Γασμούλοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Με την ονομασία Γασμούλοι φέρονταν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τα άτομα - γόνοι που προέρχονταν από μικτούς γάμους μεταξύ Ελλήνων και Φράγκων - Ενετών, φαινόμενο που πρωτοεμφανίσθηκε στη περίοδο της Φραγκοκρατίας.

Ετυμολογικά η ονομασία αυτή προέρχεται εκ της γαλλικής gars, που φέρεται ως αρχαιότερος τύπος του σημερινού garçon, και από τη λατινική mulus, (garsmulus), όπου αρχικά στην Πελοπόννησο και κατ' επέκταση σ' ολόκληρη την Ελλάδα σημαίνει νόθος.

Παρά ταύτα στην στρατιωτική ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οι Γασμούλοι φέρονται να συγκροτούσαν ειδικό στρατιωτικό σώμα που λεγόταν "Γασμουλικό" ή "Βασμουλικό" το οποίο και διακρίθηκε σε πολλούς αγώνες. Τέτοιο στρατιωτικό σώμα χρησιμοποίησε και ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος ακόμα και στο Βυζαντινό ναυτικό στην αναδιοργάνωσή του και επάνδρωσή του σε κωπηλάτες που παρέμειναν μέχρι τη διάλυση του αυτοκρατορικού στόλου που συνέβη το 1285. Κατά τις ιστορικές σημειώσεις του Ν. Γρηγορά, οι Γασμούλοι λόγω του απείθαρχου χαρακτήρα τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις διάφορες εμφύλιες διαμάχες.

Μετά την κατάλυση της αυτοκρατορίας οι Γασμούλοι μεταβλήθηκαν σε υπηρέτες, αγρότες και κάποιοι εξ αυτών εξελίχθηκαν σε πειρατές.

Επί Ενετοκρατίας ανάλογη κατηγορία τέτοιων μιγάδων χρησιμοποιήθηκε και από το Δουκάτο του Αρχιπελάγους. Στη τοπική κυκλαδίτικη διάλεκτο ονομάζονταν "βασμούλοι" που χρησιμοποιούνταν ως ενδιάμεση τάξη μεταξύ ελευθέρων και δούλων. Χρησιμοποιούνταν δηλαδή σε διάφορες εργασίες - αγγαρείες τόσο στη ξηρά όσο και στη θάλασσα τις καλούμενες "βασμουλίες" χωρίς να έχουν το δικαίωμα απόκτησης περιουσίας τόσο οι ίδιοι όσο και οι απογόνοι τους.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.16ος, σελ.202.