Τσακωνιά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εθνολογικός χάρτης της Πελοποννήσου στα γερμανικά, ο οποίος εκδόθηκε το 1890. Οι Τσάκωνες ζουν στη περιοχή με ανοιχτό μπλε χρώμα.

Ως Τσακωνιά είναι γνωστή μια μικρή περιοχή στην ανατολική Πελοπόννησο όπου ομιλείται η τσακώνικη γλώσσα. Αυτή η περιοχή περιλαμβάνει 13 πόλεις, χωριά και οικισμούς γύρω από τα Πέρα Μέλανα Αρκαδίας. Είναι πολιτιστική περιοχή και φυσικά δεν είναι μια επίσημα καθορισμένη πολιτική οντότητα της Ελλάδας.

Έκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Σύντομη Γραμματική της Τσακώνικης Διαλέκτου που δημοσιεύτηκε το 1951, ο καθηγητής Θανάσης Κωστάκης ορίζει την Τσακωνιά ως μια περιοχή που εκτείνεται από τον Άγιο Ανδρέα Κυνουρίας μέχρι το Λεωνίδιο και τον Τυρό. Η Τσακωνιά, κατά τον Κωστάκη, εκτεινόταν μέχρι την Καστάνιτσα και τη Σίταινα στην ενδοχώρα, αλλά υποστηρίζει ότι παλαιότερα η Τσακωνιά έφτανε μέχρι το ακρωτήριο Μαλέα στην ανατολική Λακωνία. Η κυριότερη πόλη της Τσακωνιάς εκείνη την εποχή ήταν ο Πραστός, ο οποίος ωφελούνταν από ένα ειδικό εμπορικό προνόμιο που είχε χορηγηθεί σε αυτό το χωριό από τις αρχές στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ιμπραήμ Πασάς πυρπόλησε τον Πραστό κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και έπειτα η πόλη εγκαταλείφθηκε, με πολλούς από τους κατοίκους του να καταφεύγουν στην περιοχή γύρω από το Λεωνίδιο και τον Τυρό ή σε άλλες περιοχές γύρω από τον Αργολικό κόλπο .

Πανοραμική άποψη της Καστάνιτσας.

Μερικοί πρώτοι σχολιαστές φαίνεται ότι μπερδεύουν την μανιώτικη διάλεκτο με τα τσακωνικά, αποδεικνύοντας τον ευέλικτο χαρακτήρα του όρου.

Η πραγματική γεωγραφική εξάπλωση της τσακωνικής γλώσσας έχει συρρικνωθεί πολύ στα 70 και πλέον χρόνια που ακολούθησαν την δημοσίευση της Σύντομης Γραμματικής, αλλά η περιοχή που οριοθετεί ο Κωστάκης εξακολουθεί να θεωρείται μέρος της Τσακωνιάς λόγω της διατήρησης ορισμένων πολιτιστικών χαρακτηριστικών όπως ο τσακώνικος χορός και οι μοναδικές λαϊκές φορεσιές.

Η περιοχή όπου ομιλούταν η τσακωνική διάλεκτος ήταν κάποτε μεγαλύτερη από την περιοχή που κατονόμαζε η Σύντομη Γραμματική. Ο Εβλιγιά Τσελεμπή σημείωσε το 1668 ότι το χωριό Βάτικα, πολύ νότια του Λεωνιδίου, μιλούσε τσακωνικά. Ωστόσο αυτό το μέρος επανεποικίστηκε αργότερα από Αρβανίτες. Το Χρονικό του Μορέως (14ος αιώνας) υποδεικνύει επιπλέον ότι τα τσακώνικα ομιλούταν στην Κυνουρία, η οποία σήμερα ανήκει στην Αρκαδία, αλλά κάποτε θεωρούνταν ότι βρισκόταν στα βορειοανατολικά της Λακωνίας. [1] Θεωρείται ότι κάποτε το ανατολικό μισό της Λακωνίας ανήκε στην Τσακωνία. [1]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τσακωνικά : Γρούσσα νάμου είνι τα Τσακώνικα. Ρωτήετε να νιούμ΄ αλήωι. Ελληνικά : Η γλώσσα μας είναι τα Τσακώνικα. Ρωτήστε να σας πουν. Δίγλωσση πινακίδα στα τσακωνικά και ελληνικά.

