Όθων Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χειρόγραφο έγγραφο (1200) που εμφανίζει τον αυτοκράτορα Όθωνα Α΄ να δέχεται την παραίτηση του Βερεγγάριου του Ιρβέα
Aυτοκρατορικό νόμισμα του Όθωνα Α΄(968)
Έφιππος ανδριάντας πιθανώς του αυτοκράτορα Όθωνα Α΄ στο Βρανδεμβούργο (1240)

Ο Όθων Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (23 Νοεμβρίου 912 - 7 Μαΐου 973) ήταν γιος του Ερρίκου του κυνηγού και της Ματθίλδης του Ρίνγκελχεμ, δούκας της Σαξωνίας, βασιλιάς της Γερμανίας, βασιλιάς της Ιταλίας και Ρωμαίος αυτοκράτορας (962-973). Διαδέχθηκε (936) τον πατέρα του στην Σαξωνία. Ο αυτοκρατορικός τίτλος είχε μείνει κενός για 40 περίπου χρόνια μετά την δολοφονία του Βερεγγάριου του Φρίουλι (924), εγγονού του Καρλομάγνου. Η τελετή στέψης του έγινε στην θρυλική πρωτεύουσα του Καρλομάγνου Άαχεν από τον Χιλδελβέρτο αρχιεπίσκοπο του Μάιν με την παρουσία των δουκών της Φρανκονίας, Σουηβίας, Βαυαρίας και Λωρραίνης. Θεωρούσε τον εαυτό του διάδοχο του Καρλομάγνου του οποίου οι τελευταίοι διάδοχοι στην δυτική Φραγκία είχαν πεθάνει από το 911 ενώ η Νευστρία βρισκόταν κάτω από την εξουσία των Καρολιδών, παράλληλα είχε ισχυρότατη υποστήριξη από την εκκλησία. Ο Όθωνας έστρεψε το ενδιαφέρον του στην εκκλησία που είχε πολύ μεγάλη δύναμη με σκοπό να ιδρύσει ένα θεοκρατικό καθεστώς με το οποίο θα μπορέσει να υποτάξει όλους τους ευγενείς. Το 938 μια πλούσια φλέβα χρυσού που ανακαλύφθηκε στην Σαξωνία έφερε τεράστια οικονομικά κέρδη στην αυτοκρατορία για περισσότερο από δύο αιώνες.

Αντιμέτωπος με τον αδελφό του Ερρίκο και πολλές άλλες εξεγέρσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 938 ο Όθωνας αντιμετώπισε μια σειρά από εξεγέρσεις όπως του Έμπερχαρτ νέου δούκα της Βαυαρίας και του Θάνκμαρ που απαιτούσε να πάρει το δουκάτο του του Μέρσεμπουργκ τις κατέστειλε όλες επιτυχώς. Οι εξεγέρσεις συνεχίστηκαν από τον Γιλβέρτο τον δούκα της Λωρραίνης που ορκίστηκε πίστη στον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Δ΄, Ο Όθωνας συμμάχησε με όλους τους εχθρούς του Λουδοβίκου όπως ο Ούγος ο Μέγας, ο Ερβέρ Β΄ του Βερμαντουά, ο Γουλιέλμος Α΄ της Νορμανδίας και ο Αρνούλφος Α΄ της Φλάνδρας. Ο Ερρίκος μικρότερος αδελφός του Όθωνα συμμάχησε με τον Γιλβέρτο. Ο Όθωνας τους πολιόρκησε στο κάστρο του Σεβρεμόν στην συνέχεια κατάφερε να καταδιώξει τον Λουδοβίκο Δ΄ ως την πρωτεύουσά του στο Λαόν, ενώ πολιόρκησε και τον δούκα της Φραγκονίας στο κάστρο του στον Ρήνο. Ο Φρειδερίκος αρχιεπίσκοπος του Μάιντς συμμάχησε με τον Ερρίκο και τον Γιλβέρτο αλλά ο Όθωνας κατάφερε να καταστείλει την εξέγερση, ο Γιλβέρτος πνίγηκε στον Ρήνο ενώ ο Ερρίκος κατέφυγε στην Γαλλία όπου υποστήριξε τον Ούγο Καπέτο στην διαδοχή του Γαλλικού στέμματος. Το 941 ο Όθωνας συμφιλιώθηκε με τον Ερρίκο λόγω των προσπαθειών της μητέρας του και ο Όθων έφυγε από τη Γαλλία αναγνωρίζοντας την κυριαρχία του Λουδοβίκου στην Λωρραίνη. Αργότερα αντιμετώπισε εξέγερση σλαβικών φυλών τότε ο Ερρίκος συνωμότησε για άλλη μια φορά με τον Φρειδερίκο του Μάιντς για την δολοφονία του αδελφού του, η συνωμοσία αποκαλύφθηκε αλλά ο Όθωνας τελικά του έδωσε για άλλη μια φορά συγχώρεση. Για να εξασφαλίσει τον εαυτό του από περισσότερες εξεγέρσεις ο Όθωνας στην συνέχεια τοποθέτησε επικεφαλής σε όλα τα δουκάτα συγγενικά του πρόσωπα. Ως το 950 αντιμετώπισε ασταμάτητες Ουγγρικές επιδρομές τότε κατάφερε να τους νικήσει οριστικά. Επιτέθηκε άλλες δύο φορές στην Γαλλία (942, 946) εναντίον του Λουδοβίκου χωρίς να έχει σημαντικές επιτυχίες, μετά από μια αποτυχημένη επίθεση στην Νορμανδία επέστρεψε στην Γερμανία.

