Ερρίκος της Γερμανίας
| Ερρίκος της Γερμανίας | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Heinrich VII von Hohenstaufen (Γερμανικά) |
| Γέννηση | 1211[1] Παλέρμο |
| Θάνατος | 12 Φεβρουαρίου 1242 ή 12 Μαρτίου 1242[1] Martirano |
| Αιτία θανάτου | Λέπρα |
| Συνθήκες θανάτου | φυσικά αίτια και αυτοκτονία |
| Τόπος ταφής | Κοζέντσα |
| Χώρα πολιτογράφησης | Σικελία |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Γερμανικά[2] |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | συγγραφέας ποιητής |
| Αξιοσημείωτο έργο | Statutum in favorem principum |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Μαργαρίτα της Αυστρίας, βασίλισσα της Βοημίας (από 1225)[3] |
| Γονείς | Φρειδερίκος Β΄ Χοενστάουφεν[4][5] και Κωνσταντία της Αραγωνίας[4][5] |
| Αδέλφια | Άννα των Χοενστάουφεν Μαργαρίτα της Σικελίας Κορράδος Δ΄ της Γερμανίας Μανφρέδος της Σικελίας Φρειδερίκος της Αντιόχειας Έντσο της Σαρδηνίας Λαδίσλαος Γ΄ της Ουγγαρίας Φρειδερίκος του Πεττοράνο |
| Οικογένεια | Οίκος των Χοενστάουφεν |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Δούκας της Σουηβίας |
| Θυρεός | |
Ο Ερρίκος, γερμ. Heinrich von Hohenstaufen (1211 - 12 Φεβρουαρίου 1242) από τον Οίκο των Χοενστάουφεν ήταν με τον πατέρα του Συμβασιλιάς της Ιταλίας, Συμβασιλιάς της Γερμανίας (1220 - 1235), Συμβασιλιάς της Σικελίας (1212 - 1217) και Δούκας της Σουαβίας (1216 - 1235). Παλαιότερα είχε την αρίθμηση Ερρίκος (Ζ΄), όπου η παρένθεση δηλώνει συμβασιλεία, και δεν πρέπει να συγχέεται με τον επόμενο Ερρίκο Ζ΄[6].
Βιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γεννήθηκε στη Σικελία και ήταν ο πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β΄ της Γερμανίας και της Κωνσταντίας της Αραγωνίας, μέλους του Οίκου της Βαρκελώνης και κόρης του Αλφόνσου Β΄ της Αραγωνίας.[7].
Υπό κηδεμονία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1212 ο πατέρας του συμφώνησε με τον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ να μην έχουν τον ίδιο μονάρχη η Γερμανία και η Σικελία[8]. Έτσι έστεψε τον Ερρίκο βασιλιά της Σικελίας με αντιβασίλισσα την Κωνσταντία, για να μπορέσει ο ίδιος να διεκδικήσει το στέμμα της Γερμανίας. Πράγματι αργότερα το ίδιο έτος ο Φρειδερίκος Β΄ έγινε βασιλιάς της Γερμανίας. Το 1216 ο Ιννοκέντιος Γ΄ απεβίωσε· ο Φρειδερίκος Β΄ κάλεσε τον διάδοχο Ερρίκο στη Γερμανία, και τον έκανε δούκα της Σουαβίας ως Ερρίκο Β΄[9].
Το 1220 οι πρίγκιπες συγκεντρώθηκαν στη Φρανκφούρτη και εξέλεξαν τον Ερρίκο ως συμβασιλιά της Γερμανίας· για να τους ανταμείψει ο Φρειδερίκος Β΄ εξέδωσε τη Συμφωνία με τους εκκλησιαστικούς πρίγκιπες ευνοώντας τους[9]. Όμως ο πάπας Ονώριος Γ΄ δεν αναγνώρισε την εκλογή, και του στέρησε το δικαίωμα στο βασίλειο της Σικελίας. Ο Φρειδερίκος Β΄ άφησε τον γιο του στη Γερμανία υπό την επίβλεψη του αρχιεπισκόπου της Κολωνίας[9] και μετέβη στη Σικελία (1220). Ο αρχιεπίσκοπος έστεψε τον νεαρό ως βασιλιά της Γερμανίας στο Άαχεν (1222). Όταν ο αρχιεπίσκοπος απεβίωσε (1225), τον διαδέχθηκε ο Λουδοβίκος Α΄ Βίττελσμπαχ δούκας της Βαυαρίας. Τον βοηθούσαν υπουργοί (ministerialis).
Ο Ερρίκος ήταν ένας ζωντανός, μορφωμένος κυβερνήτης και διατηρούσε τραγουδιστές (minnesänger) στην Αυλή του. Μάλλον έγραψε και ο ίδιος μερικά αυλικά ποιήματα αγάπης. Είχε ύψος 1,66 μ. και αν και χωλός, ήταν σωματικά εύρωστος.
Εξέγερση εναντίον του πατέρα του
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Υποπτεύθηκε τον Λουδοβίκο Α΄ για συνεργασία με τον πάπα Γρηγόριο Θ΄, και τον έδιωξε το 1228. Ανέλαβε μόνος του, αλλά η φιλική στις πόλεις πολιτική του, έκανε τους πρίγκιπες, που ήταν οι βασικοί υποστηρικτές τού Φρειδερίκου Β΄, να εκνευριστούν και να παραπονεθούν στον πατέρα του. Αργότερα ήρθε σε διαμάχη με τον Όθωνα Β΄ δούκα της Βαυαρίας (γιο του Λουδοβίκου Α΄). Ο πατέρας του διέταξε να ελευθερώσει τους αιχμαλώτους, φοβούμενος τη δυσαρέσκεια των Γερμανών πριγκίπων. Όταν ήρθε σε σύγκρουση με τον πάπα Γρηγόριο Θ΄, ο πατέρας του θύμωσε και τον κήρυξε έκπτωτο[7].
Ο Ερρίκος στασίασε και συμμάχησε με μερικούς επισκόπους και ευγενείς, αλλά δεν μπόρεσε να βρει άλλους συμμάχους: οι περισσότεροι περίμεναν να δουν την εξέλιξη των πραμάτων. Ο Φρειδερίκος Β΄ επέστρεψε στη Γερμανία, και κέρδιζε ακολούθους. Ο Ερρίκος εγκταλείφθηκε από τους οπαδούς του, και το 1235 στο κάστρο Βίμπφελ ο πατέρας του τον εκτόπισε από τα αξιώματά του. Ο δευτερότοκος Κορράδος τέθηκε στη θέση του ως Κορράδος Γ΄ δούκας της Σουαβίας και εκλέχθηκε ως Κορράδος Δ΄ συμβασιλιάς της Γερμανίας. Συγκλήθηκε Συνέλευση το 1235 στα Μάιντς.
Φυλάκιση και το τέλος του
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Εγκλείστηκε σε διάφορα κάστρα της Γερμανίας και της Νότιας Ιταλίας. Όταν τον μετακίνησαν σε ένα νέο κάστρο, έπεσε με το άλογό του από γέφυρα και σκοτώθηκε (1242)[7]. Μερικοί είπαν ότι ήθελε να αυτοκτονήσει. Η ανάλυση τού σκελετού του το 1998-99 βρήκε προχωρημένη λέπρα, και μάλλον γι' αυτό τον λόγο ο πατέρας του δεν τον επανέφερε στη θέση του, αλλά τον κράτησε απομονωμένο. Τάφηκε σε μία αρχαία, ρωμαϊκή σαρκοφάγο στην Κοζέντσα της Καλαβρίας, με βασιλικές τιμές.
Από τους γιους του ο Ερρίκος είχε αποβιώσει. Στον άλλο γιο Φρειδερίκο, ο πάππος του Φρειδερίκος Β΄ κληροδότησε (1250) την Αυστρία, τη Στυρία και 10.000 ουγγιές, αλλά το επόμενο έτος απεβίωσε δηλητηριασμένος[10].
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Νυμφεύτηκε το 1225 με διαταγή τού πατέρα του, την 7 έτη μεγαλύτερή του Μαργαρίτα των Μπάμπενμπερκ, κόρη του Λεοπόλδου ΣΤ΄ δούκα της Αυστρίας[7] και είχε τέκνα:
- Ερρίκος και Φρειδερίκος, απεβίωσαν σε μικρή ηλικία ως το 1251.
Πρόγονοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Υποσημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 p11404.htm#i114032.
- ↑ «Identifiants et Référentiels» (Γαλλικά) Agence bibliographique de l'enseignement supérieur. 06876720X. Ανακτήθηκε στις 4 Μαρτίου 2020.
- ↑ p11404.htm#i114032. Ανακτήθηκε στις 7 Αυγούστου 2020.
- 1 2 Darryl Roger Lundy: (Αγγλικά) The Peerage.
- 1 2 «Kindred Britain»
- ↑ David Abulafia, Frederick II: A Medieval Emperor, (Oxford University Press, 1992), 229.
- 1 2 3 4 Steven Runciman, The Sicilian Vespers, (Cambridge University Press, 2000), 26.
- ↑ Welfs, Hohenstaufen and Habsburgs, Michael Toch, The New Cambridge Medieval History:c.1198-c.1300, Vol. 5, ed. David Abulafia, Rosamond McKitterick, (Cambridge University Press, 1999), 381.
- 1 2 3 Welfs, Hohenstaufen and Habsburgs, Michael Toch, 384.
- ↑ Matthæi Parisiensis Monachi Sancti Albani Chronica Majora, Vol. V, 1254, p. 448.