Αρτεμισία το αψίνθιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρτεμισία το Αψίνθιο
Αρτεμισία το Αψίνθιο
Αρτεμισία το Αψίνθιο
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Μαγνολιόφυτα)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα
(Μαγνολιόψιδα)

Τάξη: Αστερώδη
(Asterales)

Οικογένεια: Αστεροειδή
(Asteraceae)

Γένος: Αρτεμισία (Artemisia)
Είδος: A. absinthium
Διώνυμο
Artemisia absinthium
(Αρτεμισία το Αψίνθιο)

L.
Η αψινθιά ανήκει στην μεγάλη οικογένεια των συνθέτων[1] όπως οι μαργαρίτες, τα χρυσάνθεμα, το χαμο-μήλι, η αγκινάρα, το μαρούλι, ο ηλίανθος, οι ντάλιες κ.α.

Η αψινθιά λατ. (Artemisia absinthium[2]), γνωστή ως αψιθιά, αγριαψιθιά, απιστιά, πέλινοα[›] και αβροβότανο ανήκει στο γένος Αρτεμισία ως είδος αψίνθη. Πρόκειται για ξηρόφυτο ποώδες πολυετές φυτό που το ύψος του κυμαίνεται ανάλογα με το υποείδος από 20 εκ. έως 1,20μ. Ευδοκιμεί στις εύκρατες και θερμές χώρες ως αυτοφυές σε άγονους και βραχώδεις τόπους. Ανήκει στα ανεμογαμικά (anemophily) είδη που η επικονίαση γίνεται μέσω του ανέμου.

Ο περίφημος πίνακας Αψέντι του Εντγκάρ Ντεγκά, Μουσείο Ορσέ, Παρίσι

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καὶ ὁ τρίτος ἄγγελος ἐσάλπισε, καὶ ἔπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀστὴρ μέγας καιόμενος ὡς λαμπάς, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τὸ τρίτον τῶν ποταμῶν καὶ ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων. καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀστέρος λέγεται ὁ Ἄψινθος. καὶ ἐγένετο τὸ τρίτον τῶν ὑδάτων εἰς ἄψινθον, καὶ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ἀπέθανον ἐκ τῶν ὑδάτων, ὅτι ἐπικράνθησαν.
Αποκάλυψις Ιωάννου 8. 10-11

Το φυτό καλλιεργείται από τα βιβλικά χρόνια, για την αντιμετώπιση των επιδημιών και σαν έντομο-απωθητικό. Η πικράδα της αντιπροσωπεύει μεταφορικά την αμαρτία στην βίβλο. Την χρησιμοποιούσαν από τα χρόνια του Ιπποκράτη και αναφέρεται και από τον Λουκρήτιο.[3] Θεωρούσαν ότι δυναμώνει την μνήμη και την λογική, βοηθά στους πόνους στους μύες, τις αρθρώσεις και τους συνδετικούς ιστούς, δυναμώνει την όραση, βαθαίνει τον ύπνο. Λόγω της τελευταίας ιδιότητας στα χωριά γέμιζαν τα μαξιλάρια με Αψιθιά. Σε περιόδους επιδημιών χολέρας και πανώλης κρέμαγαν το φυτό στις κατοικίες και κάπνιζαν τους χώρους καίγοντας βλαστούς Αψιθιάς. Ο Διοσκουρίδης γράφει για την Αψιθιά «…όταν ανακατεύεις το μελάνι με έγχυμα αψιθιάς τα ποντίκια δεν αγγίζουν τους πάπυρους».[4]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτηρίζεται από όρθιο βλαστό με έμμισχα εναλλασσόμενα, αντίθετα, ελαφρώς αρωματικά, φύλλα, ασημένιου-πράσινου χρώματος, τα οποία καλύπτονται από λευκές τρίχες για να μειώνεται η διαπνοή.[5] Τα άνθη της είναι μικρά, κιτρινοπράσινου χρώματος και σχηματίζουν μικρά δισκοειδή κεφάλια (ανθίδια), τα οποία με τη σειρά τους οργανώνονται σε ταξιανθία φόβη (βοτρυώδης ταξιανθία). Από τη σύνθετη αυτή διάταξη των ανθέων πήρε η οικογένεια το όνομά της σύνθετα. Ανθίζουν από τον Ιούνιο έως το Σεπτέμβριο.

Οι χυμοί τους έχουν πικρή γεύση και από αυτό το φυτό εξάγεται ένα αιθέριο έλαιο πράσινου χρώματος, η αψίνθη, το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν στη φαρμακολογία βοτάνων για τις αντιελμινθικές, αιμοστακτικές, αντιφλεγμονώδεις, αντιπυρετικές, αντισηπτικές και διουρητικές ιδιότητές του, καθώς και για την παρασκευή του αλκοολικού ποτού αψέντι αλλά και του βερμούτ.

