Δημητριάδα Μαγνησίας (αρχαία πόλη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δημητριάδα
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Δημητριάδα
39°20′34″N 22°55′56″E
ΧώραΕλλάδα
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Βόλου
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Νεκρική στήλη από τη Δημητριάδα στο Μουσείο του Λούβρου.

H Δημητριάδα ήταν αρχαία πόλη της Θεσσαλίας, κτισμένη στον μυχό του Παγασητικού κόλπου, 1,5 χιλιόμετρο νοτιοδυτικά του Βόλου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδρύθηκε το 294 π.Χ. από τον Δημήτριο Πολιορκητή, ο οποίος μετακίνησε εκεί τους κατοίκους των οικισμών Νηλείας, Παγασών, Ορμενίου, Ριζούντος, Σηπιάδος, Ολιζώνος, Βοίβης και Ιωλκού, οι οποίοι στη συνέχεια συμπεριλήφθηκαν στην επικράτεια της Δημητριάδος. [1] Σύντομα κατέστη σημαντικό μέρος και η αγαπημένη κατοικία των Μακεδόνων βασιλέων. Η τοποθεσία ήταν ευνοϊκή για την διοίκηση του εσωτερικού της Θεσσαλίας και των γειτονικών θαλασσών και τέτοια ήταν η σημασία της θέσης, που ονομαζόταν από τον Φίλιππο Ε' της Μακεδονίας μία από τις "τρεις πέδες" της Ελλάδας (οι άλλες δύο ήταν η Χαλκίδα και η Κόρινθος). [2][3][4]

Ρωμαϊκοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 196 π.Χ., οι Ρωμαίοι, νικητές στην Μάχη των Κυνός Κεφαλών επί του Φιλίππου Ε' το προηγούμενο έτος, κατέλαβαν την πόλη και εγκατέστησαν φρουρά. [5][6] Τέσσερα έτη αργότερα η Αιτωλική Συμπολιτεία την κατέλαβε αιφνιδιαστικά. Οι Αιτωλοί συμμάχησαν με τον Αντίοχο Γ' της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών στον πόλεμο Ρωμαίων-Σελευκιδών (192–188 π.Χ.), που κατέληξε σε ήττα του Αντιόχου.[7][8] Μετά την επιστροφή του Αντιόχου στην Ασία το 191 π.Χ., η Δημητριάς παραδόθηκε στον Φίλιππο, στον οποίο επετράπη από τους Ρωμαίους να διατηρήσει την κατοχή[9] του τόπου, η οποία συνεχίστηκε στα χέρια του Φιλίππου και του διαδόχου του Περσέα, μέχρι την ανατροπή της μακεδονικής μοναρχίας στην μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.)[10] που σήμανε και την οριστική υποταγή της Ελλάδας στους Ρωμαίους.[11]

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους χάνει τη λαμπρότητα που είχε στην περί­οδο των Μακεδόνων βασιλέων (294-168 π.Χ.) και παρουσιάζει έκδηλα φαινόμενα παρακμής, αλλά παραμένει πρωτεύουσα του Κοινού των Μαγνήτων. Δεν παύει όμως στη διάρκεια των χρόνων που ακολουθούν να διατηρεί την εμπορικής αξία ως εμπορικό κέντρο και σταθμός εξαγωγικός για τα προϊόντα της θεσσαλικής ενδοχώρας (παρ' όλον ότι τον πρωτεύοντα ρόλο στην περιοχή έχει η πόλη των Φθιώτιδων Θηβών κατά την περίο­δο των 4ου - 7ου μ.Χ. αιώνων), και τη στρατηγική της αξία ως λιμάνι επίκαιρης γαιοπολιτικής θέσεως.

Παλαιοχριστιανικοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ρωμαϊκή περίοδος κράτησε γιά την ευρύτερη περιοχή από το 167 π.Χ. μέχρι το έτος 330 μ.Χ., οπότε αρχίζει η πρώιμη (παλαιοχριστιανική) βυζαντινή περίοδος. Ειδικότερα για τη Δημητριά­δα της παλαιοχριστιανικής (πρώιμης βυζαντινής) περιόδου, έχουμε την πρώτη επίσημη από πηγές μαρτυρία το έτος 431, έτος κατά το οποίο ανα­φέρεται ως πρώτος γνωστός επίσκοπος Δημη­τριάδος, ο επίσκοπος Μάξιμος, που μνημονεύε­ται μεταξύ των επισκόπων οι οποίοι έλαβαν μέ­ρος στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου. Κατά τους χριστιανικούς χρόνους χτίστηκαν ορισμένα κτίρια, ειδικά δύο εκκλησίες, μία στο βόρειο λιμάνι, που ονομάζεται Βασιλική της Δαμοκρατίας, και μια άλλη στα νότια της πόλης, έξω από τα τείχη, γνωστή ως Βασιλική της Νεκρόπολης. Επί αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνου (306-337) ορίστηκε έδρα επισκόπου (που διατηρεί τον τίτλο μέχρι σήμερα).

Η πόλη της Δημητριάδας κατά την περίοδο αυτή, όπως και στη διάρκεια της μακεδονικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής, έχει δυο λι­μάνια (αμφιλίμενοs). Το βόρειο (στη σημερινή θέση «Πευκάκια») και το νότιο λιμάνι (στη θέση «Αλυκές»). Το νότιο λιμάνι βρισκόταν κατά τη βυζαντινή περίοδο έξω από τα τείχη της χριστιανικής Δnμnτριάδαs, στους πρόποδες του λόφου «Προφήτης Ηλίας», όπου υπήρχε και μικρός τό­τε συνοικισμός. Στο σημείο αυτό πρέπει να ση­μειωθεί, ότι στη διάρκεια των ρωμαϊκών Χρόνων (168 π.Χ. - μάχη της Πύδνας και μέχρι το 330 μ.Χ. - κτίση Κων/λεως), n Δnμnτριάδα, όπως και οι λοιπές τότε ρωμαϊκές πόλεις, δεν ήταν τειχισμένη. Και τούτο, γιατί σ' όλη τη διάρκεια των πιο πάνω πέντε αιώνων, περίπου, ρωμαϊκής κυριαρχίας, επικρατούσε ηρεμία χάρη στην ισχύ της τότε κοσμοκράτειραs Ρώμης (pax Romana). Τα τείχη της Δnμnτριάδας την περίοδο αυ­τή, δεν ήταν μόνο κατεστραμμένα, αλλά και ά­χρηστα για την πόλη. Γιατί η χριστιανική πόλη της Δnμnτριάδας ήταν μικρότερη σε έκταση και πληθυσμό κατά την παλαιοχριστιακή περίοδο από την πάλαι ποτέ ομώνυμη πόλη των Μακε­δόνων βασιλέων.

