Βιβλιοθήκη Μπόντλιαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η είσοδος της Βιβλιοθήκης

Η βιβλιοθήκη Μπόντλιαν (αγγλ. Bodleian Library, προφ. /ˈbɒdliən/ or /bɒdˈliːən/, αποκαλούμενη στα ελληνικά και Βοδλεϊανή, Βοδληιανή, Μποντλιανή, Μποντλίαν και Μποντλέιαν) είναι η βασική βιβλιοθήκη για έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, μια από τις παλαιότερες στην Ευρώπη και δεύτερη σε μέγεθος στο Ηνωμένο Βασίλειο (με πρώτη την Βρετανική Βιβλιοθήκη). Είναι επίσης γνωστή στους λογίους - ιδιαίτερα στην Οξφόρδη ως "Bodley" ή και απλά "The Bod". Προορίζεται αποκλειστικά για μελέτες και έρευνες και απαιτείται από τους χρήστες να μην την χρησιμοποιούν για επουσιώδεις λόγους, αλλά μόνον εφόσον ασχολούνται με τα δύο προαναφερθέντα αντικείμενα.[1] Η βιβλιοθήκη είναι προσβάσιμη στο κοινό, αλλά προκειμένου κάποιος να εγγραφεί σε αυτήν ως αναγνώστης, αν δεν είναι σπουδαστής σε κάποια σχολή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης απαιτείται αρχικά αίτησή του στη διοικητική υπηρεσία της Βιβλιοθήκης και, εφόσον δεν είναι απόφοιτος της Οξφόρδης ή φοιτητής σε κάποιο άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα, η απονομή κάρτας αναγνώστη πιθανότατα γίνεται με κάποια χρέωση.[2] Καθώς αποτελεί, κυρίως, βιβλιοθήκη αναφοράς, το περιεχόμενό της δεν μπορεί να απομακρυνθεί από τα αναγνωστήρια. Από το 1610 μέχρι σήμερα, αποτελεί μία από τις έξι αποθετήριες βιβλιοθήκες του Ηνωμένου Βασιλείου[3], υπό την έννοια ότι όλες οι εκδοτικές εταιρείες που εκδίδουν κάποιο βιβλίο στη χώρα οφείλουν να αποστείλουν αντίτυπό του στη Βιβλιοθήκη. Αυτή η "σύμβαση" ανανεώθηκε με τη νομοθετική πράξη περί αποθετηρίων βιβλιοθηκών του 2003. Σύμφωνα με τον Ιρλανδικό νόμο, η Βιβλιοθήκη δικαιούται να ζητήσει ένα αντίτυπο από κάθε βιβλίο που εκδίδεται στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας[4].

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη βιβλιοθήκη στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η οποία δημιουργήθηκε σε χωριστό από τα πανεπιστημιακά κτίρια χώρο, στεγάστηκε σε δωμάτιο στη βορειοδυτική γωνία του ναού της Αγίας Μαρίας (St. Mary's Church) στον άνω όροφο ενός από τα παλαιότερα κτίρια του Πανεπιστημίου, το "Old Congregation House", όπως καλείται ακόμη και σήμερα. Το κτίριο αυτό, ευρισκόμενο στην "καρδιά" του Πανεπιστημίου, άρχισε να κτίζεται το 1320 κατά παραγγελία - και χρηματοδότηση - του Επισκόπου του Ουόρτσεστερ Τόμας ντε Κόμπχαμ (Thomas de Combham) και αποτελείτο από ένα ισόγειο χώρο, που προοριζόταν για τις πανεπιστημιακές συναντήσεις και έναν στον πρώτο όροφο, που προοριζόταν να στεγάσει τη βιβλιοθήκη.[5] Το βασικό τμήμα του κτιρίου περατώθηκε μετά το θάνατο του Επισκόπου το 1327, αλλά η πραγματική λειτουργία της βιβλιοθήκης ξεκίνησε μόλις το 1410, ύστερα από διαμάχη με το Κολέγιο Όριελ (Oriel College) σχετικά με την κατοχή των βιβλίων που είχε καταλείπει ο Επίσκοπος.[1] Τα βιβλία, που βρίσκονταν σε δύο σεντούκια στο ισόγειο από το 1337, μεταφέρθηκαν στον επάνω όροφο και τοποθετήθηκαν σε έδρανα με ένα κάθισμα πλάι στο καθένα. Το κτίσμα αυτό δεν είναι ούτε αρχιτεκτονικά εντυπωσιακό ούτε μεγάλο και υποκαταστάθηκε, το 1448, από άλλο κτίσμα, γνωστό ως "Βιβλιοθήκη του Δούκα Χάμφρεϊ" (Duke Humfrey’s), το οποίο και απαρτίζει σήμερα το παλαιότερο κτίσμα της Βιβλιοθήκης Μπόντλιαν.

