Ταχίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ταχίνι
Tahina.JPG
Ταχίνι με λεμόνι και σκόρδο.
Πληροφορίες
Είδος Αλείμματα ή Βουτήγματα
Κύρια συστατικά Σπόροι σησαμιού

Το ταχίνι (επίσης tahina, Αραβικά: طحينة) είναι μια λιπαρή πάστα από ψημένο, τριμμένο, ξεφλουδισμένο σουσάμι που χρησιμοποιείται στις κουζίνες της Βόρειας Αφρικής, Ελλάδας, Ιράν, Τουρκίας και της Μέσης Ανατολής. Το ταχίνι κυκλοφορεί στην αγορά σε δύο τύπους:

  • από σουσάμι αποφλοιωμένο
  • από σουσάμι αναποφλοίωτο

Το ταχίνι επίσης, σερβίρεται ως βούτηγμα (dip) από μόνο του ή ως ένα σημαντικό συστατικό του χούμους,[Σημ. 1][1] του baba ghanoush [Σημ. 2][2][3] και του χαλβά.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χουμούς and φούλια[Σημ. 3] καλυμμένα με ταχίνι.
Αφορά τους ωμούς σπόρους από το σουσάμι.
Διατροφική αξία
100 g (3.5 oz)
Ενέργεια
(Energy)
2.489 kJ
Θερμίδες
(Calories)
595 kcal
Υδατάνθρακες
(Carbohydrates)
21,19 g
Λιπαρά
(Fat)
53,76 g
Πρωτεΐνες
(Proteins)
17 g
Βιταμίνες (Vitamins)
Βιταμίνη Α
(Vitamin A)
67 I.U.
Θειαμίνη1)
(Thiamin B1)
1,220 mg (106%)
Ριβοφλαβίνη2)
(Riboflavin B2)
0,473 mg (39%)
Νιασίνη3)
(Niacin B3)
5,450 mg (36%)
Παντοθενικό οξύ5)
(Pantothenic acid B5)
0,693 mg (14%)
Βιταμίνη Β6
(Vitamin B6)
0,149 mg (11%)
Φυλλικό οξύ9)
(Folic Acid B9)
98 μg (25%)
Βιταμίνη Β12
(Vitamin B12)
0 μg (0%)
Ίχνη μετάλλων (Trace metals)
Ασβέστιο
(Calcium)
426 mg (43%)
Σίδηρος
(Iron)
8,95 mg (69%)
Μαγνήσιο
(Magnesium)
95 mg (27%)
Μαγγάνιο
(Manganese)
1,456 mg (69%)
Φωσφόρος
(Phosphorus)
732 mg (105%)
Κάλιο
(Potassium)
414 mg (9%)
Νάτριο
(Sodium)
115 mg (8%)
Ψευδάργυρος
(Zinc)
4,62 mg (49%)
Άλλα συστατικά (Other constituents)
Νερό
(Water)
3,05 g
Μονάδες μέτρησης

μg = micrograms, mg = milligrams
IU = International units
Τα ποσοστά είναι κατά προσέγγιση, χρησιμοποιώντας τις συστάσεις των ΗΠΑ συστάσεις για τους ενήλικες.

Το ταχίνι είναι μια δανεική λέξη από το Αραβικό: طحينة [tˤaħiːna] ή ακριβέστερα ṭaḥīniyya طحينية, που προέρχεται από τη ρίζα ط ح ن t-h-N, το οποίο ως ρήμα طحن ṭaḥana σημαίνει «να αλέσει»,[4] η ίδια ρίζα όπως طحين [tˤaħiːn], «αλεύρι» σε ορισμένες Αραβικές διαλέκτους.

