Ψευδοαρχαιολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Έριχ φον Ντένικεν (αριστερά) και Γράχαμ Χάνκοκ (δεξιά) δύο από τους σημαντικότερους υπερμάχους της ψευδοαρχαιολογίας.

Η ψευδοαρχαιολογία —γνωστή και ως εναλλακτική αρχαιολογία, περιθωριακή αρχαιολογία, φανταστική αρχαιολογία- είναι η ερμηνεία του παρελθόντος εκτός πλαισίου αρχαιολογικής επιστήμης, η οποία απορρίπτει την αποδεκτή συλλογή δεδομένων και τις αναλυτικές μεθόδους του κλάδου[1][2]. Αυτές οι ψευδοεπιστημονικές ερμηνείες περιλαμβάνουν τη χρήση τεχνέργων, αρχαιολογικών θέσεων και μνημείων για την κατασκευή επιστημονικά αβάσιμων θεωριών για τη συμπλήρωση των ισχυρισμών των ψευδοαρχαιολόγων. Οι μέθοδοι περιλαμβάνουν υπερβολή αποδεικτικών στοιχείων, δραματικά ή ρομαντικά συμπεράσματα, χρήση λογικής πλάνης και κατασκευή αποδεικτικών στοιχείων. Δεν υπάρχει ενοποιημένη ψευδοαρχαιολογική θεωρία ή προσέγγιση, αλλά μάλλον πολλές διαφορετικές ερμηνείες του παρελθόντος που έρχονται από κοινού σε αντίθεση με εκείνες που αναπτύχθηκαν από την επιστημονική κοινότητα. Συνήθως, περιλαμβάνουν θρησκευτικές προσεγγίσεις όπως ο δημιουργισμός ή «επιστήμη της δημιουργίας» που εφαρμόζεται στην αρχαιολογία ιστορικών περιόδων, όπως αυτές που περιλαμβάνουν τον Πύργο της Βαβέλ, την Κιβωτό του Νώε, την αφήγηση του κατακλυσμού της Γένεσης και τον υποτιθέμενο παγκόσμιο μύθο για τις πλημμύρες. Ορισμένες ψευδοαρχαιολογικές θεωρίες περιστρέφονται γύρω από την ιδέα ότι οι προϊστορικές και αρχαίες ανθρώπινες κοινωνίες βοηθήθηκαν στην ανάπτυξή τους από ευφυή εξωγήινη ζωή, μια ιδέα που διαδόθηκε από συγγραφείς όπως ο Peter Kolosimo, οι Louis Pauwels και ο Jacques Bergier στο Le Matin des magiciens (1963· ελλ. έκδοση: Η αυγή των μάγων) και ο Έριχ φον Ντένικεν στο Erinnerungen an die Zukunft (1968· ελλ. έκδοση: Αναμνήσεις από το μέλλον). Άλλοι υποστηρίζουν ότι υπήρχαν ανθρώπινες κοινωνίες στην αρχαία περίοδο που ήταν σημαντικά προηγμένες τεχνολογικά, όπως η Ατλαντίδα, ιδέα διαδόθηκε από συγγραφείς όπως ο Γκράχαμ Χάνκοκ (Graham Hancock) στο Fingerprints of the Gods (1995).

Πολλές εναλλακτικές αρχαιολογίες έχουν υιοθετηθεί από θρησκευτικές ομάδες. Περιθωριακές αρχαιολογικές ιδέες όπως η αρχαιοκρυπτογραφία και η πυραμιδολογία υιοθετήθηκαν από θρησκευτικές ή εσωτερικές ομάδες, που κυμαίνονται από τους Αγγλοϊσραηλίτες έως τους θεοσοφιστές. Άλλες εναλλακτικές αρχαιολογίες περιλαμβάνουν εκείνες που έχουν υιοθετηθεί από μέλη της Νέας Εποχής και των σύγχρονων παγανιστικών συστημάτων. Οι αρχαιολόγοι έχουν ασκήσει έντονη κριτική στην ψευδοαρχαιολογία, με τον John R. Cole, να τη χαρακτηρίζει «κακή χρήση λογικής και αποδείξεων, παρανόηση της επιστημονικής μεθόδου και γεμάτη εσωτερικές αντιφάσεις»[3]. Η σχέση μεταξύ εναλλακτικής και ακαδημαϊκής αρχαιολογίας έχει συγκριθεί με τη σχέση μεταξύ των θεωριών του ευφυούς σχεδιασμού και της εξελικτικής βιολογίας από ορισμένους αρχαιολόγους[4].

Όροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάφοροι όροι έχουν χρησιμοποιηθεί για να αναφερθούν σε αυτές τις μη ακαδημαϊκές ερμηνείες της αρχαιολογίας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, ο όρος «λατρευτική αρχαιολογία» χρησιμοποιήθηκε από αρχαιολόγους όπως ο Τζον Ρ. Κόουλ (John R. Cole) (1980) και ο William H. Stiebing Jr. (1987). Το "Fantastic archaeology" χρησιμοποιήθηκε τη δεκαετία του 1980 ως τίτλος προπτυχιακού μαθήματος στο Χάρβαρντ που δίδασκε ο Στίβεν Γουίλιαμς (Stephen Williams), ο οποίος εξέδωσε ένα βιβλίο με τον ίδιο τίτλο. Στη δεκαετία του 2000 ο όρος «εναλλακτική αρχαιολογία» άρχισε να εφαρμόζεται από ακαδημαϊκούς όπως ο Τιμ Σεμπάστιαν (Tim Sebastion) (2001), ο Ρόμπερτ Τζ. Γουάλις (Robert J. Wallis) (2003), ο Κορνέλιους Χόλτορφ (Cornelius Holtorf) (2006) και ο Gabriel Moshenka (2008). Οι Garrett F. Fagan και Κένεθ Φέντερ (2006), ωστόσο, ισχυρίστηκαν ότι αυτός ο όρος επιλέχθηκε μόνο επειδή «προσδίδει μια πιο ζεστή, πιο ασαφή αίσθηση» που «ελκύει τα ανώτερα ιδανικά και τις προοδευτικές μας κλίσεις»[2]. Υποστήριξαν ότι ο όρος "ψευδοαρχαιολογία" ήταν πολύ πιο κατάλληλος[2], όρος που χρησιμοποιείται επίσης από άλλους εξέχοντες ακαδημαϊκούς και επαγγελματίες αρχαιολόγους όπως ο Κόλιν Ρένφριου (2006).

Άλλοι ακαδημαϊκοί αρχαιολόγοι επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν διαφορετικύς όρους για να αναφερθούν σε αυτές τις ερμηνείες. Ο Glyn Daniel, ο εκδότης του Antiquity, χρησιμοποίησε την υποτιμητική εκδοχή "σκατοαρχαιολογία"[2]. Ομοίως ο ακαδημαϊκός William H. Stiebing Jr. σημείωσε ότι υπήρχουν ορισμένοι όροι που χρησιμοποιούνται για την ψευδοαρχαιολογία που ακούγονται σε κλειστά κυκλώματα, όμως δεν μπορούν να αναφερθούν ανοικτά.

Βασικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουίλιαμ Στίμπινγκ (William H. Stiebing Jr.) υποστήριξε ότι παρά τις πολλές διαφορές τους, υπάρχει ένα σύνολο βασικών χαρακτηριστικών που μοιράζονται σχεδόν όλες οι ψευδοαρχαιολογικές ερμηνείες. Θεώρησε μάλιστα ότι εξαιτίας αυτού, η ψευδοαρχαιολογία μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί ως ένα «ενιαίο φαινόμενο». Συνέχισε εντοπίζοντας τρία βασικά κοινά σημεία των ψευδοαρχαιολογικών θεωριών: την αντιεπιστημονική φύση της μεθόδου και των στοιχείων της, την ιστορία της παροχής «απλών, συμπαγών απαντήσεων σε περίπλοκα, δύσκολα ζητήματα» και την τάση της να παρουσιάζεται ως διωκόμενη από το αρχαιολογικό κατεστημένο, συνοδευόμενη από μια αμφίθυμη στάση απέναντι στο επιστημονικό ήθος του Διαφωτισμού[5]. Την ιδέα ότι υπάρχουν βασικά χαρακτηριστικά των ψευδοαρχαιολογιών συμμερίζονται και άλλοι ακαδημαϊκοί, όπως ο Κόουλ[6].

Έλλειψη επιστημονικής μεθόδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ακαδημαϊκοί κριτικοί έχουν επισημάνει ότι οι ψευδοαρχαιολόγοι συνήθως αμελούν να χρησιμοποιήσουν την επιστημονική μέθοδο. Αντί να δοκιμάζουν τα στοιχεία για να δουν ποιές υποθέσεις ταιριάζουν, «συμπιέζουν» τα αρχαιολογικά δεδομένα για να χωρέσουν σε ένα «συμπέρασμα» που συχνά εξάγεται μέσα από προαισθήσεις, διαίσθηση, θρησκευτικά ή εθνικιστικά δόγματα[7] [8]. Διαφορετικές ψευδοαρχαιολογικές ομάδες έχουν μια ποικιλία βασικών υποθέσεων που είναι συνήθως αντιεπιστημονικές: οι Ναζί ψευδοαρχαιολόγοι, για παράδειγμα, χρησιμοποίησαν την πολιτισμική υπεροχή της αρχαίας άριας φυλής ως βασική υπόθεση, ενώ οι χριστιανοί φονταμενταλιστές θεωρούν πως η Γη έχει ηλικία μικρότερη των 10.000 ετών. Οι Ινδουιστές φονταμενταλιστές πιστεύουν ότι το είδος Homo sapiens είναι πολύ παλαιότερο από τα 200.000 χρόνια που υποδεικνύουν οι αρχαιολόγοι [9] Παρόλα αυτά, πολλοί από τους υποστηρικτές της ψευδοαρχαιολογίας ισχυρίζονται ότι κατέληξαν στα συμπεράσματά τους χρησιμοποιώντας επιστημονικές τεχνικές και μεθόδους, ακόμη και όταν είναι αποδεδειγμένο ότι δεν το έχουν κάνει[10][11].

Ο αρχαιολόγος Τζολ Κόουλ πιστεύει ότι οι περισσότεροι ψευδοαρχαιολόγοι δεν καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί η επιστημονική έρευνα και ότι αντίθετα θεωρούν ότι είναι μια «απλή, καταστροφική μάχη του σωστού εναντίον του λάθος» μεταξύ αμφισβητούμενων θεωριών[12]. Εξαιτίας αυτής της αποτυχίας κατανόησης της επιστημονικής μεθόδου, υποστήριξε ότι η ψευδοαρχαιολογική προσέγγιση είναι εσφαλμένη. Συνέχισε υποστηρίζοντας ότι οι περισσότεροι ψευδοαρχαιολόγοι δεν εξετάζουν εναλλακτικές εξηγήσεις σε σχέση με αυτές που θέλουν να διαδώσουν και ότι οι «θεωρίες» τους είναι συνήθως απλώς «έννοιες», χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να τους επιτρέπουν να θεωρούνται «θεωρίες» με την επιστημονική, ακαδημαϊκή σημασία της λέξης[13].

Καθώς συνήθως λείπουν επιστημονικά στοιχεία, οι ψευδοαρχαιολόγοι χρησιμοποιούν άλλες μορφές στοιχείων για να υποστηρίξουν τα επιχειρήματά τους. Για παράδειγμα, συχνά κάνουν χρήση «γενικευμένων πολιτισμικών συγκρίσεων», εξετάζοντας διάφορα τέχνεργα και μνημεία από μια κοινωνία, επισημαίνοντας παράλληλα ομοιότητες με εκείνα μιας άλλης, για να υποστηρίξουν το συμπέρασμα ότι και οι δύο έχουν κοινή πηγή -τυπικά έναν αρχαίο χαμένο πολιτισμό όπως η Ατλαντίδα, η Μου, ή κάποια άλλη εξωγήινη επιρροή[5]. Ωστόσο, κάτι τέτοιο αφαιρεί εντελώς τα διάφορα τέχνεργα ή μνημεία από το αρχικό τους εννοιολογικό πλαίσιο, κάτι εντελώς ασύμβατο με την αρχαιολογική επιστήμη[14].

Μια άλλη μορφή αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιούν ορισμένοι ψευδοαρχαιολόγοι είναι η ερμηνεία διαφόρων μύθων ως ανακλάσεις ιστορικών γεγονότων, αλλά με αυτόν τον τρόπο αυτοί οι μύθοι συχνά αφαιρούνται από το πολιτισμικό τους πλαίσιο[15]. Για παράδειγμα, ο ψευδοαρχαιολόγος Ιμάνουελ Βελικόφσκι (Immanuel Velikovsky) ισχυρίστηκε ότι οι μύθοι των μεταναστεύσεων και των θεών του πολέμου στον πολιτισμό των Αζτέκ της Κεντρικής Αμερικής αντιπροσώπευαν μια κοσμική καταστροφή που συνέβη τον 7ο και 8ο αιώνα ΠΚΕ[16]. Ο ισχυρισμός του επικρίθηκε από τον αρχαιολόγο Γουίλιαμ Στίμπινγκ, ο οποίος σημείωσε ότι τέτοιοι μύθοι αναπτύχθηκαν μόνο τον 12ο έως τον 14ο αιώνα, δύο χιλιετίες αφότου ο Βελικόφσκιy ισχυρίστηκε ότι τα γεγονότα είχαν συμβεί και ότι η ίδια η κοινωνία των Αζτέκ δεν είχε καν αναπτυχθεί μέχρι τον 7ο αιώνα ΠΚΕ[15].

Οι ψευδοαρχαιολόγοι συνήθως αυτοπαρουσιάζονται ως θύματα που αντιμετωπίζουν το ισχυρό αρχαιολογικό κατεστημένο[3][4][5]. Συχνά χρησιμοποιούν γλώσσα που υποτιμά τους ακαδημαϊκούς και τους απορρίπτει πλάθοντας την εικόνα ότι περνούν τον χρόνο τους σε σκονισμένες βιβλιοθήκες, αρνούμενοι να αμφισβητήσουν την ορθοδοξία του κατεστημένου, μήπως χάσουν τη δουλειά τους. Σε μερικά πιο ακραία παραδείγματα, ψευδοαρχαιολόγοι έχουν κατηγορήσει ακαδημαϊκούς αρχαιολόγους ότι είναι μέλη μιας εκτεταμένης συνωμοσίας για να κρύψουν την αλήθεια για την ιστορία από το κοινό[17]. Όταν οι ακαδημαϊκοί αμφισβητούν τους ψευδοαρχαιολόγους και επικρίνουν τις θεωρίες τους, πολλοί ψευδοαρχαιολόγοι το βλέπουν ως περαιτέρω απόδειξη ότι οι δικές τους ιδέες είναι σωστές και ότι απλώς καταστέλλονται από μέλη της ακαδημαϊκής συνωμοσίας[18]

Ο Κόλιν Ρένφριου παραδέχτηκε ότι το αρχαιολογικό κατεστημένο είναι συχνά «ανθεκτικό απέναντι στις ριζοσπαστικές νέες ιδέες», αλλά ότι δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο απορρίπτονται κατηγορηματικά οι ψευδοαρχαιολογικές θεωρίες[19]. Ο Γκάρετ Τζ. Φέιγκαν (Garrett G. Fagan) επεκτάθηκε προσέτι, σημειώνοντας πώς στην ακαδημαϊκή αρχαιολογική κοινότητα, «νέα στοιχεία ή επιχειρήματα πρέπει να εξετάζονται διεξοδικά, προκειμένου να διασφαλιστεί η εγκυρότητά τους ... οι μακροχρόνια και καλά εδραιωμένες θέσεις απαιτούν σημαντική προσπάθεια και ισχυρά δεδομένα για να ανατραπούν». Σημείωσε, επίσης, ότι οι ψευδοαρχαιολογικές θεωρίες απλά δεν έχουν επαρκή υποστηρικτικά στοιχεία, ώστε να γίνουν αποδεκτές από επαγγελματίες αρχαιολόγους[14].

Αντίθετα, πολλοί ψευδοαρχαιολόγοι, ενώ ασκούν κριτική στο ακαδημαϊκό κατεστημένο, προσπαθούν επίσης να λάβουν υποστήριξη από συγγραφείς με ακαδημαϊκά προσόντα[20]. Κατά καιρούς παραθέτουν ιστορικούς, και στις περισσότερες περιπτώσεις νεκρούς ακαδημαϊκούς για να στηρίξουν τα επιχειρήματά τους. Για παράδειγμα, ο ψευδοαρχαιολόγος Γκράχαμ Χάνκοκ, στο Fingerprints of the Gods (1995), σημειώνει επανειλημμένα ότι ο διαπρεπής φυσικός Άλμπερτ Αϊνστάιν σχολίασε κάποτε θετικά την υπόθεση της μετατόπισης των πόλων, μια θεωρία που έχει εγκαταλειφθεί από την ακαδημαϊκή κοινότητα, αλλά την οποία υποστηρίζει ο Χάνκοκ[21]. Όπως σημειώνει, ωστόσο, ο Fagan, το γεγονός ότι ο Αϊνστάιν ήταν φυσικός και όχι γεωλόγος δεν αναφέρεται καν από τον Χάνκοκ, ούτε το γεγονός ότι η κατανόηση της τεκτονικής των πλακών (η οποία ήρθε να διαψεύσει τη μετατόπιση του φλοιού της γης) εμφανίστηκε μόνο μετά τον θάνατο του Αϊνστάιν[22].

Εθνικιστικά κίνητρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ψευδοαρχαιολογία υποκινείται ενίοτε από τον εθνικισμό (βλ. ναζιστική αρχαιολογία, που χρησιμοποιεί την πολιτιστική υπεροχή της αρχαίας Άριας φυλής ως βασική υπόθεση για να καθιερώσει τον γερμανικό λαό ως απόγονο της αρχικής άριας «κυρίαρχης φυλής») ή την επιθυμία να αποδείξει μια συγκεκριμένη θρησκευτική ( πρβλ . ευφυής σχεδιασμός ), ψευδοϊστορική, πολιτική, ή ανθρωπολογική θεωρία. Σε πολλές περιπτώσεις, προκύπτει ένα a priori συμπέρασμα και πραγματοποιείται εργασία πεδίου, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ρητά και λεπτομερώς η θεωρία[23]. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Τζον Χουπς (John Hoopes) «η ψευδοαρχαιολογία προωθεί ενεργά μύθους που χρησιμοποιούνται συνήθως στην υπηρεσία της λευκής υπεροχής, του ρατσιστικού εθνικισμού, της αποικιοκρατίας και καταπίεσης των αυτόχθονων πληθυσμών»[24].

Οι αρχαιολόγοι διακρίνουν την έρευνά τους από την ψευδοαρχαιολογία επισημαίνοντας τις διαφορές στη μεθοδολογία έρευνας, συμπεριλαμβανομένων των αναδρομικών μεθόδων, των παραποιήσιμων θεωριών, της αξιολόγησης από ομοτίμους και μιας γενικά συστηματικής προσέγγισης για τη συλλογή δεδομένων. Αν και υπάρχουν συντριπτικά στοιχεία πολιτιστικών διασυνδέσεων των σχετικών με το παρελθόν λαϊκών παραδόσεων[25], η αντικειμενική ανάλυση -από ανθρωπολογική άποψη των πολιτισμικών τους πλαισίων και των πολιτιστικών αναγκών στις οποίες ανταποκρίνονται- υπήρξε σχετικά μικρή. Ωστόσο, σε αυτό το πνεύμα, ο Robert Silverberg εντόπισε τη χρήση του πολιτισμού του Mound Builder από τους Μορμόνους σε ένα ευρύτερο πολιτιστικό πλέγμα[26] και ο Gwyn Williams τοποθέτησε το ταξίδι του Madoc και των «Ουαλών Ινδιάνων» στα μεταβαλλόμενα και εξελισσόμενα κοινωνικοϊστορικά του πλαίσια[27].

