Οικονόμειος Σχολή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Κωνσταντίνος Οικονόμου ‘Ο ΕΞ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ’

Οικονόμειος Σχολή

Η καταγωγή και το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Κωνσταντίνος Οικονόμου γεννήθηκε στην Τσαριτσάνη στις 27 Αυγούστου του 1780. Ήταν γιος του λόγιου Ιερέα Κυριάκου Οικονόμου και της ενάρετης και ευσεβούς Ανθής, το γένος Σκουφά, διακεκριμένης οικογένειας της Τσαριτσάνης. Είχε δύο αδέρφια τον Στέφανο και τον Ιωάννη. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και οικονόμος της Αρχιεπισκοπής Ελασσόνας και γι’ αυτό πήρε τον τίτλο ‘Ο εξ΄Οικονόμων’. Ήταν άνδρας με πλατιά μόρφωση, ποιητής και λόγιος. Από τον πατέρα του διδάχτηκε την Αρχαία Ελληνική και Λατινική γλώσσα και τα Ιερά Γράμματα. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στην τότε ακμάζουσα σχολή των Αμπελακίων. Έτρεφε μεγάλη αγάπη προς την εκκλησία και είχε κλίση προς τα γράμματα και την ανάγνωση Ιερατικών κειμένων. Σε ηλικία 20 χρονών παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά, τον Σοφοκλή και την Ανθία. Αμέσως μετά χειροτονήθηκε διάκονος και στα 25 του χρόνια ιερέας. Είχε συνάδελφο τον Κωνσταντίνο Κούμα και δίδαξαν μαζί στα εκπαιδευτήρια της Τσαριτσάνης. Εκεί ανέπτυξε μεγάλη δράση, περιόδευσε σε πόλεις και χωριά και δίδαξε και κατήχησε τους αγράμματους χωρικούς .

Το 1806 θεωρήθηκε ύποπτος για την συμμετοχή του στην ανταρσία που διοργάνωσε ο Παπαθύμιος Βλαχάβας κατά του Αλή Πασά. Αναγκάστηκε έτσι να αναχωρήσει γρήγορα και με υπόδειξη του Οικονομικού Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε ΄ κατέφυγε το 1808 στη Μονή του Προδρόμου στις Σέρρες. Το 1809 πήγε στη Σμύρνη μαζί με τον Κωνσταντίνο Κούμα και εκεί δίδαξε στο νέο ‘ Φιλολογικό Γυμνάσιο’ ελληνική φιλολογία, ρητορική, γενική ιστορία, αρχαιολογία, θρησκευτικά και άλλα μαθήματα. Στη Σμύρνη έγραψε και εξέδωσε πολλά βιβλία για διδακτική χρήση από τους μαθητές του, όπως η ‘Τέχνη και Ρητορική’ του 1813. Η δράση του σαν ιεροκήρυκας ήταν επιτυχής και δούλευε με ζήλο για την προστασία των πιστών από τις προπαγανδιστικές ενέργειες των ξένων ιεραποστόλων.

         Τη δεκαετή εθνωφελή του δράση του εκτίμησε ιδιαίτερα ο εθνομάρτυρας Πατριάρχης  Γρηγόριος  Ε ΄ γι αυτό και τον προσκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη  το 1819. Τον τίμησε ιδιαίτερα στην Ιερά Σύνοδο την 25η Μαΐου του 1819, ως ΄ Πατριαρχικός  του Οικονομικού Θρόνου,  Ιεροκήρυξ και Διδάσκαλος πασών των Ορθοδόξων του Ελληνικού Γένους Εκκλησιών’. Στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε το 1820 στη Φιλική Εταιρία, σύμφωνα με μαρτυρία του Γούδα. Έδρασε ως Φιλικός και αυτό αποδεικνύεται από τους λόγους του, με τους οποίους προσπαθούσε να τονώσει το θρησκευτικό και εθνικό αίσθημα των Ελλήνων για να αντιμετωπίσουν τη θύελλα, η οποία επρόκειτο να ακολουθήσει την έκρηξη της επανάστασης.

Λίγο πριν ξεσπάσει η επανάσταση και από το φόβο μην συλληφθεί από τους Τούρκους ως Φιλικός, φυγαδεύτηκε αρχικά στην Οδησσό. Το 1822 πήγε στην Πετρούπολη και έλαβε ευμενούς αποδοχής από τον τότε αυτοκράτορα τσάρο Αλέξανδρο Α΄. Εκεί έγινε γρήγορα γνωστός για τη συγγραφική του δράση και τα εμπνευσμένα κηρύγματά του. Η εκκλησιαστική ακαδημία Πετρούπολης τον εξέλεξε σύνεδρο, η αυτοκρατορική ακαδημία των επιστημών της Πετρούπολης εταίρο και η ακαδημία του Βερολίνου αντεπιστέλλον μέλος. Γνωρίστηκε και σχετίστηκε με σημαίνουσες προσωπικότητες καθώς και με τον Καποδίστρια. Η συγγραφική του δραστηριότητα ήταν μεγάλη και αξιόλογη.