Βαρβαρικές επιδρομές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες βαρβαρικές επιδρομές στον ελλα­δικό τότε χώρο της βυζαντινής κυριαρχίας αρχί­ζουν από τις αρχές ακόμα του 4ου αιώνα. Πρώτοι επιδρομείς είναι το έτος 337 οι γερ­μανικοί λαοί των Γότθων. Ακολουθούν κατά σει­ρά, οι Βησιγότθοι (Αλάριχος) τα έτη 395-397, οι Ούννοι (Αττίλας) το έτος 447 και τέλος οι Οστρo­γότθοι (Θεοδώριχος) το έτος 479. Οι επιδρομές αυτές επέφεραν μεγάλες κατα­στροφές στο θεσσαλικό και σε επέκταση τον μα­γνησιακό χώρο. Μαρτυρία γι' αυτό έχουμε από τον ιστορικό Προκόπιο, ο οποίος στο έργο του «Περί Κτισμάτων» αναφέρει χαρακτηριστικά ότι κάτοικοι του θεσσαλικού χώρου δεινοπαθού­σαν και υπέφεραν από τις επιδρομές αυτές λόγω ελλείψεως οχυρωμάτων «επεί ουδαμή των χωρί­ων οχύρωμα ην όπη αν καταφυγόντες σωθήσο­νται...[12]» (Προκόπιος «Περί Κτισμάτων», Δ, 3, 113). Για την αιτία αυτή ο Ιουστινιανός (527-565) αναγκάζεται να τειχίσει τις πόλεις της αυτοκρατορίας, μεταξύ των οποίων και την Δημητριάδα. Μαζί με τη βυζαντινή πόλη της Δnμnτριάδας, τειχίζεται την ίδια περίοδο και n γειτονική οχυρή συνοικία (προάστιο τότε της Δnμnτριάδας), που βρισκόταν στο λόφο της σημερινής συνοικίας των Αγίων Θεοδώρων του Βόλου. Η πόλη αναφέρεται από τον Ιεροκλή τον 6° αι. [13]

Στην περιοχή της ευρύτερης Μαγνησίας βρί­σκουμε στη διάρκεια του 7ου αιώνα εγκαταστημέ­νους Σλάβους της φυλής των Βελεγεζητών. Την πληροφορία αυτή την έχουμε από βάσιμη Ιστορική πηγή της περιόδου εκείνης, «Το Χρονι­κό των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου»[14]. Πρό­κειται για ένα χρονικό άγνωστου χρονικο­γράφου, που διηγείται την πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τις φυλές των Σλάβων και τη σωτη­ρία της πόλεως από τον άγιο Δημήτριο. Οι Bελεγεζήτες κατά μια εκδοχή, κα­τέλαβαν και κατέστρεψαν τη γειτονική προς τη Δημητριάδα και ακμάζουσα τότε πόλη των Φθιώτιδων Θηβών, στην περιφέρεια της οποί­ας την ίδια περίοδο βρίσκονται εγκαταστημένοι. Η καταστροφή της πόλεως των Φθιώτιδων Θηβών­ από τους Σλάβους, πιθανολογείται σφόδρα, γιατί από τον 6ο αιώνα και μετά παύει να αναφέρεται η πόλη από τις πηγές. Δεν κατόρθωσαν όμως να καταλάβουν την Δημητριά­δα εξαιτίας του ισχυρού τειχισμού της και γρήγορα, οι χωρίς πολιτειακή οργάνωση και φυλε­τικά αλλογενείς αυτοί νομάδες, εντάχθηκαν στο διοικητικό βυζαντινό κορμό και παρέμειναν φόρου­ υποτελείς στους Βυζαντινούς, που ασκούσαν πάνω τους κυριαρχική διοίκηση.

Στη διάρκεια του 9ου αιώνα και συγκεκριμένα έτος 896 (ή πιθανότερα το 901), μετά από πολιορκία και σφοδρή τειχομαχία, n Δημητριάδα καταλαμβάνεται και λεηλατείται από τους Αγαρηνούς πειρατές του Δαμιανού της Ταρσού[15][16]. Την ίδια περίοδο η Δnμnτριάδα, παρά τις δοκιμασίες της, εξακολουθεί να είναι μια από τις εξέχουσες πόλεις της Θεσσαλίας και πρώτη μετά τη Λάρισα επισκοπή της Θεσσαλίας. Χαρακτηριστικά, ο βυζαντινός χρονικογράφος Κεκαυμένος του 11ου αιώνα την αναφέρει ως «...πόλιν ισχυράν βρίθουσαν παντός αγαθού» και ο Ι. Καμενιάτnς (αναφερό­μενος στην άλωση της Θεσσαλονίκης το 904 από­ τον Λέοντα Τρίπολίτη) περιγράφει την ίδια περίοδο τη Δημητριάδα ως «...πόλιν πολλώ πλή­θη των οικητόρων και τοις άλλοις οις μέγιστα καυχώνται πόλεις υπέραιρομένη...».