Το αποσταγμένο έλαιο της Αψιθιάς ήταν βασικό συστατικό ενός ποτού που το ονόμαζαν Αψέντι (Absinthe). Η κατανάλωση αυτού του ποτού τον 19ο αιώνα θεωρήθηκε ένα σοβαρότατο κοινωνικό πρόβλημα αντίστοιχο με το σημερινό των ναρκωτικών. Η χρήση του αιθέριου ελαίου της Αψιθιάς σαν αρωματικού καταργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ανακαλύφθηκε ότι το συστατικό Θουγιόνη (Thujone) που περιέχει σε υπερβολικές δόσεις προκαλεί βλάβη στο νευρικό σύστημα και παραισθήσεις. Η παρατεταμένη χρήση και σε υπερβολικές δόσεις της αψιθιάς μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στο νευρικό σύστημα.

Η σημερινή νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1988 υπαγορεύει (συνιστά) πως «το αψέντι μπορεί να πωλείται νόμιμα υπό την προϋπόθεση να μην περιέχει περισσότερο από 10mg Θυϊόνης (thrujione)». Σήμερα χρησιμοποιείται σαν συστατικό διάφορων λικέρ στην Ιταλία και Ισπανία καθώς και στο Γερμανικό βερμούτ.[6]

Συγγενικά είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Absinthii genera plura sunt: Santonicum appellatur e Galliae civitate, Ponticum e Ponto, ubi pecora pinguescunt illo et ob id sine felle reperiuntur, neque aliud praestantius, multoque Italicum amarius, sed medulla Pontici dulcis. de usu eius convenit, herbae facillimae atque inter paucas utilissimae, praeterea sacris populi Romani celebratae peculiariter, siquidem Latinarum feriis quadrigae certant in Capitolio victorque absinthium bibit, credo, sanitatem praemio dari honorifice arbitratis maioribus. Est et absinthium marinum, quod quidam seriphum vocant, probatissimum in Taposiri Aegypti. huius ramum Isiaci praeferre sollemne habent. angustius priore minusque amarum, stomacho inimicum, alvum mollit pellitque animalia interaneorum. bibitur cum oleo et sale aut in farinae trimestris sorbitione dilutum. coquitur quantum manus capiat in aquae sextario ad dimidias»
Πλίνιος ο πρεσβύτερος, Naturalis Historia (Φυσική Ιστορία) 27.

Εκτός από την αχίλλεια (achillea millefolium) δηλ. χιλιόφυλλη που χρησιμοποιούνταν εξωτερικά ως κατάπλασμα ή αλοιφή στο πεδίο της μάχης ως αντιαιμορραγικό, επουλωτικό και πιθανώς ως αναισθητικό για τους πληγωμένους στρατιώτες είτε εσωτερικά με τη μορφή αφεψήματος, η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει άλλα πέντε είδη ως καλλωπιστικά φυτά:

  • Achillea ptarmica (Α. η πταρμική)
  • Achillea aegyptiaca (Α. η αιγυπτιακή)
  • Achillea millefolium (Αγριαψιθιά, Α. η χιλιόφυλλος)
  • Achillea tomentosa (Α. η γναφαλώδης)
  • Artemisia vulgaris (Α. η κοινή)
  • Artemisia brachyphylla (μικρόφυλλη)[7]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α:  Παράδειγμα λέξης: Πέλινο (άψινθος)
Αρχαία Ελληνική: πελιδνόν (ωχρόν)
Αιολική: πέλιννον
Δωρική: Πελλάνα
Μακεδονική: πέλινον, Πέλλα
Αρωμουνική (Βλαχική): πιλόνιου
Σλαβική Αρχαία (Σλαβωνική): peline
Βουλγαρική: pelin
Βορειοελλαδικό ιδίωμα: πίλινου
Ελληνοσλαβικό μικτό ιδίωμα: πιλίμ
Τσακωνική: πελί[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κατηγορία φυτών των συνθέτων από την Livepedia
  2. Ευστράτιος Τσακαλώτος «absinthium, ii- μεταφορικά προς δήλωσιν τινός πικρού μεν, αλλά σωτηρίου πράγματος», Λεξικό Λατινο-Ελληνικόν σ. 4, 1921
  3. Λουκρήτιος, Περί της φύσεως των πραγμάτων (De Rerum Natura) Ι. 93.8
  4. Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής
  5. Φυτολογία, Τόμ.10 σ. 224, Εκδ. Αθηνών 1983
  6. IL MILLEPIANTE, Edizione italiana- sambato nel mese di Giugno 19994, σ. 173
  7. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, Τόμ. 3, σ. 700 και Τόμ. 4 σ. 479 ISBN 960-8177-54-5
  8. Γ.Ντελόπουλος, 1988, «Τσερνόμπιλ, Πέλινο, Αρτεμισία, Άψινθος», περ. Γλωσσολογία, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]