         Τα πατριωτικά του κηρύγματα δεν είχαν σκοπό μόνο να συγκινήσουν  τους ξένους αλλά και τους ξενιτεμένους Έλληνες και ιδιαίτερα αυτούς που είχαν κάποια οικονομική επιφάνεια, ώστε να προσφέρουν   βοήθεια  στον αγώνα των Ελλήνων. Περιόδευσε  στις πανίσχυρες αυλές της Ευρώπης για να προβάλλει την ελληνική επανάσταση  και να συγκινήσει  τις μεγάλες δυνάμεις, ώστε να συμπαρασταθούν στον απελευθερωτικό αγώνα του ελληνικού Έθνους. Γι’ αυτό και η αναγνώριση των υπηρεσιών του προς την πατρίδα ήταν καθολική. Η κατακόρυφη αυτή άνοδος του Κων/νου Οικονόμου τράβηξε το ενδιαφέρον πολλών λόγιων της εποχής, όπως συγγραφείς, λογοτέχνες, φιλοσόφους , ιστορικούς και κυρίως θεολόγους, προς το συγγραφικό του έργο του, το οποίο και μελέτησαν.

Τον Οκτώβριο του 1834 ο Κων/νος Οικονόμος με τη συνοδεία των παιδιών του έφτασε στο Ναύπλιο και από εκεί το 1837 πήγε στην Αθήνα, όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του. Πέθανε σε ηλικία 77 ετών, στις 9 Μαρτίου του 1857 και ετάφη στο προαύλιο της Ιεράς Μονής Πετράκη, όπου μέχρι σήμερα υπάρχει ο τάφος του.

Η Οκονόμειος σχολή της Τσαριτσάνης

Η ίδρυση της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για το καλλιμάρμαρο γυμνάσιο της Τσαριτσάνης, που χτίστηκε το 1910 και ονομάστηκε ‘Οικονόμειος Σχολή’, στη μνήμη του μεγάλου δάσκαλου του Γένους Κωνσταντίνου Οικονόμου.

Μέχρι το 1910 το Ελληνικό Σχολείο της Τσαριτσάνης (ή Ημιγυμνάσιο) στεγάζονταν στην ετοιμόρροπη πατρική κατοικία του Οικονόμου, που βρισκόταν στο προαύλιο του Ιερού Ναού της Παναγίας, στην συνοικία ‘Παναγιά’. Την εποχή εκείνη επιτεύχθηκε η έκδοση Σουλτανικού Διατάγματος για την ανοικοδόμηση του Γυμνασίου επάνω στα ερείπια αυτής της κατοικίας. Το σχέδιο εκπόνησε ο Λαρισαίος μηχανικός Αστεριάδης ή Πατόφλιας. Πρόκειται για ένα τριώροφο κτίριο με βόρεια είσοδο και προαύλιο προς την πλευρά του ναού της Παναγιάς. Κάθε όροφος έχει 2 διδακτικές αίθουσες και στο τέλος των διαδρόμων, δεξιά και αριστερά, βρίσκονται τα γραφεία των καθηγητών. Εδώ φιλοξενείται και μέρος της περίφημης βιβλιοθήκης που χάρισε ο Μεγάλος Ευεργέτης της Τσαριτσάνης ο Οικονόμου ως κληροδότημα μετά το θάνατό του, δηλαδή μία μεγάλη αρχαία και νέα βιβλιοθήκη καθώς και όλα τα όργανα της Φυσικής και της Χημείας. Μετά την απελευθέρωση του 1912 εξελίχθηκε σ’ ένα από τα πρότυπα Γυμνάσια του Κράτους, το μοναδικό στην επαρχία Ελασσόνας. Η διαθήκη του Οικονόμου περιλάμβανε υποτροφίες προς νέους για τις σπουδές τους και δωρεές για την κάλυψη των αναγκών της σχολής. Υπήρχε και ένα μπαούλο με τα άμφια του, τα οποία διασώθηκαν μετά την πυρκαγιά από την εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Σήμερα βρίσκονται στον αναστηλωμένο ναό και εκτίθενται σε λαϊκό προσκύνημα. Από το γυμνάσιο αυτό αποφοίτησαν πολλοί αξιόλογοι νέοι. Σήμερα φιλοξενεί λίγα παιδιά και χρησιμοποιείται ως γυμνάσιο.