Ο 10ος αιώνας σηματοδοτείται από τις επιδρομές των Βουλγάρων στον ελλαδικό βυζαντινό χώρο, την κατάληψη της Λάρισας από τον Σαμουήλ (985) και την καταστροφή του βουλγαρικού στρατού στις όχθες του Σπερχειού το έτος 996 α­πό τον Νικηφόρο Ουρανό.

Στη διάρκεια του 11ου αιώνα n Δημητριάδα κα­ταλαμβάνεται από τους Βουλγάρους το έτος 1040, κατά την εξέγερση του Πέτρου Δελεάνου (φρούραρχος ο Πέτρος Διαβολίτnς) και το έτος 1070 καταλαμβάνεται για δεύτερη φορά α­πό τους Αγαρηνούς πειρατές. [17][18] Στη διάρκεια της τέταρτης δεκαετίας του 11ου αιώνα, λίγο πριν την ει­σβολή των Βουλγάρων, τα τείχη της Δnμnτριάδας είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές από τον προηγηθέ­ντα σεισμό του έτους 1037, που κατατάραξε τον ελλαδικό τότε χώρο, γκρεμίζοντας, τείχη, φρούρια, οικοδομές και εκκλησίες.

Υστεροβυζαντινοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την Δ' Σταυροφορία, η πόλη παραχωρήθηκε στην εξόριστη Βυζαντινή αυτοκράτειρα Ευφροσύνη Δούκαινα Καματηρά και μετά το θάνατό της το 1210 στη Μαργαρίτα της Ουγγαρίας, χήρα του βασιλιά της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιου του Μομφερρατικού. [17] Η λατινοκρατία στον χώρο της Μαγνησίας και της ευρύτερης Θεσσαλίας, κράτησε μόλις 18 χρόνια, με μόνη εξαίρεση τη γειτονική προς τη Δημητριάδα τότε πόλη των Δυο Αλμυρών, που είχε εναλλασσόμενη την ελληνική (κράτος Ηπείρου) και λατινική κυριαρχία για χρονικό διάστημα 45 περίπου χρόνων (1204-1246). Το λατινικό βασίλειο της Θεσσαλονίκης κατα­λύθηκε το έτος 1222 από τον Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα, αρχηγό του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους της Ηπείρου. Η κατάληψη της Θεσσαλο­νίκης από τους Έλληνες, υπήρξε καθοριστική για τον παραπέρα ιστορικό βίο της Mαγνησιακής Δημητριάδας και της ευρύτερης περιοχής της (Πήλιο), η δε πόλη τέθηκε υπό την κυριαρχία του Μανουήλ Κομνηνού Δούκα περί το 1240, στην ουσία όμως διαφεντεύει ο βυζαντινός αρχοντικός οίκος των Βρυένιων Με­λισσηvών [17] (1207-1340) και στους μετέπειτα χρό­νους ο ελλnνοκαταλανικόs οίκος των Μελισσηνών-Νοβέλ (1340-1423), για μια περίοδο διακο­σίων και πλέον στο σύνολό τους ετών (1207­-1423). Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1270, επί αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, οι Βυζαντινοί σημείωσαν μια σημαντική νίκη κατά την ναυμαχία που έγινε στο λιμάνι της πόλης, ενάντια στους Ενετούς της Κρήτης και τους Λομβαρδούς βαρόνους της Εύβοιας. Το έτος 1283, ο βυζαντινός ναύαρχος Μιχα­ήλ Ταρχανειώτης πολιορκεί επίσns την πόλη από ξηρά και θάλασσα. Την πόλη υπερασπίζονται οι δυνάμεις του Ιωάννη Α', κυβερνήτη της Θεσσαλίας και ηγεμόνα του Δουκάτου των Νέων Πατρών.