Ο όρος Τσάκωνας εμφανίζεται για πρώτη φορά στα γραπτά βυζαντινών χρονικογράφων που αντλούν το εθνώνυμο των Τσακώνων από την παραφθορά του εθνωνύμου για τους Λάκωνες, τους Λακεδαίμονες (εννοεί τους Σπαρτιάτες)—αυτή η ονομασία είναι μια αναφορά στις δωρικές ρίζες της τσακώνικης γλώσσας[2] και στον πολύ μεταγενέστερο εκχριστιανισμό τον 9ο αιώνα και στη διατήρηση παραδοσιακών ελληνικών εθίμων, γεγονός που συσχετίστηκε με την απομόνωσή τους από την κυρίαρχη μεσαιωνική ελληνική κοινωνία. [3] Πολλοί θεωρούν ότι η πρώτη αναφορά στους Τσάκωνες είναι ένα σημείωμα που γράφτηκε γύρω στο 950 μ.Χ. από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο στο έγγραφο "Περί της τέχνης της διακυβέρνησης" (De arte imperiando), όπου ο Πορφυρογέννητος γράφει ότι: οι κάτοικοι της επαρχίας της Μάινας... είναι μεταξύ των παλαιότερων Ελλήνων, οι οποίοι [Τσάκωνες] ακόμη και σήμερα αποκαλούνται Έλληνες (ειδωλολάτρες) από τους ντόπιους επειδή ήταν παγανιστές στο παρελθόν και λάτρευαν τα είδωλα, όπως οι παλιοί Έλληνες. Βαφτίστηκαν και έγιναν χριστιανοί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αείμνηστου Βασιλείου (867–886). Με την λέξη Μάινα εννοούσε την Τσακωνιά.[3] [4]

Πιστεύεται ότι οι Τσάκωνες υπηρέτησαν συχνά ως συνοριοφύλακες στο βυζαντινό στρατό, αν κρίνουμε από τις αρκετές αναφορές που γίνονται σε βυζαντινά γραπτά για τζάκωνες και τζέκωνες που ασκούσαν τέτοιους ρόλους.[3] Η πρώτη αναφορά στο ότι η «βαρβαρική» γλώσσα τους ήταν μη κατανοητή στους ομιλητές της κοινής ελληνικής γλώσσας ανάγεται στον 15ο αιώνα. [3]

Σύμφωνα με τον Βυζαντινό ιστορικό Γεώργιο Παχυμέρη, ορισμένοι Τσάκωνες μεταφέρθηκαν από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα στην περιοχή της Προποντίδας. Η μετεγκατάστασή τους στην περιοχή αυτή ήταν μια μορφή αποζημίωσης για τη θητεία τους ως πεζοναύτες στο Βυζαντινό Ναυτικό.[5] :737Αυτοί και οι Πελοποννήσιοι Γασμούλοι, οι οποίοι υπηρέτησαν στον ίδιο ρόλο, απολύθηκαν από την υπηρεσία από τον διάδοχο του Μιχαήλ, Ανδρόνικο Β΄, ο οποίος έκανε μεγάλες μειώσεις στη ναυτική δύναμη, προτιμώντας να επανδρώσει το βυζαντινό ναυτικό με γενοβέζους μισθοφόρους.[5] :747Ζούσαν στα χωριά Βάτκα και Χαβούτσι, όπου ο ποταμός Αίσωπος (ή Γκιοσέν) χύνεται στη θάλασσα. Ωστόσο, επειδή έχει βρεθεί ότι η τσακωνική διάλεκτος της περιοχής διατηρεί στοιχεία που είναι κοινά στις διαλέκτους της Προποντίδας και τις Πελοποννησιακές διαλέκτους, ο Θανάσης Κωστάκης πιστεύει ότι η ημερομηνία εγκατάστασης τους πρέπει να ήταν αρκετοί αιώνες αργότερα. 

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τσάκωνες είναι μια ελληνική εθνογλωσσική ομάδα που ιστορικά μιλούσε την τσακώνικη γλώσσα. Έχουν ιδιόμορφες πολιτιστικές παραδόσεις, όπως ο τσακώνικος χορός. Σήμερα, η γλώσσα τους βρίσκεται σε κρίσιμο κίνδυνο.

Οι Τσάκωνες στα μεταγενέστερα χρόνια ήταν γνωστοί τοιχοποιοί. Πολλοί ήταν βοσκοί. Συνήθης πρακτική των Τσακώνων ήταν να φεύγει από το χωριό τους ένα μικρό πλήρωμα ανδρών υπό την ηγεσία ενός μάστορα μετά την γιορτή του Αγίου Δημητρίου και να επιστρέφουν στη περιοχή τους στο Πάσχα. Ταξίδευαν ακόμη και στην Αττική κάνοντας επισκευές και ασπρίσματα σπιτιών. Το τσακώνικο χωριό Καστάνιτσα ήταν γνωστό για τα κάστανά του. [6] :13