Η πρότυπη Αραβική ορθογραφία طحينة μεταγράφεται σωστά ως ṭaḥīnah. Η τελευταία συλλαβή προφέρεται [næ, na, nɑ, ne, nɐ], ανάλογα με την περιοχή απ'όπου προέρχεται ο ομιλητής. Στις Λεβαντίνικες Αραβικές διαλέκτους, ωστόσο, η τελευταία συλλαβή προφέρεται [ne]. Δεδομένου ότι οι περισσότεροι των μεταναστών της Μέσης Ανατολής του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα στις Αγγλόφωνες χώρες ήταν Χριστιανοί προερχόμενοι από τη Συρία, το Λίβανο και την Παλαιστίνη, αυτή θα μπορούσε να είναι η προέλευση της Αγγλικής χρήσης του τελικού /i/. Η γλωσσική πηγή θα μπορούσε επίσης να είναι Ελληνική, καθώς το ταχίνι στα Ελληνικά ονομάζεται επακριβώς ταχίνι (tahini).

Η λέξη «ταχίνι» εμφανίζεται στα Αγγλικά από τα τέλη της δεκαετίας του 1930.[5][6]

Το απλό, μη επεξεργασμένο ταχίνι χωρίς πρόσθετα συστατικά, είναι γνωστό και ως «ακατέργαστο ταχίνι».[7]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παλαιότερη αναφορά του σουσαμιού είναι σε ένα έγγραφο γραμμένο πριν από 4.000 χρόνια σε σφηνοειδή γραφή, όπου περιγράφει το έθιμο της προσφοράς στους θεούς, του κρασιού από σουσάμι. Ο ιστορικός Ηρόδοτος γράφει για την καλλιέργεια του σησαμιού πριν από 3.500 χρόνια στην περιοχή των ποταμών του Τίγρη και Ευφράτη στο Αρχαίο Ιράκ. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως πηγή ελαίου.[8]

Το ταχίνι αναφέρεται ως συστατικό του χούμους κάσα (hummus kasa), μια συνταγή που μεταγράφεται σε ένα ανώνυμο Αραβικό βιβλίο μαγειρικής του 13ου αιώνα (Kitab Wasf al-Atima al-Mutada)[9] Η πάστα από σουσάμι είναι ένα συστατικό σε ορισμένα Κινεζικά, Κορεατικά και Ιαπωνικά πιάτα· χρησιμοποιείται σε ορισμένες εκδόσεις των πιάτων του Σετσουάν χυλοπίτες dan dan. Το ταχίνι χρησιμοποιείται επίσης στην Ινδική κουζίνα.[10] Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ταχίνι από σουσάμι, μαζί με άλλα ωμά βούτυρα καρυδιών,[Σημ. 4] ήταν διαθέσιμο από το 1940 στα καταστήματα υγιεινής διατροφής.[5]

Προετοιμασία και αποθήκευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ταχίνι γίνεται από σπόρους σουσαμιού, οι οποίοι εμποτίζονται στο νερό και στη συνέχεια συνθλίβονται για να διαχωριστεί το πίτουρο από τους πυρήνες. Οι συνθλιμμένοι σπόροι εμποτίζονται στο θαλασσινό νερό, προκαλώντας έτσι τη βύθιση του φλοιού. Οι επιπλέοντες πυρήνες ξαφρίζονται από την επιφάνεια, ψήνονται και αλέθονται για να παραχθεί μια ελαιώδης πάστα.[11]

Λόγω της υψηλής περιεκτικότητας ελαίου στο ταχίνι, πολλοί κατασκευαστές συστήνουν την ψύξη για να αποτραπεί η αλλοίωση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα μεταξύ των παρασκευαστών του ωμού οργανικού ταχινιού, οι οποίοι συχνά θα προετοιμάσουν το ταχίνι τους σε χαμηλές θερμοκρασίες, θα το μεταφέρουν και θα το αποθηκεύσουν στα ψυγεία, προκειμένου να μεγιστοποιήσουν την ποιότητα και τη διάρκεια ζωής του.[12]