Η Καταλανική Εταιρεία κατέλαβε την πόλη το 1310 και την κράτησε μέσω των τοπαρχών Μελισσηνών-Νοβέλ μέχρι το 1381 τουλάχιστον, αλλά από το 1333 και μετά, είχε ήδη αρχίσει να εγκαταλείπεται για τον γειτονικό Βόλο. Τελικά κατελήφθη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1393. [17]

Αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα σώζονται κτίρια των ελληνιστικών, ρωμαϊκών και παλαιοχριστιανικών χρόνων, όπως τα δημόσια κτίσματα, το Ανάκτορο, ιδιωτικές κατοικίες, τα ιερά, όπως ο ναός της Ιωλκίας Αρτέμιδος και η βασιλική της Δαμοκρατίας, και οι νεκροπόλεις.[19] Η πόλη περιβαλλόταν από τείχος μήκους 11 χιλιομέτρων, το οποίο διέθετε πύργους. Στο ψηλότερο σημείο βρισκόταν η οχυρωμένη Ακρόπολη. Επίσης, σώζεται το Ηρώο, το θέατρο και τμήμα του υδραγωγείου. Στη θέση Πευκάκια έχει εντοπιστεί προϊστορικός οικισμός.[20]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στράβων. «Γεωγραφικά». Γεωγραφικά. ix. p.436.  Οι αριθμοί των σελίδων αναφέρονται σε εκείνους της έκδοσης του Ισαάκ Καζομπόν.
  2. «Strabo, Geography, Book 9, chapter 4». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2020. 
  3. «Titus Livius (Livy), The History of Rome, Book 32, chapter 37». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2020. 
  4. Polybius; Shuckburgh, Evelyn S. (2009). The Histories of Polybius. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-1-139-33375-7. 
  5. «Titus Livius (Livy), The History of Rome, Book 33, chapter 31». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2020. 
  6. Polybius; Shuckburgh, Evelyn S. (2009). The Histories of Polybius. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-1-139-33375-7. 
  7. «Titus Livius (Livy), The History of Rome, Book 35, chapter 34». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2020. 
  8. «Titus Livius (Livy), The History of Rome, Book 35, chapter 43». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2020. 
  9. «Titus Livius (Livy), The History of Rome, Book 36, chapter 33». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2020. 
  10. «Titus Livius (Livy), The History of Rome, Book 44, chapter 13». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2020. 
  11. «Titus Livius (Livy), Ab urbe condita, Index, D., Demetrias». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2020. 
  12. Procopius (1838). Procopius. E. Weber. 
  13. Schibli, Hermann S. (13 Ιουνίου 2002). Hierocles of Alexandria. Oxford University Press. σελίδες 3–41. ISBN 978-0-19-924921-3. 
  14. Chrysanthopoulos, Ep (1954). Τα βιβλία θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, το Χρονικό της Μονεμβασιάς και αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα. : ιστορική μονογραφία. 
  15. «Σαρακηνοί – ανερχόμενος ισλαμισμός και καταστροφή της Δημητριαδας». larissanet.gr. 14 Ιανουαρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 24 Ιουνίου 2020. 
  16. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae. 1839. 
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 Gregory, Timothy E. (1991). «Demetrias». Στο: Kazhdan, Alexander, επιμ. The Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford and New York: Oxford University Press, σσ. 603–604. ISBN 978-0-19-504652-6. 
  18. Kazhdan, A. P. (Aleksandr Petrovich), 1922-1997,; Talbot, Alice-Mary Maffry, (1991). The Oxford dictionary of Byzantium. New York: Oxford University Press. ISBN 0-19-504652-8. 22733550. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  19. «Dictionary of Greek and Roman Geography (1854), DAAE, DEME´TRIAS». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2020. 
  20. Π. Τριανταφυλλοπούλου. «Δημητριάδα - Περιγραφή». Υπουργείο Πολιτισμού. Ανακτήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 2017.