Το 1412 θεσπίστηκε καταστατικό σχετικά με τη διαχείριση και τη μεταχείριση των βιβλίων, ενώ διασφαλίζει ότι ο «Βιβλιοθηκάριος» (Librarian) όφειλε να είναι κληρικός του Πανεπιστημίου.

Εν τω μεταξύ, ο Ρίτσαρντ ντε Μπέρυ (Richard de Bury), Επίσκοπος του Ντάρχαμ (Durham) και συγγραφέας του πρώτου βιβλίου σχετικά με τη βιβλιοφιλία («Philobiblon») κληροδοτεί όλα του τα βιβλία στο Κολέγιο Ντάρχαμ (το σημερινό Κολέγιο Τρίνιτι - Trinity College). Είναι, όμως, αμφίβολο αν τα βιβλία έφθασαν ποτέ στην Οξφόρδη, ενώ η επιθυμία του για τη δημιουργία μιας Βιβλιοθήκης "ελεύθερης για όλους τους λογίους" δεν πραγματοποιήθηκε[1].

Η ευκαιρία για τη μετακίνηση της Βιβλιοθήκης σε νέο κτίριο δόθηκε από τη δωρεά του Χάμφρεϊ, Δούκα του Γκλώστερ (Humfrey, Duke of Gloucester), νεότερο αδελφό του βασιλέα Ερρίκου Δ΄ που απαρτιζόταν από τεράστιας αξίας συλλογή περισσότερων από 280 χειρογράφων, μεταξύ των οποίων και χειρόγραφα με κλασικά κείμενα. Η συλλογή αυτή θα προκαλούσε κυριολεκτικά συμφόρηση στον μικρό χώρο τη Βιβλιοθήκης και, το 1444, το Πανεπιστήμιο αποφάσισε την ανέγερση νέου κτιρίου στην περιοχή της Σχολής Divinity,[6] η οποία είχε αρχίσει να λειτουργεί μόλις 20 χρόνια πριν (1424) σε μια περιοχή του βορεινού άκρου της School Street, η οποία γειτνίαζε με τα τείχη της πόλης. Η έκταση αυτή ανήκε στο Κολέγιο Μπάλιολ (Baliol College).[7] Λόγω ελλείψεων στη χρηματοδότηση, το νέο κτίριο ολοκληρώθηκε αρκετά αργότερα και η Βιβλιοθήκη άρχισε να μεταφέρεται το 1478, για να αρχίσει τελικά να λειτουργεί δέκα χρόνια αργότερα.[5]

Η Βιβλιοθήκη αυτή επέζησε επί περίπου εξήντα χρόνια. Το 1550 ο Ρίτσαρντ Κοξ (Richard Cox), πρωθιερέας της νεοϊδρυθείσας Christ Church την απογύμνωσε από τα βιβλία της, ακολουθώντας ένα νομοθέτημα του βασιλέα Εδουάρδου Δ΄ με το οποίο σχεδιαζόταν η απάλειψη όλων των ιχνών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας από την Αγγλική Εκκλησία. Στο νομοθέτημα περιλαμβάνονταν όλα τα "δεισιδαιμονικά βιβλία και εικόνες". Όπως αναφέρει ο ιστορικός Άντονι Γουντ (Anthony Wood) "μερικά από τα βιβλία που απομακρύνθηκαν από τους Μεταρρυθμιστές κάηκαν, άλλα πωλήθηκαν είτε σε βιβλιοπώλες είτε σε κατασκευαστές γαντιών ως βαρίδια για να συμπιέζουν τα γάντια που κατασκεύαζαν, σε ράπτες ως σταθμά, σε βιβλιοδέτες για να χρησιμοποιήσουν τα δεσίματα σε δικά τους έργα ενώ μερικά τα κράτησαν για ίδια χρήση οι Μεταρρυθμιστές".[5] Την εποχή εκείνη το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης δεν είχε σημαντική χρηματοδότηση και δεν διέθετε πόρους για να αντικαταστήσει με τυπωμένα βιβλία αυτά που είχαν διαρπαγεί και διασκορπιστεί. Το 1556 τα έδρανα που "στέγαζαν" τα βιβλία πωλήθηκαν και ο χώρος της Βιβλιοθήκης δόθηκε στην Ιατρική Σχολή.

