Θυμάρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θυμάρι
Θυμάρι
Θυμάρι
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Λαμιώδη (Lamiales)
Οικογένεια: Χειλανθή (Lamiaceae)
Γένος: Θύμος (Thymus)
Είδος: T. vulgaris
Διώνυμο
Θύμος ο κοινός (Thymus vulgaris)
L.

Το θυμάρι ή θύμιο (Θύμος ο κοινός, λατ. Thymus vulgaris) είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό, το οποίο ανήκει στην τάξη των Σωληνανθών (Tubiflorae) και στην οικογένεια των Χειλανθών (Labiatae). Είναι θάμνος μικρού ύψους (έως 30 εκατοστά), με όρθιους βλαστούς, εξαιρετικά ανθεκτικός, αναδύει πολύ ευχάριστο άρωμα. Απαντάται στις νότιες και μεσογειακές περιοχές της Ευρώπης σε διάφορες περιοχές της Ασίας και καλλιεργείται στη βόρεια Αμερική.

Τα φύλλα του θυμαριού, όταν ξεραθούν, αποκτούν καφεπράσινο χρώμα και αναδύουν το άρωμα τους όταν θρυμματιστούν. Η γεύση τους είναι πολύ δυνατή, ελαφρώς καυστική και πλούσια. Μαζί με τους αποξηραμένους ανθούς χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό για τον αρωματισμό διαφόρων φαγητών σε ψάρια, κρέατα, σε διάφορες σάλτσες, σούπες κ.λ.π. Είναι ένα από τα βασικά συστατικά του λικέρ βενεδικτίνη.

Το θυμάρι είναι ιδιαίτερα αγαπητό στις μέλισσες και το θυμαρίσιο μέλι είναι εξαιρετικής ποιότητας.

Φαρμακευτική Χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θυμάρι περιέχει αιθέριο έλαιο σε ποσοστό 1-2%. To κύριο συστατικό του αιθέριου έλαιου του θυμαριού κατά 20-54% είναι η θυμόλη ή, αλλιώς, καμφορά του θυμαριού, έχει δε χρήσεις στην αρωματοποιία και στην οδοντιατρική. Η θυμόλη έχει αντισηπτική δράση και αποτελεί το κυρίως συστατικό πολλών εμπορικών σκευασμάτων για την πλύση του στόματος, όπως η Listerine.[1] Πριν την έλευση των σύγχρονων αντιβιοτικών, το αιθέριο έλαιο θυμαριού χρησίμευε για την επάλειψη των γαζών. Η θυμόλη έχει αποδειχτεί επίσης αποτελεσματική στην καταπολέμηση των μυκητων που συχνά μολύνουν τα νύχια των ποδιών.[2] Αποτελεί επίσης ενεργό συστατικό σε κάποια φυτικά σκευάσματα χωρίς οινόπνευμα, για την απολύμανση των χεριών.

Το ρόφημα από θυμάρι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία του βήχα και της βρογχίτιδας. Για να παρασκευάσουμε έγχυμα βάζουμε 1 κουταλιά του γλυκού ξηρό ή 2 κουταλιές του γλυκού φρέσκο βότανο, χωρίς κοτσάνι, σε 1 φλιτζάνι βραστό νερό, το σκεπάζουμε για 10 λεπτά και μετά το σουρώνουμε.[3]

Σημαντικές Ποικιλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα υπάρχουν 23 αυτοφυή είδη και τα πιο σημαντικά είναι:

1.-Αγριοθυμάρι.

Θύμος ο κεφαλωτός Thymus capitatus Μικρός θάμνος με βλαστούς ξυλώδεις ξαπλωμένους. Βρίσκεται σε πολλές βραχώδεις, ορεινές, ξηρές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Κοντά στις περιοχές όπου φύεται το άγριο θυμάρι τοποθετούνται κυψέλες με μέλισσες και παράγεται εκλεκτό μέλι. Αυτό το είδος στην Κύπρο ονομάζεται θρουμπίν ή δρουμπίν ή γρουμπίν. Τα παλαιότερα χρόνια ο θρουμποπούλης ήταν εκείνος που πωλούσε θρουμπιά που μάζευε και φόρτωνε στο γαϊδούρι του. Συνήθως πωλούσε όλο το γομάριν σε έναν αγοραστή [4].

2.-Χαμοθρούμπι.

Θύμος ο γραπτός Τhymus striatus. Πολύ κοινό σε διάφορες πεδινές περιοχές και λιβάδια της Μακεδονίας και της Θράκης.

3.-Σμάρι.

Θύμος η Ζυγίς ή Θύμος ο αττικός Thymus atticus ή θυμάρι της Aττικής. Βρίσκεται σε διάφορες βραχώδεις περιοχές της Αττικής, της Αχαΐας, Κορινθίας και Ολύμπου.

Υπάρχουν και καλλωπιστικές ποικιλίες θυμαριού που καλλιεργούνται σε διάφορους κήπους.

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Pierce, Andrea. 1999. American Pharmaceutical Association Practical Guide to Natural Medicines. New York: Stonesong Press. P. 338-340.
  2. Ramsewak, Russel S.; Nair, Muraleedharan G.; Stommel, Manfred; Selanders, Louise (April 2003). «In vitro antagonistic activity of monoterpenes and their mixtures against 'toe nail fungus' pathogens». Phytotherapy Research 17 (4): 376–379. doi:10.1002/ptr.1164. PMID 12722144. 
  3. Μοναστηριακά, Αγιορείτικα Προϊόντα. «ΘΥΜΑΡΙ (Thymus Serpyllum , Thymus vulgaris L.)». Βότανα. http://www.monastiriaka.gr/product_info.php?products_id=422. Ανακτήθηκε στις 21 February 2013. 
  4. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια