Νόμος της προσφοράς και της ζήτησης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Γενικά στην οικονομία, το εμπόριο και την ελεύθερη αγορά οι όροι "προσφορά" και "ζήτηση" είναι όροι αλληλένδετοι, οι σημαντικότεροι, βάσει των οποίων και χαρακτηρίζεται μια αγορά, όχι όμως και απόλυτα.

Ανάλυση του όρου "προσφορά"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο "προσφορά" εκφράζεται γενικά σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή ή ακόμα και περίοδο η διαθέσιμη ή προσφερόμενη προς αγορά ποσότητα ενός οικονομικού αγαθού ή κάποιου συντελεστή παραγωγής.
Για παράδειγμα σε κάποια ιχθυόσκαλα στις 05.00 ώρα της Η ημέρας του Μ μήνα, διαθέτονταν προς πώληση 10 τόνοι αλιεύματος Χ. Λέγεται τότε ότι στη συγκεκριμένη ιχθυόσκαλα η προσφορά αλιεύματος Χ, την Η/Μ ήταν 10 τόνοι. Αν μετά 3 ημέρες η προσφορά ίδιου αλιεύματος ήταν 20 τόνοι, τότε λέγεται ότι την Η+3/Μ η προσφορά του Χ αλιεύματος ήταν "διπλάσια" από προ τριημέρου.

Κατ΄ ακολουθία του παραπάνω παραδείγματος χαρακτηρίζεται π.χ. σε μια εμποροπανήγυρη ότι υφίσταται "μεγάλη προσφορά" ενός αγροτικού προϊόντος, εννοώντας ότι η προσφερόμενη ποσότητα είναι μεγαλύτερη της συνήθους ή της απαιτούμενης στις ανάγκες της τοπικής αγοράς. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για ένα βιομηχανικό προϊόν. Ή ότι η προσφορά καπνού διπλασιάστηκε εφέτος σε σχέση με πέρυσι. Ή η προσφορά της διεθνούς χωρητικότητας μεταφοράς υγρών καυσίμων πολλαπλασιάστηκε εφέτος, εννοώντας ότι η χωρητικότητα των προσφερόμενων δεξαμενοπλοίων στη διεθνή αγορά εφέτος έχει "πολλαπλασιαστεί".

Μετά τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο όρος "προσφορά" χρησιμοποιείται όχι μόνο για προϊόντα (αγροτικά, βιομηχανικά κ.λπ.) αλλά και για προσφερόμενες υπηρεσίες (π.χ. διάθεση μεταφορικών μέσων, εργασίας κ.λπ.). Επίσης ο όρος προσφορά χρησιμοποιείται ευρύτατα ακόμη και σε διάθεση "κεφαλαίων" ή σε διάθεση "εδάφους" ή και σε "εργασία", π.χ. η διάθεση κεφαλαίων στη μακροπρόθεσμη πιστωτική αγορά αυξήθηκε, ή η προσφορά προς πώληση αγρών, ή οικοπέδων είναι αυξημένη, ή η προσφορά εργατικών χεριών μειώθηκε (στην αγορά εργασίας) κ.λπ.

Ανάλυση του όρου "ζήτηση"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος ζήτηση, όπως και ο όρος "προσφορά", εκφράζει επίσης ποσότητα, και συγκεκριμένα την ποσότητα των ζητουμένων αγαθών για κάλυψη αναγκών, (εμπορευμάτων, εργασίας κ.λπ).
Σημειώνεται ότι η ζήτηση αποτελεί επιθυμία προμήθειας ορισμένης ποσότητας αγαθού σε ορισμένη τιμή. Ενώ η προσφορά αποτελεί επιθυμία διάθεσης ορισμένης ποσότητας αγαθού επίσης σε ορισμένη τιμή. Συνεπώς και οι δύο όροι εκφράζουν ποσότητες εξαρτημένες όμως από τις τιμές.

Στην οικονομική επιστήμη τόσο η προσφορά όσο και η ζήτηση αποτελούν μεταβλητές σχέσεις μεταξύ δύο μεγεθών, δηλαδή των ποσοτήτων αγαθών και των τιμών. Έτσι η μεν προσφορά αφορά σχέση μεταξύ ποσότητας προς διάθεση (πώληση) και της τιμής (αξίας) που σκοπεύεται να πωληθεί, η δε ζήτηση αφορά σχέση ποσότητας που σκοπεύεται να αγορασθεί σε μία επιδιωκόμενη τιμή.

Κατόπιν των παραπάνω συνάγεται ότι οι όροι ζήτηση και προσφορά νοούνται να είναι πάντα συνδεδεμένοι με την έννοια μιας συγκεκριμένης τιμής. Συνεπώς κάθε μεταβολή της τιμής προκαλεί μεταβολές στα μεγέθη της ζήτησης και της προσφοράς. Αυτή η ουσιώδης εξάρτηση μεταξύ των τριών αυτών οικονομικών όρων είναι αυτή που εκφράζεται τελικά με τους νόμους προσφοράς και ζήτησης.

Νόμοι προσφοράς και ζήτησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσφορά και η ζήτηση είναι έννοιες ποσοτικές που αφορούν δύο ανθρώπινες ομάδες: τους καταναλωτές ή τους αγοραστές που διαμορφώνουν με τις αγορές τους τη ζήτηση και τους πωλητές που καθορίζουν την προσφορά. Η ζήτηση ενός προϊόντος είναι η επιθυμία του καταναλωτή/αγοραστή να αγοράσει κάποια ποσότητα αγαθού σε συγκεκριμένη τιμή και ορισμένη χρονική περίοδο. Η προσφορά εκφράζει την επιθυμία του πωλητή/παραγωγού να πουλήσει μια ποσότητα ενός προϊόντος σε μια συμφέρουσα τιμή. Με λίγα λόγια ο νόμος της ζήτησης μας λέει ότι όσο αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος, μειώνεται η ποσότητα που ζητά ο αγοραστής, ενώ όσο μειώνεται η τιμή αυτού του προϊόντος αυξάνεται η ποσότητα που ζητείται. Επίσης ο νόμος της προσφοράς μας λέει ότι όταν αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος αυξάνεται και η ποσότητα που προσφέρει ο παραγωγός ενώ η μείωση της τιμής φέρνει ως συνέπεια τη μείωση της ποσότητας που προσφέρεται.