Διοικητική διαίρεση του Πριγκιπάτου της Αχαΐας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βαρωνίες του Πριγκιπάτου της Αχαΐας (σημειώνονται οι πρωτεύουσες προσεγγιστικά)

Το Πριγκιπάτο της Αχαΐας, το οποίο ιδρύθηκε από τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη κατά την Δ' Σταυροφορία (1205-1210) στον Μοριά (Πελοπόννησο), διαιρέθηκε σε[1][2]:

  • Δώδεκα (αρχικά) Βαρωνίες τις οποίες διοικούσαν οι στρατιωτικοί (σταυροφόροι) που συνόδευαν τον Σαμπλίτη (οι Βαρωνίες ήταν δεκαέξη κατά το Αραγωνικό χρονικόν)
  • Επτά επισκοπικές Βαρωνίες τις οποίες διοικούσαν οι τοπικοί Λατίνοι Επίσκοποι και δύο ακόμα έπειτα
  • Τρεις μοναστικές βαρωνίες τις οποίες διοικούσαν μοναστικά τάγματα

Σε κάθε Βαρωνία δόθηκαν φέουδα (φία) ή/και τιμάρια.

Το 1209 ο πρίγκιπας Γουλιέλμος Σαμπλίτης λόγω του ότι ήταν να φύγει για τη Γαλλία να παραλάβει την κληρονομιά του μετά τον θάνατο του αδελφού του, σύστησε επιτροπή για να κάνΕΙ τη διοικητική διαίρεση του πριγκιπάτου. Πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Ιωάννης ντε Σωντερόν, ο αρχιεπίσκοπος Πάτρας Αντέλμος, ένας ακόμα επίσκοπος, δύο φλαμπουράριοι και πέντε Έλληνες άρχοντες που γνώριζαν την περιοχή. Η επιτροπή επέβαλε γραπτή την έκθεση της στη κούρτη όπου έγινε δεκτή.

Οι Βαρωνίες ήταν οι εξής:

Οι δώδεκα που ιδρύθηκαν αρχικά από τον Σαμπλίτη το 1209 και οι οποίες αναφέρονται στο Χρονικό του Μωρέα:

Επιπλέον οι τρεις από τις τέσσερις βαρωνίες που αναφέρει μόνο η Αραγωνική έκδοση του Χρονικού του Μωρέα, οι υπόλοιπες εκδόσεις δεν τις αναφέρουν, αλλά ούτε και πιο σύγχρονες πηγές είναι οι:

Οι επτά επισκοπικές Βαρωνίες:

Οι δύο εκκλησιαστικές βαρωνίες που προστέθηκαν :

Οι τρεις μοναστικές βαρωνίες:

Το 1205 ιδρύθηκε η :

  • Αυθεντία ή βαρωνία των Σαλώνων που με την ίδρυση του Δουκάτου των Αθηνών αποσπάστηκε από το Πριγκιπάτο κι έγινε υποτελής του δουκάτου, πιθανότατα το 1258 ή λίγο αργότερα.

Το 1211 ή 12 δόθηκαν τα:

Το 1262 ιδρύθηκε η:


Ο Αμαδαίος Ζ΄ της Σαβοΐας έβαλε και σύνταξε για τον εαυτό του, διεκδικούσε το Πριγκιπάτο, την καταγραφή τιμαρίων κάστρων κτλ. Σύμφωνα με αυτό το 1391 υπήρχαν 2.300 πύργοι (καπνοί πύργων) και 1.300 καπνοί των βαρώνων, σε άλλη λίστα ήταν οι υποτελείς, Αρκαδιάς, Πάτρας, Μεθώνης, Κορώνης, Χαλανδρίτσας στη Πελοπόννησο[3]. Ο Παπαρρηγόπουλος αναφέρει ότι έγγραφο του 14ου αιώνα μηλά για 1.000 φέουδα - βαρωνίες, εκκλησιαστικά, μοναστικά και ατομικά[4].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το Χρονικόν του Μορέως, Το ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού, Πέτρου Π. Καλονάρου, διπλωματούχου του Γαλλικού Πανεπιστημίου Aix, καθηγητού παρά τη Στρατ. Σχολή των Ευελπίδων, Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε., Αθήναι 1940, σελ. 82 «Επί πλέον δέ εδημιουργήθησαν αι εκκλησιαστικαί βαρωνίαι του αρχιεπισκόπου Πατρών και των επισκόπων, ως καί αι τοιαύται των ιεροπολεμικών ταγμάτων των Σπιταλιωτών, των Ναϊτών και των Τευτόνων (στ. 1951-1961)»
  2. Η Μάνη και οι Μανιάτες: Θέματα για την ιστορία τους, τη λαογραφία και την τέχνη, Δήμος Ν. Μέξης, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου, 1977, σελ. 263, «Εκτός άπό τις δώδεκα κοσμικές βαρωνίες, ιδρύθηκαν και έπτά εκκλησιαστικές.» [1]
  3. Στέφανος Θωμόπουλος, Ιστορία της πόλεως Πατρών από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1821, Εκ της βασιλικής τυπογραφίας Νικολάου Γ. Ιγγλέση, Εν Αθήναις 1888
  4. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, 'Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Βιβλίο Δέκατο τρίτο, 'Νέος Ελληνισμός-Φραγκοκρατία, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα 1992

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]