Θρησκευτικά κίνητρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ψευδοαρχαιολογικές θεωρίες με θρησκευτικά κίνητρα περιλαμβάνουν τη θεωρία της νεαρής γης ορισμένων ιουδαιοχριστιανών φονταμενταλιστών. Υποστηρίζουν ότι η Γη είναι ηλικίας 4.000–10.000 ετών, με τα στοιχεία να ποικίλλουν, ανάλογα με την πηγή. Ορισμένοι Ινδουιστές ψευδοαρχαιολόγοι πιστεύουν ότι το είδος Homo sapiens είναι πολύ αρχαιότερο από τα 200.000 χρόνια που πιστεύεται γενικά. Ο αρχαιολόγος Τζον Κόουλ (John R. Cole) αναφέρεται σε τέτοιες πεποιθήσεις ως «λατρευτική αρχαιολογία» και πιστεύει ότι είναι ψευδοαρχαιολογικές. Θεωρεί πως αυτού του είδους η «ψευδοαρχαιολογία» εμπεριέχει «πολλές από τις ιδιότητες, τις αιτίες και τα αποτελέσματα της θρησκείας»[12].

Ένα πιο συγκεκριμένο παράδειγμα θρησκευτικής ψευδοαρχαιολογίας είναι ο ισχυρισμός του Ρον Γουάιατ (Ron Wyatt) ότι ανακάλυψε την κιβωτό του Νώε, τους τάφους του Νώε και της συζύγου του, την τοποθεσία των Σοδόμων και των Γομόρρων, τον Πύργο της Βαβέλ και πολλές άλλες σημαντικές τοποθεσίες. Ωστόσο, δεν έχει παρουσιάσει επαρκή στοιχεία για να εντυπωσιάσει τους μελετητές της Βίβλου, τους επιστήμονες και τους ιστορικούς. Το Answers in Genesis διαδίδει πολλές ψευδοεπιστημονικές έννοιες ως μέρος της δημιουργιστικής θέσης του[28] [29].

Εκούσια και ακούσια ψευδοαρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ψευδοαρχαιολογία μπορεί να ασκηθεί ηθελημένα ή ακούσια. Οι αρχαιολογικές απάτες και οι φάρσες θεωρούνται σκόπιμη ψευδοαρχαιολογία. Γνήσια αρχαιολογικά ευρήματα ενδέχεται να μετατραπούν ακούσια σε ψευδοαρχαιολογία μέσω αντιεπιστημονικής ερμηνείας. (βλ . προκατάληψη επιβεβαίωσης). Οι επαγγελματίες της ψευδοαρχαιολογίας συχνά στρέφονται εναντίον ακαδημαϊκών αρχαιολόγων και καθιερωμένων επιστημονικών μεθόδων, υποστηρίζοντας ότι η συμβατική επιστήμη έχει παραβλέψει τα κρίσιμα στοιχεία. Μπορεί να γίνει επίκληση θεωριών συνωμοσίας, στις οποίες «το κατεστημένο» συνωμοτεί για την καταστολή στοιχείων.

Η αντιμετώπιση των παραπλανητικών «ανακαλύψεων» της ψευδοαρχαιολογίας φέρνει τους ακαδημαϊκούς αρχαιολόγους σε ένα δίλημμα, όπως περιγράφεται από τον Κορνέλιους Χόλτορφ (Cornelius Holtorf)[30], ως το αν πρέπει να προσπαθήσουν να διαψεύσουν εναλλακτικές προσεγγίσεις σε μια «σταυροφορική» προσέγγιση ή να επικεντρωθούν στην καλύτερη κατανόηση του κοινού των εμπλεκόμενων επιστημών. Ο Holtorf πρότεινε μια τρίτη, σχετικιστική και βασισμένη στο πλαίσιο[31] προσέγγιση, στον εντοπισμό των κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών που αντιμετωπίζουν τόσο οι επιστημονικές όσο και οι εναλλακτικές αρχαιολογίες και στον προσδιορισμό της ενασχόλησης με τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος στο παρόν με όρους κριτικής κατανόησης και διαλόγου με "πολλαπλά παρελθόντα", όπως η Μπάρμπαρα Μπέντερ που εξερεύνησε το Στόουνχεντζ[32], παρουσιάζοντας την αναζήτηση για αλήθειες ως διαδικασία και όχι ως αποτελέσματα.

«Οι αρχαιολογικές αναγνώσεις του τοπίου εμπλουτίζουν την εμπειρία της κατοίκησης ή της επίσκεψης ενός τόπου», υποστήριξε ο Χόλτορφ. «Αυτές οι αναγνώσεις μπορεί κάλλιστα να βασίζονται στην επιστήμη, αλλά ακόμη και η μη επιστημονική έρευνα συμβάλλει στον εμπλουτισμό των τοπίων»[33]. Το ερώτημα για τους πολέμιους της ψευδοαρχαιολογίας είναι αν ένας τέτοιος εμπλουτισμός είναι παραληρηματικός.

Παραπομπές-σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Holtorf 2005, p. 544.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Fagan and Feder 2006, 720.
  3. 3,0 3,1 Cole 1980, 2.
  4. 4,0 4,1 Fagan and Feder 2006, 721.
  5. 5,0 5,1 5,2 Stiebing Jr. 1987, 2.
  6. Cole 1980, 5.
  7. Fagan and Feder 2006, 721.
  8. Fagan 2006b, 27.
  9. Fagan 2006b, 28.
  10. Fagan and Feder 2006, 721–28.
  11. Harrold and Eve 1987, x.
  12. 12,0 12,1 Cole 1980, 3.
  13. Cole 1980, 5–6.
  14. 14,0 14,1 Fagan 2006b, 26.
  15. 15,0 15,1 Stiebing Jr. 1987], 3.
  16. Velikovsky 1950, 253–254, 269.
  17. Fagan 2006b, 31–32.
  18. Fagan 2006b, 32.
  19. Renfrew 2006, xii.
  20. Fagan 2006b, 33.
  21. Hancock 1995, 9–11, 468, 471.
  22. Fagan 2006b, 34.
  23. Arnold, Bettina (1992). «The Past as Propaganda» (PDF). northseattle.edu. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 25 Ιανουαρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 21 Αυγούστου 2022. 
  24. John Hoopes. The SAA Archaeological Record NOVEMBER 2019 – Volume 19 Number 5. Society for American Archaeology, σελ. 8–9. http://onlinedigeditions.com/publication/?i=634462&p=1&pp=1&view=issueViewer#{%22page%22:4,%22issue_id%22:634462,%22numpages%22:%221%22,%22publication_id%22:%2216146%22}. Ανακτήθηκε στις 13 January 2020. 
  25. D. Lowenthal (1985). The Past is a Foreign Country. Cambridge University Press. 
  26. Silverberg, Robert (1968). Moundbuilders of Ancient America. Greenwich: New York Graphics Society. 
  27. Williams, Gwyn A. (1987). Madoc: The Making of a Myth. Oxford: Oxford University Press. 
  28. Ohehir, Andrew (31 August 2005). «Archaeology from the dark side». Salon. https://www.salon.com/2005/08/31/archaeology/. 
  29. Trollinger, Susan L.· Trollinger, Jr., William Vance (2017). «Chapter 31:The Bible and Creationism». Στο: Gutjahr, Paul. The Oxford Handbook of the Bible in America (στα Αγγλικά). Oxford University Press. σελίδες 223–225. ISBN 9780190258856. 
  30. Holtorf, Cornelius (December 2005). «Beyond Crusades: How (Not) to Engage with Alternative Archaeologies». World Archaeology 37 (4): 544–551. doi:10.1080/00438240500395813Debates in "World Archaeology" 
  31. "We might want to remind ourselves of the truism that every past is the construct of a particular present-day context" (p. 548).
  32. Bender, Stonehenge, vol. 1 Making Space (Materializing Culture) , 1998.
  33. Holtorf 2005, 548.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακαδημαϊκά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Card, Jeb J. (2018). Spooky Archaeology: Myth and the Science of the Past. Albuquerque: University of New Mexico Press. ISBN 978-0-8263-5965-0. 
  • Cazeau, Charles J. (1979). Exploring the Unknown: Great Mysteries Reexamined. New York: Springer. ISBN 0-3064-0210-6. 
  • Garrett G. Fagan, επιμ. (2006). Archaeological Fantasies: How Pseudoarchaeology Misrepresents the Past and Misleads the Public. Abingdon, UK and New York: Routledge. ISBN 0-4153-0593-4. 
  • Feder, Kenneth. (2019). Frauds, Myths, and Mysteries: Science and Pseudoscience in Archaeology. Oxford: Oxford University Press. 
  • Harrold, Francis B. and Raymond A. Eve, επιμ. (1995). Cult Archaeology and Creationism: Understanding Pseudoscientific Beliefs about the Past. Ames: University of Iowa Press. ISBN 0-8774-5513-9. 
  • Jeremy Sabloff, επιμ. (1982). Frauds, Myths, and Mysteries: Science and Pseudoscience in Archaeology. New York: W.H. Freeman and Company. ISBN 0-7167-1395-0. 
  • Williams, Stephen. (1991). Fantastic Archaeology: The Wild Side of North American Prehistory. Philadelphia: University of Pennsylvania Press. ISBN 0-8122-1312-2. 
  • Wallis, Robert J. (2003). Shamans/Neo-Shamans: Ecstasy, Alternative Archaeologies and Contemporary Pagans. London: Routledge. 
  • Wauchope, Robert. (1962). Lost Tribes & Sunken Continents; Myth and Method in the Study of American Indians. Chicago: University of Chicago Press. ISBN 0-2268-7635-7. 
  • White, Peter. (1974). The Past is Human. Sydney: Angus & Robertson. ISBN 0-2071-3067-1. 

Ψευδοαρχαιολογικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεφάλαια ακαδημαϊκών έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Fagan, Garrett G. (2006a). «Preface». Στο: Garrett G. Fagan. Archaeological Fantasies: How Pseudoarchaeology Misrepresents the Past and Misleads the Public. Abingdon, UK and New York: Routledge. σελίδες xvii–xix. 
  • Fagan, Garrett G. (2006). «Diagnosing Pseudoarchaeology». Στο: Garrett G. Fagan. Archaeological Fantasies: How Pseudoarchaeology Misrepresents the Past and Misleads the Public. Abingdon, UK and New York: Routledge. σελίδες 23–46. 
  • Flemming, Nic (2006). «The Attraction of Non-Rational Archaeological Hypotheses: The Individual and Sociological Factors». Στο: Garrett G. Fagan. Archaeological Fantasies: How Pseudoarchaeology Misrepresents the Past and Misleads the Public. Abingdon, UK and New York: Routledge. σελίδες 47–70. 
  • Harrold, Francis B.· Eve, Raymond A. (1987). «Preface». Cult Archaeology & Creationism: Understanding Pseudoarchaeological Beliefs about the Past. Iowa: University of Iowa Press. σελίδες ix–xii. 
  • Renfrew, Colin (2006). «Foreword». Στο: Garrett G. Fagan. Archaeological Fantasies: How Pseudoarchaeology Misrepresents the Past and Misleads the Public. Abingdon, UK and New York: Routledge. σελίδες xii–xvi. 
  • Schadla-Hall, Tim (2004). «The Comforts of Unreason: The importance and relevance of alternative archaeology». Στο: N. Merriman. Public ArchaeologyΔωρεάν πρόσβαση υπoκείμενη σε περιορισμένη δοκιμή, συνήθως απαιτείται συνδρομή. London: Routledge Press. σελίδες 255–271. 
  • Sebastion, Tim (2001). «Alternative archaeology: has it happened?». A Permeability of Boundaries?: New Approaches to the Archaeology of Art, Religion and Folklore. British Archaeological Reports. Oxford. σελίδες 125–135. 
  • Stiebing, William H., Jr. (1987). «The Nature and Dangers of Cult Archaeology». Cult Archaeology & Creationism: Understanding Pseudoarchaeological Beliefs about the Past. Iowa: University of Iowa Press. σελίδες 01–10. 
  • Williams, S. (1987). «Fantastic archaeology: What should we do about it?». Cult Archaeology & Creationism: Understanding Pseudoarchaeological Beliefs about the Past. Iowa: University of Iowa Press. 

Άρθρα επιστημονικών περιοδικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψευδοαρχαιολογικά άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]