Η τελική διάσωση της Βιβλιοθήκης έγινε από τον Σερ Τόμας Μπόντλεϊ (Sir Thomas Bodley), Fellow του Κολεγίου Μέρτον (Merton College), ο οποίος είχε υπηρετήσει στο διπλωματικό σώμα και είχε εκτελέσει ορισμένες αποστολές για λογαριασμό της βασίλισσας Ελισάβετ. Εν τω μεταξύ, νυμφεύτηκε μια ευκατάστατη χήρα, της οποίας ο αποθανών σύζυγος είχε δημιουργήσει σημαντική περιουσία από το εμπόριο σαρδέλας. [5]Ο Μπόντλεϊ, διαπιστώνοντας ότι τα βιβλία της αρχικής βιβλιοθήκης είχαν διασκορπιστεί, απέστειλε επιστολή στο Πανεπιστήμιο στις 23 Φεβρουαρίου 1598 με την οποία δήλωνε την πρόθεσή του να αποκαταστήσει τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, αναλαμβάνοντας τις δαπάνες εξοπλισμού της με νέα ράφια, έδρανα και καθίσματα. Πριν τις 19 Μαρτίου του ίδιου έτους ο Μπόντλεϊ μαζί με τον Σερ Χένρι Σάβιλ (Sir Henry Savile), διευθυντή σπουδών του Μέρτον, κατέστρωσαν ένα γενικό σχέδιο για τη Βιβλιοθήκη: Το Μέρτον είχε ήδη προμηθευτεί την απαραίτητη ξυλεία την οποία επεξεργάζονταν πριονιστές, έχοντας αποδεχτεί τη δωρεά του Μπόντλεϊ. Σε επιστολή του προς το Πανεπιστήμιο δύο χρόνια αργότερα (24 Δεκεμβρίου 1599) ο Μπόντλεϊ αποκαλύπτει την ανυπομονησία του να "τελειώνει μέσα στο προσεχές δεκαπενθήμερο με τους ξυλουργούς, τους μαραγκούς, τους υαλουργούς και όλον αυτό τον αργόσχολο συρφετό". Ο εξοπλισμός της βιβλιοθήκης με δικτυωτά, αλυσίδες και λοιπά σιδηρικά είχε σχεδόν τελειώσει ως τον Ιούνιο του 1600, αλλά για λόγους που δεν σχετίζονταν με το κτίριο, η Βιβλιοθήκη δεν άρχισε τη λειτουργία της πριν τις 8 Νοεμβρίου 1602,[7] διαθέτοντας περίπου 2.500 τόμους, προερχόμενους κυρίως από τον ίδιο τον Μπόντλεϊ αλλά και άλλους δωρητές. Ορίστηκε ως Βιβλιοθηκάριος ο Τόμας Τζέιμς (Thomas James) και, το 1605, κυκλοφόρησε ο πρώτος τυπωμένος κατάλογος της συλλογής της βιβλιοθήκης. Το 1620 ο κατάλογος αυτός καταλάμβανε 675 σελίδες.[5] Το 1610 ο Μπόντλεϊ συνήψε μια συμφωνία με τον Σύνδεσμο Χαρτοβιβλιοπωλών του Λονδίνου: Ο Σύνδεσμος αναλάμβανε να στέλνει ένα αντίτυπο από κάθε βιβλίο που εξέδιδε στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο αριθμός των αποκειμένων βιβλίων να αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε σύντομα προέκυψε ανάγκη επέκτασής της. Την περίοδο 1610 - 1612 κατασκευάστηκε η πρώτη επέκταση, την οποία χρηματοδότησε και πάλι ο Μπόντλεϊ, σήμερα γνωστή ως "Arts End". Ο Μπόντλεϊ απεβίωσε το 1613 και την επομένη της νεκρώσιμης ακολουθίας ξεκίνησε η κατασκευή νέας επέκτασης με κτίριο στον μεγάλο χώρο γνωστό ως the Schools Quadrangle, ανατολικά της ήδη υπάρχουσας. Η νέα αυτή επέκταση, σχεδιασμένη από τον Μπόντλεϊ, ο οποίος ήταν και η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτήν, δεν έγινε, βέβαια, δυνατό να χρηματοδοτηθεί από τον ίδιο και οι δαπάνες καλύπτονταν από δάνεια και ιδιωτικές συνδρομές, αν και ο ίδιος είχε αφήσει, με τη διαθήκη του, κάποια χρήματα για να επεκταθούν τα κτίσματα στο the Schools Quadrangle ώστε να στεγάσουν τα βιβλία που ήδη είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται στην υπάρχουσα Βιβλιοθήκη, κυρίως με την προσθήκη ενός ακόμη ορόφου σε αυτά. Ο τρίτος όροφος, εκτός από αποθετήριο βιβλίων, έγινε δημόσιο μουσείο και πινακοθήκη εικόνων, η πρώτη που δημιουργήθηκε στην Αγγλία.[5] Οι προσθήκες αυτές είχαν ολοκληρωθεί το 1619, αλλά μικροπροσαρμογές στους χώρους συνέχισαν να γίνονται ως το 1624.

