Στρωματογραφία (αρχαιολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
1555 - Keramikos archaeological area, Athens - Stratigraphy - Photo by Giovanni Dall'Orto, Nov 12 2009.jpg

Με τον όρο στρωματογραφία (stratigraphy) στην αρχαιολογία εννοείται η μελέτη της διάταξης των αποθέσεων ή στρωμάτων, δηλαδή της διαστρωμάτωσης (stratification), μιας αρχαιολογικής θέσης. Τα στρώματα σε μια αρχαιολογική θέση είναι φυσικά (βλ. στρωματογραφία) και πολιτισμικά, ή μόνον γεωλογικά (σε περιόδους εγκατάλειψης αρχαιολογικών θέσεων). Ανάλογα με τις φυσικές ή πολιτισμικές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα σε μια θέση και τη διάρκειά τους, τα στρώματα ποικίλλουν ως προς το πάχος, τη σύσταση, το χρώμα και το περιεχόμενο.

Κλειστά και διαταραγμένα αρχαιολογικά στρώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρχαιολογικά στρώματα διακρίνονται σε «κλειστά» ή «διαταραγμένα». Τα κλειστά στρώματα - αποτέλεσμα αδιατάρακτης «πρωτογενούς δραστηριότητας»- παρέμειναν άθικτα από τη στιγμή της αρχικής τους διάπλασης και είναι σαφώς διαχωρισμένα το ένα από το άλλο.

Τα διαταραγμένα στρώματα είναι το αποτέλεσμα «δευτερογενούς δραστηριότητας». Μετά από την αρχική τους διάπλαση, διαταράχθηκαν είτε από ανθρώπινη ή φυσική δράση -π.χ. μεταγενέστερες διαταράξεις (από τη διάνοιξη τάφρων, λάκκων, πηγαδιών κ.λπ.). Άλλες διαταραχές είναι δυνατόν να προξενήθηκαν από φυσικά και χημικά φαινόμενα, όπως η διάβρωση ή ο σεισμός, με αποτέλεσμα μια ανεστραμμένη διαστρωμάτωση (δηλαδή μια εναπόθεση των γεωλογικών ή/και πολιτισμικών στρωμάτων σε αντίστροφη σειρά από εκείνη με την οποία είχαν αρχικά απoτεθεί). Τα διαταραγμένα στρώματα είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο σε σύνθετες αρχαιολογικές θέσεις με βαθιά διαστρωμάτωση.

Θεωρητικά, βάσει της αρχής της συσχέτισης, ένα στρώμα περιέχει πολιτισμικά και γεωλογικά κατάλοιπα που συσχετίζονται μεταξύ τους. Όμως, στην περίπτωση των διαταραγμένων στρωμάτων, υπάρχουν αποθέσεις οι οποίες αποτελούν μια αυτοτελή στρωματογραφική ενότητα. Oι αρχαιολόγοι αποχωρίζουν τις αποθέσεις αυτές από το υπόλοιπο στρώμα στο οποίο βρέθηκαν ή από το αμέσως υπερκείμενο ή υποκείμενο στρώμα και τις μελετούν χωριστά, ως ένα ενιαίο σύνολο, θεωρώντας ότι τα περιεχόμενά τους ανήκουν στο ίδιο αρχαιολογικό πλαίσιο και αποτελούν μια ομάδα.

Χρονολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To βάθος της διαστρωμάτωσης σε μια θέση είναι ανάλογο με τη φύση της θέσης και το χρονικό διάστημα της χρήσης της. Πολλές αρχαιολογικές θέσεις χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένως για πολλούς αιώνες ή χιλιετίες και παρουσιάζουν, συνεπώς, μια πολύ βαθιά διαστρωμάτωση -για παράδειγμα, στη περίπτωση των θέσεων που είναι γνωστές ως τούμπες η διαστρωμάτωση μπορεί να φθάσει τα 30 μέτρα βάθος. Με βάση τον γενικό κανόνα, που στηρίζεται στην αρχή της επαλληλίας, τα υψηλότερα στρώματα είναι και τα νεότερα και περιέχουν ευρήματα πιο πρόσφατα από τα κατώτερα και αρχαιότερα στρώματα. Η χρονική σχέση των στρωμάτων παρέχει μια σχετική χρονολόγηση για τα στρώματα και τα περιεχόμενά του. Η ακριβέστερη, απόλυτη χρονολόγηση προϋποθέτει ανάλυση των περιεχομένων του στρώματος, εφόσον εξασφαλιστεί ότι δεν αποτελούν παραβιάσεις από υπερκείμενα στρώματα και το στρώμα είναι «κλειστό». Η απόλυτη χρονολογία που προκύπτει είναι αυτή κατά την οποία ή μετά την οποία δημιουργήθηκε το εξεταζόμενο στρώμα, με άλλα λόγια είναι το λεγόμενο terminus post quem (λατιν. «όριο μετά από το οποίο») του στρώματος.

Από τα προηγούμενα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι σε ένα («κλειστό») στρώμα, στο οποίο υπάρχει αριθμός ευρημάτων διαφόρων χρονολογιών, το εύρημα με την πιο πρόσφατη χρονολογία είναι εκείνο που παρέχει τελικά το terminus post quem του στρώματος. Όταν χρονολογήσιμα υλικά, στρώματα ή ευρήματα βρίσκονται επάνω από ένα στρώμα ή συνιστούν «παραβιάσεις» του, τότε παρέχουν μία χρονολογία κατά την οποία, ή πριν από την οποία, το κατώτερο στρώμα πρέπει να είχε αποτεθεί, με άλλα λόγια ένα terminus ante quem (λατιν. «όριο πριν από το οποίο») για το δεδομένο στρώμα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Harris, E. C. (1989) Principles of Archaeological Stratigraphy, 2nd Edition. Academic Press: London and San Diego. ISBN 0-12-326651-3
  • Κουκουζέλη Αλ. κ.ά., Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο, Ε.Α.Π.: Πάτρα, 114-115.
  • Renfrew C., Bahn P., 2001, Αρχαιολογία: θεωρίες,μεθοδολογία και πρακτικές, Καρδαμίτσας: Αθήνα