Άκοβα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά τον μεσαιωνικό οικισμό της Αρκαδίας. Για το σύγχρονο οικισμό στην Αργολίδα, δείτε: Άκοβα Αργολίδας.

Η Άκοβα ή Άκοβαι ήταν Μεσαιωνική πόλη κοντά στο σημερινό χωριό Βυζίκι Αρκαδίας. Η ονομασία αυτή ίσως προέρχεται από την λατινική λέξη «άκουα» που σημαίνει νερό καθώς η περιοχή έχει πολλά νερά. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204 και τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Άκοβα, μαζί με άλλα 23 φέουδα, αποτέλεσε την βαρονία της Άκοβας, που ήταν μία από τις 12 βαρονίες στις οποίες διαιρέθηκε η Αχαΐα, όπως ονομάζονταν τότε ολόκληρη η Πελοπόννησος. Η βαρωνία δόθηκε στο βαρώνο Γκωτιέ ντε Ροζιέρ το 1209. Ο Γκωτιέ ντε Ροζιέρ έχτισε στην περιοχή ένα φρούριο για το οποίο γίνεται λόγος και στο Χρονικό του Μορέως (κάστρον καλόν εποίκεν κι ωνόμασε την Άκοβαν). Οι Φράγκοι ονόμασαν το φρούριο Ματεγκριφόν ή Ματαγκριφόν (Mategriffon ή Mathegriffon) που σήμαινε ή η απόκρουση ή η εξόντωση των Γραικών ο δε λαός το έλεγε «Κάστρο της Μονοβύζας», καθώς μετά το θάνατο του ντε Ροζιέρ τη βαρωνία ανέλαβε η ανεψιά του και κόρη του βαρώνου του Πασαβά (Γύθειο) Μαργαρίτα, για την οποία αναφέρεται ότι ήταν μονόστηθη για να πολεμάει πιο άγρια. Τελικά τα δύο τρίτα των εδαφών της Άκοβας προσαρτήθηκαν στο Πριγκηπάτο της Αχαΐας, με πρίγκηπα τον Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο, ο οποίος παραχώρησε την περιοχή αργότερα στη δευτερότοκη κόρη του Μαργαρίτα που έγινε η δεύτερη κυρά της Άκοβας το 1277 και η οποία κληροδότησε την Άκοβα στην κόρη της Ισαβέλλα.

Το φρούριο της Άκοβας καταλήφθηκε από τον Εβρενός - μπέη το 1391, περιήλθε όμως οριστικά στους Οθωμανούς το 1458. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας η Άκοβα αποτελούσε το τέταρτο τμήμα του βιλαετίου της Καρύταινας και ονομαζόταν και Πέρα Μεριά. Το 1611 ιδρύθηκε στην Άκοβα πατριαρχική εξαρχία που παρετυμολογικώς ονομάστηκε Ιάκωβα.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 'Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τ.4.