Ακολούθησε νέα επέκταση κατά την περίοδο 1634 - 1637, όταν ο Τζων Σέλντεν (John Selden, 1584 – 1654), διαπρεπής νομομαθής και λόγιος της εποχής κληροδότησε την πολύτιμη συλλογή του από 8.000 χειρόγραφα και βιβλία στη Βιβλιοθήκη Μπόντλιαν. Η επέκταση αυτή έγινε στο παλαιό κτίριο Χάμφρεϊ και ονομάστηκε "πτέρυγα Σέλντεν" (Selden End).[8]

Μετά από όλες αυτές τις επεκτάσεις, η Βιβλιοθήκη ήταν πλέον σε θέση να λαμβάνει και να στεγάζει αποκτήματα από πολλές δωρεές, κυρίως χειρογράφων, όπως έγινε με τη συλλογή του 3ου Κόμητος του Πέμπροουκ (3rd Earl of Pembroke) το 1629, του Σερ Κένελμ Ντίγκμπυ (Sir Kenelm Digby) το 1634, του Ουίλιαμ Λάουντ, Αρχιεπισκόπου του Καντερμπέρι το 1635 και πολλών άλλων. Αυτή η συλλογή χειρογράφων αποτέλεσε τον μεγαλύτερο πόλο έλξης για τους λογίους από ολόκληρη την Ευρώπη, οι οποίοι γίνονταν δεκτοί ανεξάρτητα αν ήταν ή όχι μέλη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η παράδοση αυτή συνεχίζεται και σήμερα, αντίθετα από τους απλούς φοιτητές που, μέχρι πρόσφατα, σπάνια γίνονταν δεκτοί στη Βιβλιοθήκη. Μια ακόμη ζηλότυπα φυλασσόμενη παράδοση της Βιβλιοθήκης είναι ότι δεν δανείζει βιβλία στους αναγνώστες: Ακόμη και όταν ο βασιλέας Κάρολος ο Α΄ ζήτησε, το 1645, να δανειστεί κάποιο βιβλίο, αντιμετώπισε την άρνηση της Βιβλιοθήκης. Ωστόσο, οι τακτικοί επισκέπτες της Βιβλιοθήκης παρέμεναν ελάχιστοι: Το 1831 υπήρχαν 3 ως 4 αναγνώστες ημερησίως, ενώ κατά τον μήνα Ιούλιο (1831) δεν εμφανίστηκε κανείς αναγνώστης. Κανένα κτίριο της Βιβλιοθήκης δεν διέθετε θέρμανση ως το 1845, ενώ η ανάγνωση γινόταν με το φως της ημέρας και μόνον ως το 1929.[5]

Το κτίσμα Ράντκλιφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κτίσμα Ράντκλιφ

