Τέχνεργο (αρχαιολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Με τον όρο τέχνεργο (ή και τεχνούργημα) στην αρχαιολογία εννοείται οποιοδήποτε είδος κινητών ευρημάτων[1] και αποτελούν τμήμα της αρχαιολογικής μαρτυρίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται αντικείμενα επεξεργασμένα ή τροποποιημένα από τον άνθρωπο, όπως εργαλεία, όπλα, αγγεία, αγάλματα, οικοσκευές, νομίσματα, λατρευτικά αντικείμενα και άλλα, που αποτελούν βασική πηγή πληροφοριών για την αρχαιολογία[2] . Ο όρος αναφέρεται τόσο σε τελικά προϊόντα, όσο και σε προϊόντα ενδιάμεσα είτε αυτά είναι ημιτελή είτε απορρίμματα κατεργασίας τελικών προϊόντων, π.χ. απολεπίσματα από τα οποία προήλθαν οι μικρόλιθοι ή μικρολεπίδες που προέρχονται από δευτερογενή επεξεργασία, δηλαδή τη διαδικασία μεταποίησης ενός εργαλείου, ακατάλληλου πιθανώς για χρήση, σε νέο είδος εργαλείου.

Σημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κουκουζέλη Αλ., Μανακίδου, Ε. και Κ. Σμπόνιας (2003). Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο. Πάτρα: ΕΑΠ, σελ. 93. ISBN 960-538-489-2. 
  2. «artefact. (n.d.)». Collins English Dictionary - Complete & Unabridged 11th Edition. Ανακτήθηκε στις 2 August 2012 – via CollinsDictionary.com. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κουκουζέλη Αλ., Μανακίδου, Ε. και Κ. Σμπόνιας (2003). Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο. Πάτρα: ΕΑΠ. ISBN 960-538-489-2. 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Renfrew C. Bahn P., Αρχαιολογία: Θεωρίες, μεθοδολογία και πρακτικές εφαρμογές, (μτφρ. Ι. Καραλή-Γιαννακοπούλου) Καρδαμίτσας, (Αθήνα, 2001)