Γενετικές μελέτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική εργασία «Γενετική των πληθυσμών της Πελοποννήσου και θεωρία της εξαφάνισης του μεσαιωνικού ελληνικού πληθυσμού της Πελοποννήσου» (2017) μελέτησε τους Τσάκωνες σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα αποτελείται από 15 δείγματα ανθρώπων από τη νότια Τσακωνία και η δεύτερη αποτελείται από 9 δείγματα ανθρώπων προέρχονται από τη βόρεια Τσακωνία. Και οι δύο πληθυσμοί έχουν πολύ υψηλό μέσο μερίδιο αποσπάσματος ταυτότητας ανά καταγωγή στα γονίδια τους. Οι Τσάκωνες έχουν χαμηλά επίπεδα συγγένειας με τους Σλάβους (Λευκορώσους, Ρώσους, Πολωνούς και Ουκρανούς) σε ποσοστά 0.2%-0.9% (για τους Νότιους Τσάκωνες) και σε ποσοστά 3.9%-8.2% για τους Βόρειους Τσάκωνες. Οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι (από τους Πελοποννήσιους πάρθηκαν 148 δείγματα - εξαιρουμένων των Μανιωτών), έχουν ποσοστό σλαβικής καταγωγής σε ποσοστό 4.8% με 14.4%. Παρόλο που οι Μανιάτες, χωρισμένοι στις ομάδες Ανατολικής Μάνης και Δυτικής Μάνης (απ'όπου πάρθηκαν 22 δείγματα από την πρώτη και 24 από την δεύτερη), αλλά και Κάτω Μάνης (απ'όπου πάρθηκαν 23 δείγματα) έχουν αντίστοιχα ποσοστό σλαβικής καταγωγής 0.7% με 1.6%, 4.9% με 8.6% και 5.7% με 10.9% αντίστοιχα, οι Τσάκωνες παραμένουν ξεχωριστή πληθυσμιακή ομάδα τόσο από τους Μανιάτες όσο και τους Πελοποννήσιους, κάτι που αποδίδεται στην απομόνωση λόγω απόστασης και τη πιθανότητα η Τσακωνιά να κατοικούταν από Ίωνες που μιλούσαν δωρικά (κατά τον Ηρόδοτο), ενώ η Μάνη κατοικούταν από πραγματικούς Δωριείς.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Nicholas 2019
  2. William Miller. The Latins in the Levant: A History of Frankish Greece 1204–1566. Cambridge, Speculum Historiale, 1908. p. 4.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Nicholas 2019
  4. Original from Porphyrogenitus: Ἱστέον ὅτι οἱ τοῦ κάστρου τῆς Μαΐνης οἰκήτορες οὐκ εἰσὶν ἀπὸ τῆς γενεᾶς τῶν προρρηθέντων Σκλάβων, ἀλλ’ ἐκ τῶν παλαιοτέρων Ῥωμαίων, οἳ καὶ μέχρι τοῦ νῦν παρὰ τῶν ἐντοπίων Ἕλληνες προσαγορείονται διὰ τὸ ἐν τοῖς προπαλαιοῖς χρόνοις εἰδωλολάτρας εἶναι καὶ προσκυνητὰς τῶν εἰδώλων κατὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, οἵτινες ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ ἀοιδίμου Βασιλείου βαπτισθέντες χριστιανοὶ γεγόνασιν
  5. 5,0 5,1 Treadgold, Warren (1997). A History of the Byzantine State and Society. Stanford, California: Stanford University Press. 
  6. Costakis, Thanasis P (1951). Σύντομη Γραμματική της Τσακωνικής Διαλέκτου. Athens: Institut Français d'Athènes. 
  7. Stamatoyannopoulos, George; Bose, Aritra; Teodosiadis, Athanasios; Tsetsos, Fotis; Plantinga, Anna; Psatha, Nikoletta; Zogas, Nikos; Yannaki, Evangelia και άλλοι. (8 March 2017). «Genetics of the peloponnesean populations and the theory of extinction of the medieval peloponnesean Greeks» (στα αγγλικά). European Journal of Human Genetics 25 (5): 637–645. doi:10.1038/ejhg.2017.18. ISSN 1476-5438. PMID 28272534. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Nicholas, Nick (2019). «A critical lexicostatistical examination of Ancient and Modern Greek and Tsakonian». Journal of Applied Linguistics and Lexicography 1 (1): 18–68. doi:10.33910/2687-0215-2019-1-1-18-68. 
  • Chrēstos D. Petakos (2003). Chrēstu D. Petaku "Tsakonia": psēphida ellēnikē istorias kai politismu. Zacharopulos. ISBN 978-960-91690-1-1. 
  • Hawes, Charles H. "Some Dorian Descendants?." The Annual of the British School at Athens 16 (1910): 258-280.
  • kai Chavoutsi, Vatika. "ta tsakonochoria tes Propontidas." (1979).
  • Bagenas, Thanos K. Thanu K. Bagena Historika Tsakōnias kai Leōnidiu. 1971.
  • Pitsios, Th K. "Anthropologische Untersuchung der Bevölkerung des Peloponnes unter besonderer Berücksichtigung der Arwaniten und Tsakonen." Anthropologischer Anzeiger (1986): 215-225.