Η ανάπτυξη της Βιβλιοθήκης μειώνεται στις αρχές του 18ου αιώνα, ακολουθώντας πιθανόν και την ανάπτυξη του ίδιου του Πανεπιστημίου: Κατά την τριετία 1700 - 1703 στη Βιβλιοθήκη δεν εισήλθε κανένα νέο βιβλίο. Τα επιμέρους Κολέγια, όμως, δημιουργούν τις δικές τους βιβλιοθήκες. Η αρχιτεκτονικά πιο όμορφη κατασκευάστηκε χάρη στον δόκτορα Τζων Ράντκλιφ (Dr John Radcliffe, 1650–1714), έναν από τους πλέον επιτυχημένους ιατρούς της εποχής του. Στους οικονομικούς διαχειριστές του άφησε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, με την εντολή να αγοράσουν τη γη, να οικοδομήσουν νέο κτίριο βιβλιοθήκης σε αυτήν καθώς και μια δωρεά για την προμήθεια βιβλίων και τον μισθό του βιβλιοθηκάριου. Επιλέχτηκε το οικόπεδο στα νότια του Schools Quadrangle, στο μέσον μιας πλατείας που ονομάστηκε "πλατεία Ράντκλιφ". Η οικοδόμηση του κυκλικού θολωτού κτιρίου, το οποίο θεωρείται σήμερα το πλέον εντυπωσιακό κτίσμα κλασικής αρχιτεκτονικής στην Οξφόρδη, έγινε κατά την περίοδο 1747 - 1748 σε σχέδια του Τζέιμς Γκιμπς (James Gibbs) και άρχισε να λειτουργεί το 1749.

Η Βιβλιοθήκη Ράντκλιφ, όπως λεγόταν μέχρι το 1860, λειτούργησε τελείως ανεξάρτητα από τη Βιβλιοθήκη Μπόντλιαν με λίγους αναγνώστες σε καθημερινή βάση, ενώ η συλλογή βιβλίων που διέθετε ήταν ανομοιογενής και δεν εξυπηρετούσε κάποιον εμφανή σκοπό. Οι πρώτοι της βιβλιοθηκάριοι επέδειξαν περίεργη απροθυμία στην προσθήκη νέων βιβλίων. Η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται στις αρχές του 19ου αιώνα, οπότε άρχισε να δημιουργείται μια συλλογή από βιβλία ιατρικής και φυσικής ιστορίας. Η δημιουργία αυτής της συλλογής είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση του πρώτου εντύπου καταλόγου της το 1835.

Εν τω μεταξύ, η συλλογή της Μπόντλιαν άρχισε να μεγαλώνει εκ νέου, καθώς νέες νομοθετικές συμφωνίες με τον Σύνδεσμο Εκδοτών είχαν ως συνέπεια η εκ μέρους τους απόθεση νέων εκδόσεων να γίνει πιο αποτελεσματική. Το 1842 εκτός από την χωρίς επιβάρυνση απόθεση βιβλίων από τον Σύνδεσμο, η Βιβλιοθήκη επικεντρώθηκε τόσο στη συλλογή χειρογράφων όσο και ξενόγλωσσων εκδόσεων, ενώ συνέχιζε να δέχεται δωρεές, με σημαντικότερη αυτή του Φράνσις Ντους (Francis Douce) το 1834: 18.000 τυπωμένα βιβλία, από τα οποία 300 είχαν τυπωθεί πριν το 1500 και 393 χειρόγραφα. Το 1843 τυπώθηκε κατάλογος με τα βιβλία της Μπόντλιαν σε τρεις τόμους ενώ το 1849 υπολογιζόταν ότι περιείχε 220.000 βιβλία και 21.000 χειρόγραφα. Η βιβλιοθήκη δεν στέγαζε μόνο βιβλία: Διέθετε στη συλλογή της εικόνες, γλυπτά, νομίσματα, μετάλλια και "περίεργα" αντικείμενα επιστημονικού ενδιαφέροντος αλλά και, όπως αποκαλούνταν, "εξωτικά" (exotic). Σε αυτά περιλαμβανόταν ακόμη και ένας ταριχευμένος κροκόδειλος από τη Τζαμάικα. Όλα αυτά είχαν αρχίσει να δημιουργούν εκ νέου προβλήματα χώρου στη Βιβλιοθήκη.