Σε σύγκρουση με τον γιό του Λιούντολφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή εκείνη η Ιταλία έπεσε σε μεγάλο πολιτικό χάος, μετά τον θάνατο από δηλητηρίαση του Λοθαρίου του Αρλ (950) ο Ιταλικός θρόνος κατελήφθη από μία γυναίκα, την Αδελαΐδα της Ιταλίας, κόρη, νύφη και χήρα των τριών τελευταίων βασιλέων. Ένας ευγενής ο Βερεγγάριος της Ιρβέα σφετερίστηκε εκείνη την εποχή τον Ιταλικό θρόνο πιέζοντας την Αδελαΐδα να παντρευτεί τον γιό του Αδαλβέρτο, η Αδελαΐδα δραπέτευσε στην Κανόσα αναζητώντας Γερμανική βοήθεια. Ο Λιούντολφ και ο Ερρίκος γιος και αδελφός αντίστοιχα του αυτοκράτορα Όθωνα επιτέθηκαν στην Νότια Ιταλία αλλά το 951 ο ίδιος προσωπικά ο Όθωνας έκανε εκστρατεία στην Ιταλία. Δέχθηκε την υποταγή όλης της τοπικής αριστοκρατίας αναγκάζοντας τον Βερεγγάριο και τον γιό του να του δηλώσουν υποτέλεια αναγνωρίζοντας του τον τίτλο του "βασιλιά των Λομβαρδών" (952) τους επέτρεψε να κυβερνήσουν την Ιταλία ως υποτελείς του. Χήρος ο αυτοκράτορας από το 946 παντρεύτηκε ο ίδιος την Αδελαΐδα, αλλά όταν έκανε γιό ο Λιούντολφ φοβήθηκε την θέση του και εξεγέρθηκε κατά του πατέρα του (953) με την βοήθεια του Κονράδου δούκα της Λωρραίνης. Αρχικά κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν τον Όθωνα αλλά αργότερα έκαναν το λάθος να συμμαχήσουν με τους Μαγυάρους πράξη που συσπείρωσε εναντίον τους ολόκληρη την Γερμανική αριστοκρατία (954), αποτέλεσμα να ηττηθούν και να καθαιρεθούν από τους τίτλους τους. Ο Όθωνας προσπάθησε με κάθε τρόπο να ενισχύσει τις εκκλησιαστικές εξουσίες απέναντι στην εξουσία των ευγενών, μετά την αφαίρεση του δουκάτου της Λωρραίνης από τον Κονράδο τον ερυθρό διόρισε νέο δούκα τον νεώτερο αδελφό του Μπρούνο ο οποίος διορίστηκε και αρχιεπίσκοπος Κολωνίας.

Αυτοκράτορας της Ρώμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιταλία βρισκόταν πάλι σε πολιτικές αναταραχές όταν ο Βερεγγάριος ενοχλούσε τα βόρεια παπικά εδάφη ο πάπας Ιωάννης ΙΒ΄ κάλεσε τον Όθωνα για βοήθεια. Ο Όθωνας επέστρεψε στην Ιταλία στις 2 Φεβρουαρίου 962 όπου ο πάπας τον έστεψε Ρωμαίο αυτοκράτορα παράλληλα τον έχρισε φύλακα της περιουσίας των εκκλησιαστικών εδαφών. Όταν ο Όθων ανακατέλαβε τα παπικά εδάφη από τον Βερεγγάριο και εγκατέλειψε την Ρώμη ο πάπας φοβήθηκε την ισχύ του αυτοκράτορα και συνωμότησε εναντίον του με το Βυζάντιο και τους Ούγγρους. Ο Όθων επέστρεψε στην Ρώμη τον Νοέμβριο του 963 συγκάλεσε Σύνοδο με την οποία κήρυξε έκπτωτο τον πάπα Ιωάννη ΙΒ΄ τοποθετώντας στην θέση του τον Λέοντα Θ΄, όταν ο αυτοκράτορας εγκατέλειψε την Ρώμη ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους οπαδούς του και σε αυτούς του Ιωάννη. Ο Ιωάννης επέστρεψε στην Ρώμη μέσω αιματοχυσίας άρχισε να αφορίζει όσους τον εκθρόνισαν αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα να επανέλθει για τρίτη φορά. Τον Ιούλιο του 964 εκθρόνισε τον πάπα Βενέδικτο Ε΄, που τον είχε τοποθετήσει ο Ιωάννης, ο οποίος είχε πεθάνει δύο μήνες νωρίτερα, πήρε υπόσχεση από τους κατοίκους της Ρώμης να μην εκλέξουν ποτέ νέο πάπα χωρίς την αυτοκρατορική έγκριση. Εξακολούθησε να κάνει εκστρατείες στην Ιταλία (966 - 972) το 972 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Α΄ Τσιμισκής του αναγνώρισε τον αυτοκρατορικό τίτλο ενώ συμφώνησε να δώσει την ανιψιά του Θεοφανώ σύζυγο στον υιό και διάδοχο του Όθωνα Β΄.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Otto I, Holy Roman Emperor της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).