Σχολή της Μπαρμπιζόν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ζαν-Μπατίστ Καμίλ Κορό, Το δάσος του Φονταινεμπλώ (1846), Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης.

Η Σχολή της Μπαρμπιζόν (γαλλικά: École de Barbizon) ήταν γαλλική σχολή ζωγραφικής των μέσων του 19ου αιώνα, τμήμα ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού κινήματος προς τον Ρεαλισμό στην τέχνη, που προέκυψε στα πλαίσια του κυρίαρχου Ρομαντικού κινήματος της εποχής και συνέβαλε στην καθιέρωση του ρεαλισμού στη γαλλική τοπιογραφία.

Πήρε το όνομά της από το χωριό Μπαρμπιζόν της Γαλλίας, στην άκρη του δάσους του Φονταινεμπλώ, στα περίχωρα του Παρισιού, όπου συγκεντρώθηκαν πολλοί καλλιτέχνες. Η σχολή της Μπαρμπιζόν αντιπροσωπεύει μια ενδιάμεση φάση ανάμεσα στη μελοδραματική γραφικότητα της ρομαντικής τοπιογραφίας και στην ιμπρεσιονιστική τοπιογραφία.[1]

Η σχολή της Μπαρμπιζόν δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1820 και διατηρήθηκε μέχρι περίπου το 1870. Είχε μεγάλη επιρροή στην τοπιογραφία σε όλη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στον ιμπρεσιονισμό.[2]

Πρόδρομοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τεοντόρ Ρουσώ, Μπεκινί, Σομ, περ. 1857

Το 1824 το Σαλόν του Παρισιού εξέθεσε έργα του Άγγλου τοπιογράφου Τζον Κόνσταμπλ. Οι αγροτικές σκηνές του επηρέασαν ορισμένους από τους νεότερους καλλιτέχνες της εποχής, ωθώντας τους να εγκαταλείψουν τον Ακαδημαϊσμό και να αντλήσουν έμπνευση απευθείας από τη φύση. Οι φυσικές σκηνές έγιναν το θέμα των πινάκων τους και όχι απλώς το σκηνικό δραματικών γεγονότων. Οι ζωγράφοι επηρεάστηκαν επίσης από τον σύγχρονο Άγγλο τοπιογράφο Ουίλλιαμ Τέρνερ αλλά και Γάλλους ζωγράφους του 17ου αιώνα όπως ο Κλωντ Λορραίν και τους Ολλανδούς της Χρυσής ολλανδικής εποχής στη ζωγραφική, ιδιαίτερα στους Μέιντερτ Χομπέμα και Γιάκομπ φαν Ράουσντελ. [3]

Ζωγράφοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζαν-Φρανσουά Μιλέ, Οι σταχομαζώχτρες, 1857, Μουσείο Ορσέ, Παρίσι.

Το όνομα της σχολής προέρχεται από το χωριό Μπαρμπιζόν, στην άκρη του μεγάλου δάσους του Φονταινεμπλώ κοντά στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκαν οι ηγέτες της σχολής, Τεοντόρ Ρουσώ και Ζαν-Φρανσουά Μιλέ, έχοντας εγκαταλείψει το Παρίσι λόγω ανέχειας και έλλειψης επιτυχίας το 1846 και 1849, αντίστοιχα. Σύντομα έφθασαν εκεί αρκετοί τοπιογράφοι, άλλοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα και άλλοι τους επισκέπτονταν τακτικά στη Μπαρμπιζόν και στα γειτονικά χωριά, περίπου 120 ζωγράφοι, ανάμεσά τους και πολλοί ξένοι. [4]

Τα σημαντικότερα μέλη της ομάδας ήταν ο Τεοντόρ Ρουσώ, ο Σαρλ-Φρανσουά Ντωμπινί, ο Ζυλ Ντυπρέ, ο Κονστάν Τρουαγιόν, ο Σαρλ Ζακ και ο Ναρσίς Ντιάζ ντε λα Πένια. Επίσης, ο Ζαν-Φρανσουά Μιλέ έζησε στη Μπαρμπιζόν από το 1849, αλλά το ενδιαφέρον του για θέματα της αγροτικής ζωής με φόντο το τοπίο τον ξεχωρίζει κάπως από τους άλλους. Ο Ζαν-Μπατίστ Καμίλ Κορό ήταν ο πρώτος που έφθασε στη Μπαρμπιζόν, ζωγραφίζοντας για πρώτη φορά το δάσος το 1829, αλλά «το έργο του έχει μια ποιητική και λογοτεχνική ποιότητα που τον ξεχωρίζει»[5].

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζυλ Ντυπρέ, Δρυς του Φονταινεμπλώ, 1840

Οι ζωγράφοι της Μπαρμπιζόν αναζήτησαν τη γαλήνη στη φύση, ως συνέπεια του ρομαντισμού, παρ' όλα αυτά απομακρύνθηκαν από τον υπέρμετρο συναισθηματισμό της καθιερωμένης ρομαντικής τοπιογραφίας όπως επίσης και από τον φορμαλισμό της κλασικής ακαδημαϊκής παράδοσης, η οποία χρησιμοποιούσε το τοπίο απλώς ως φόντο για αλληγορίες και ιστορικές και μυθολογικές παραστάσεις. Οι καλλιτέχνες της Μπαρμπιζόν ζωγράφισαν το τοπίο με ρεαλιστικούς όρους: το τοπίο για το τοπίο, κάνοντάς το κύριο θέμα των έργων τους. Τα περισσότερα έργα τους ήταν τοπιογραφίες, αλλά πολλοί ζωγράφισαν επίσης τοπία με αγρότες, ζώα και σκηνές του αγροτικού βίου.[6]

Οι ζωγράφοι της Μπαρμπιζόν δεν στόχευαν σε μια ενιαία αισθητική και ο καθένας τους είχε τη δική του τεχνοτροπία. Αυτό που τους ένωσε ήταν η απόρριψη του Ακαδημαϊσμού υπέρ της άμεσης έμπνευσης απευθείας από τη φύση. Όλοι τους όμως, παρά τη ρομαντική τους έμπνευση, έδωσαν έμφαση στις απλές και συνηθισμένες και όχι στις τρομακτικές και μνημειώδεις ή εξιδανικευμένες πτυχές της φύσης.

Σε αντίθεση με τους Άγγλους συγχρόνους τους, έδειξαν ελάχιστο ενδιαφέρον για τις επιφανειακές επιδράσεις του φωτός και του χρώματος ή για τις ατμοσφαιρικές μεταβολές. Αντίθετα, έδωσαν έμφαση στα μόνιμα χαρακτηριστικά, ζωγραφίζοντας συμπαγείς, λεπτομερείς φόρμες σε περιορισμένη γκάμα χρωμάτων. Ενδιαφερόμενοι για την ψυχική διάθεση, αλλοίωναν τη φυσική εμφάνιση για να εκφράσουν αυτό που έβλεπαν ως τον αντικειμενικό «χαρακτήρα» του τοπίου. Μερικά από τα πιο εξέχοντα χαρακτηριστικά της σχολής είναι οι τονικές ιδιότητες, το χρώμα, το χαλαρό πινέλο και η απαλότητα της φόρμας.[2]

Επιτυχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πανδοχείο Γκαν, διαμονή των περισσότερων ζωγράφων στη Μπαρμπιζόν μεταξύ 1830 και 1870, Νομαρχιακό μουσείο της Σχολής της Μπαρμπιζόν.

Έχοντας υποφέρει για μεγάλο διάστημα από παντελή έλλειψη αναγνώρισης, οι ζωγράφοι της Μπαρμπιζόν άρχισαν να κερδίζουν δημοτικότητα στα μέσα του αιώνα. Οι περισσότεροι κέρδισαν επίσημη αναγνώριση από την Ακαδημία Καλών Τεχνών και άρχισαν να λαμβάνουν υψηλές τιμές για τους πίνακές τους. Το έργο τους ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στα τέλη του αιώνα στη Γαλλία και το εξωτερικό. Μερικοί από τους ζωγράφους της Μπαρμπιζόν ήταν δεξιοτέχνες της σύνθεσης, άλλοι ήταν λιγότερο ικανοί. Αλλά η ιστορική σημασία όλων τους είναι αναμφισβήτητη, γιατί ως ομάδα συνέβαλαν καθοριστικά στην καθιέρωση της καθαρής, αντικειμενικής τοπιογραφίας ως αυτόνομου είδους στη Γαλλία.[7]

Επίδραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τεοντόρ Ρουσώ, Λιβάδι που συνορεύει με δέντρα, 1845, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (Νέα Υόρκη)

Στα τέλη της δεκαετίας του 1860, οι ζωγράφοι της Μπαρμπιζόν τράβηξαν την προσοχή μιας νεότερης γενιάς Γάλλων καλλιτεχνών που σπούδαζαν και εργάζονταν στο Παρίσι. Αρκετοί από αυτούς τους καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων οι Κλωντ Μονέ, Πιέρ-Ωγκύστ Ρενουάρ, Αλφρέντ Σισλέ και Φρεντερίκ Μπαζίλ επισκέπτονταν το δάσος του Φονταινεμπλό για να ζωγραφίσουν το τοπίο. Στη δεκαετία του 1870 αυτοί οι καλλιτέχνες, μεταξύ άλλων, ανέπτυξαν το καλλιτεχνικό κίνημα του ιμπρεσιονισμού και άσκησαν τη ζωγραφική στην ύπαιθρο και όχι στα εργαστήρια.

Ο Καμίλ Πισαρό ήταν μαθητής του Ζαν-Μπατίστ Καμίλ Κορό, ο οποίος θεωρούνταν ως ο κορυφαίος τοπιογράφος στη Γαλλία εκείνη την εποχή. Ο μετα-ιμπρεσιονιστής ζωγράφος Βίνσεντ βαν Γκογκ μελέτησε και αντέγραψε επίσης αρκετούς των ζωγράφων της Μπαρμπιζόν, συμπεριλαμβανομένων 21 αντιγράφων πινάκων του Ζαν-Φρανσουά Μιλέ.[8]

Τα έργα της σχολής της Μπαρμπιζόν ήταν πολύ δημοφιλή και στο εξωτερικό και επηρέασαν ζωγράφους και ζωγραφικές σχολές στο Βέλγιο, στις ΗΠΑ (Σχολή του ποταμού Χάντσον), στην Ιαπωνία, στο Λονδίνο, στη Σουηδία, στη Δανία (Ζωγράφοι του Σκάγκεν) στην Ελλάδα (Σταμάτης Βούλγαρης) και στην Κεντρική Ευρώπη. [2]

Επιλογή έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]