Το 1860 η Βιβλιοθήκη Ράντκλιφ απορροφήθηκε από την Μπόντλιαν και μετονομάστηκε σε "Radcliffe Camera" ("δωμάτιο Ράντκλιφ" στα λατινικά). Ο άνω όροφος μετατράπηκε σε αναγνωστήριο, προοριζόμενο κυρίως για προπτυχιακούς φοιτητές, οι οποίοι είχαν γίνει δεκτοί από τη Βιβλιοθήκη Μπόντλιαν ήδη από το 1856 και το ισόγειο έγινε αποθετήριο βιβλίων, μέχρι το 1941, οπότε μετατράπηκε και αυτό σε αναγνωστήριο. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, δεχόταν κατά μέσον όρο εκατό αναγνώστες την ημέρα.[5]

Νέα "επέκταση" της Βιβλιοθήκης έγινε το 1975, όταν το κτίσμα Κλάρεντον (Clarendon Building), κτισμένο κατά την περίοδο 1711 - 1715 σε σχέδια του Νίκολας Χώκσμουρ (Nicholas Hawksmoor) για να στεγάσει τις εκδοτικές δραστηριότητες του εκδοτικού οίκου Oxford University Press. Ο εκδοτικός οίκος το είχε εγκαταλείψει ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, καθώς δεν κάλυπτε πλέον τις ανάγκες του, και χρησιμοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο για τη στέγαση ορισμένων από τις διοικητικές του υπηρεσίες. Από το 1975 χρησιμοποιείται από τη Βιβλιοθήκη ως χώρος γραφείων και συσκέψεων του ανώτερου προσωπικού της.[9]

20ός αιώνας ως σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Νομοθετική Πράξη περί πνευματικών δικαιωμάτων του 1911 συνέχισε να υποστηρίζει την συμφωνία των βιβλιοεκδοτών σχετικά με την απόθεση βιβλίων και η Βιβλιοθήκη Μπόντλιαν συνέχισε να είναι μια από τις (τότε) έξι αποθετήριες βιβλιοθήκες του Ηνωμένου Βασιλείου.[10] Αυτό είχε ως συνέπεια την αύξηση του αριθμού των βιβλίων και την ανάγκη εξεύρεσης νέων χώρων. Ήδη από το 1909 είχε αρχίσει να κατασκευάζεται νέος υπόγειος χώρος απόθεσης βιβλίων κάτω από το κτίσμα αλλά και την πλατεία Ράντκλιφ, ο οποίος αποπερατώθηκε το 1912.[11] Το 1914 ο συνολικός αριθμός των βιβλίων στη βιβλιοθήκη Μπόντλιαν ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο και το 1920 παρουσιάζεται νέα ανάγκη επέκτασής της, αλλά μόλις το 1937 ξεκίνησε η κατασκευή του νέου κτιρίου της Βιβλιοθήκης απέναντι από το κτίσμα Κλάρεντον.[11] Τα σχέδια εκπόνησε ο αρχιτέκτονας Σερ Τζάιλς Γκίλμπερτ Σκότ (Sir Giles Gilbert Scott) και το κτίσμα περατώθηκε το 1940. Πρόκειται για κτίριο με στυλ "Ζίγκουρατ" (των αρχαίων ναών της κοιλάδας της Μεσοποταμίας), με το 60% των βιβλίων να βρίσκονται αποθηκευμένα στον υπόγειο χώρο του.[12] Το παλαιό και το νέο κτίσμα της Βιβλιοθήκης συνδέονται μέσω υπόγειας σήραγγας κάτω από την Μπρόουντ Στριτ (Broad Street). Στη σήραγγα υπάρχει ένας διάδρομος για τη διέλευση πεζών, ένας μηχανικός διάδρομος - μεταφορέας βιβλίων και ένα ειδικό σύστημα αεροσωλήνων για παραγγελίες βιβλίων, το οποίο αντικαταστάθηκε από ηλεκτρονικό το 2002.[13] Ο διάδρομος μεταφοράς σταμάτησε να λειτουργεί το 2010 και αποσυναρμολογήθηκε το ίδιο έτος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα