Φερδινάνδος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο αυτοκράτορας Φερδινάνδος Γ΄ φορώντας τα διάσημα του τάγματος του Χρυσόμαλλου Δέρατος (πίνακας ζωγραφικής του Frans Luycx, περίπου το 1637/1638)

Ο Φερδινάνδος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Γκρατς, 13 Ιουλίου 1608Βιέννη, 2 Απριλίου 1657) ήταν Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τις 15 Φεβρουαρίου 1637 μέχρι το θάνατό του, καθώς και Βασιλιάς της Ουγγαρίας και της Κροατίας, βασιλιάς της Βοημίας και Αρχιδούκας της Αυστρίας.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φερδινάνδος γεννήθηκε στην πόλη Γκρατς και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Αυτοκράτορα Φερδινάνδου Β΄ των Αψβούργων από την πρώτη σύζυγό του, Μαρία Άννα της Βαυαρίας. Εκπαιδευμένος από τους Ιησουίτες, έγινε βασιλιάς της Ουγγαρίας το 1625,[1] βασιλιάς της Βοημίας το 1627 και Αρχιδούκας της Αυστρίας το 1621.

Το 1627, ο Φερδινάνδος ενίσχυσε την εξουσία του ορίζοντας ένα σημαντικό νομικό και στρατιωτικό καθεστώς, με την έκδοση ενός αναθεωρημένου διατάγματος, που στέρησε τα εδάφη της Βοημίας του δικαιώματός τους να αυξήσουν τους στρατιώτες τους, καθώς το διάταγμα επιφυλάσσει την εξουσία αυτή αποκλειστικά για τον μονάρχη.[2]

Το 1634, μετά το θάνατο του Βάλλενσταϊν (ο οποίος στο παρελθόν είχε αρνηθεί την συνολική στρατιωτική διοίκηση της Καθολικής πλευράς), έγινε τιμητικά επικεφαλής του Αυτοκρατορικού στρατού της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τον Τριακονταετή Πόλεμο, και αργότερα το ίδιο έτος συντάχθηκε με τον ξάδελφό του, τον Καρδινάλιο-Πρίγκηπα Φερδινάνδο, που είναι ονομαστικά ο υπεύθυνος της κατάληψης των πόλεων Donauwörth και Ρέγκενσμπουργκ, καθώς και της ήττας των Σουηδών στη Μάχη του Νόρντλινγκεν το 1634. Ο ίδιος ως ηγέτης της αποστολής ειρήνης στο παλάτι, βοήθησε στις διαπραγματεύσεις για την Ειρήνη της Πράγας με τα προτεσταντικά κράτη, και ιδίως την Σαξονία το 1635.

Έχοντας εκλεγεί Βασιλιάς των Ρωμαίων το 1636, διαδέχθηκε τον πατέρα του ως Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1637. Εξέφρασε την ελπίδα να είναι σε θέση να κάνει ειρήνη σύντομα με τη Γαλλία και τη Σουηδία, αλλά ο πόλεμος συνεχίστηκε για άλλα 11 χρόνια, επιτέλους φτάνει στο τέλος του το 1648 με την Ειρήνη της Βεστφαλίας (τη Συνθήκη του Μίνστερ με τη Γαλλία, και τη Συνθήκη του Όσναμπουργκ με τη Σουηδία), και τις δύο συνθήκες τις διαπραγματεύθηκε με τον απεσταλμένο του Maximilian von und zu Trauttmansdorff, έναν διπλωμάτη που είχε ορίσει το 1623 ο πατέρας του Φερδινάνδος Β΄.

Κατά την τελευταία περίοδο του πολέμου, το 1644 ο Φερδινάνδος Γ΄ έδωσε σε όλους τους κυβερνήτες των γερμανικών κρατών το δικαίωμα να ασκούν τη δική τους εξωτερική πολιτική (ius belli ac Pacis). Με αυτό τον τρόπο ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να κερδίσει περισσότερους συμμάχους στις διαπραγματεύσεις με τη Γαλλία και τη Σουηδία. Αυτό ακριβώς το διάταγμα ήταν που συνέβαλε στη σταδιακή διάβρωση της αυτοκρατορικής εξουσίας στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Μετά το 1648 ο αυτοκράτορας ήταν επιφορτισμένος με την εκτέλεση των όρων της Συνθήκης και με το να απελευθερώσει τη Γερμανία από τα ξένα στρατεύματα. Το 1656 έστειλε στρατό στην Ιταλία για να βοηθήσει την Ισπανία στον αγώνα της με τη Γαλλία, και είχε μόλις συνάψει μια συμμαχία με την Πολωνία για να ελέγξει τις επιθέσεις του Καρόλου Ι΄ της Σουηδίας, όταν πέθανε στις 2 Απριλίου 1657.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hengerer, Mark (2012) (στα Γερμανικά). Kaiser Ferdinand III. (1608-1657): Eine Biographie. Βιέννη - Κολονία - Βαϊμάρη: Böhlau Verlag. σελ. 62. ISBN 978-3-205-77765-6. 
  2. Rothenburg, G. (1976). The Army of Francis Joseph. West Lafayette: Purdue University Press. σελ. 3.