμένα εντοιχισμένα κεραμίδια στη βόρεια άνω πλευρά του πύργου σχηματίζεται η χρονολογία 1801 ή 1803, που είναι και η χρονολογία κατασκευής ή ανακαίνισης του πύργου.

Διέθετε τρεις ορόφους με ένα δωμάτιο στον καθένα, που επικοινωνούσαν με εσωτερική ξύλινη σκάλα. Στον πρώτο όροφο η είσοδος γινόταν από εξωτερική πέτρινη σκάλα, που υπάρχει και σήμερα. Εκεί ετοιμάζονταν τα διάφορα κεράσματα και σερβίρονταν στους επισκέπτες που φιλοξενούσαν στην τραπεζαρία. Η επικοινωνία με τον ξενώνα και την τραπεζαρία γινόταν από ένα μπαλκόνι (εξώστη) που άρχιζε από την είσοδο του πύργου και κατέληγε στις εισόδους αυτών. Όμοιο μπαλκόνι (εξώστης) εκτείνονταν δυτικά από την είσοδο του πύργου μέχρι τις εισόδους των κελιών των μοναχών. Στα δωμάτια του πύργου ήταν και το ηγουμενείο. Υπήρχε και ημιυπόγειος αποθηκευτικός χώρος που επικοινωνούσε με γκλαβανή.

Ο πύργος αυτός πρέπει να αποτελεί το παλαιότερο κτίσμα του μοναστηριού, διότι υψώθηκε αυτοτελής από τα θεμέλια και αποτέλεσε τη βάση της θεμελίωσης όλου του τετραγωνικού συγκροτήματος, καθώς τα υπόλοιπα κτίρια φαίνεται ότι προσαρτήθηκαν αργότερα στους πλευρικούς τοίχους του.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ελευθέριος Λάλος, Η Κρανιά Ελασσόνας Ιστορία – Λαογραφία Φυσική και Οικονομική Εξέταση Ιστορία, ::Τόμος Α΄, Κεσόπουλος, Θεσσαλονίκη, 2007
  2. Ιερά Μητρόπολις Ελασσώνος, Οι Ενορίες, οι Ιερές Μονές και τα Κειμήλιά τους, Ιεράς Μητροπόλεως ::Ελασσώνος, Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Θεσσαλίας, Ελασσόνα, 2007
  3. Παύλος Λάλος, Μονή Παλιοκαρυάς της Κρανιάς Ελασσόνας και Μορφές Ιδιοκτησίας στην Περιοχή, Ο ::Όλυμπος στους Αιώνες, Δ΄ Συνέδριο, Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Ελασσόνας, Ελασσόνα, 1988
  4. Νίκος Νικονάνος, Βυζαντινοί Ναοί της Θεσσαλίας από το 10ο αιώνα ως την Κατάκτηση της περιοχής ::από τους Τούρκους το 1393, Συμβολή στη Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και ::Απαλλοτριώσεων, Αθήνα, 1997
  5. Νίκος Νικονάνος, Τα Ασκηταριά του Πυθίου της Ελασσόνας (14ος αιώνας), Θεσσαλικό Ημερολόγιο, ::Τόμος Θ΄, Λάρισα, 1986
  6. Παύλος Λάλος, Το Μοναστήρι της Παλιοκαρυάς, Ανάτυπο περιοδικού Θεσσαλικό Ημερολόγιο, Τόμος 2ος, ::Λάρισα, 1981