Μαγειρικές χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σάλτσες με βάση το ταχίνι είναι πολύ κοινές στα εστιατόρια της Μέσης Ανατολής, είτε ως ένα δευτερεύον πιάτο είτε ως γαρνιτούρα, συμπεριλαμβάνοντας συνήθως χυμό λεμονιού, αλάτι, σκόρδο και αραιωμένο με νερό, όπως χούμους από μαγειρεμένο πουρέ ρεβιθιών αναμεμειγμένων με ταχίνι, ελαιόλαδο, χυμό λεμονιού, αλάτι και σκόρδο. Η σάλτσα από ταχίνι, είναι επίσης ένα δημοφιλές κάλυμμα για κρέας και λαχανικά, στην κουζίνα της Μέσης Ανατολής.

Στην Αρμενία, το ταχίνι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σάλτσα για το λαχματζούν (lahmacun).[Σημ. 5][13]

Στην Τουρκία, το ταχίνι (Τουρκικά: tahin) αναμειγνύεται με πετιμέζι (pekmez)[Σημ. 6][14][15][16] για να σχηματιστεί ένα πιάτο που ονομάζεται tahin-pekmez. Λόγω της υψηλής θερμιδικής της φύσης του, σερβίρεται ως πρωινό ή μετά το γεύμα σαν επιδόρπιο, για να βυθιστούν μέσα του κομμάτια ψωμιού, ιδιαίτερα κατά την χειμερινή περίοδο.

Στο Ιράκ, το ταχίνι είναι γνωστό ως «rashi» και αναμειγνύεται με σιρόπι χουρμαδιάς[Σημ. 7] για να γίνει ένα γλυκό που συνήθως τρώγεται με ψωμί.

Το ταχίνι ονομάζεται ardeh (ارده) στα Περσικά και harda στο Κουβέιτ. Στο Ιράν χρησιμοποιείται για την παρασκευή του halvardeh (حلواارده), ενός είδους χαλβά.

Στη Κύπρο, το ταχίνι, τοπικά είναι γνωστό ως «τάσι», χρησιμοποιείται ως ντιπ για το ψωμί και στην πίτα του σουβλάκι, αντί για το τζατζίκι το οποίο συνηθίζεται στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα, το ταχίνι (Ελληνικά: ταχίνι), χρησιμοποιείται σαν επάλειψη στο ψωμί, είτε μόνο του είτε καλύπτεται με μέλι ή μαρμελάδα. Βάζα από ταχίνι έτοιμα με μέλι ή με κακάο, είναι διαθέσιμα στα ράφια με τρόφιμα για τα πρωινά, των Ελληνικών σούπερ μάρκετ. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως βασικό συστατικό παρασκευής ορισμένων τύπων χαλβά καθώς και για την παρασκευή ταχινόσουπας, της νηστίσιμης καρυδόπιτας και παγωτού.

Στο Ισραήλ, το ταχίνι (Εβραϊκά: טחינה, t'hina) είναι ένα βασικό προϊόν διατροφής. Σερβίρεται ως ντιπ με πίτα, σαν κάλυμμα για το φαλάφελ,[Σημ. 8]sabich,[Σημ. 9][17] Jerusalem mixed grill[Σημ. 10][18] και shwarma[Σημ. 11][19][20] και ως συστατικό σε διάφορα αλείμματα. Επίσης, χρησιμοποιείται ως σάλτσα μαγειρέματος για κρέατα και ψάρια.[21] και στα γλυκά επιδόρπια όπως το χαλβά, το χαλβά παρφέ,[22] το παγωτό χαλβά και τα μπισκοτάκια (cookies) ταχίνι.

Επίσης, σερβίρεται ως ντιπ με laffah[Σημ. 12][23] ή πίτα ψωμί.

Στη Λωρίδα της Γάζας, μια ποικιλία γνωστή ως «κόκκινο ταχίνι» που έχει το χρώμα της σκουριάς, σερβίρεται εκτός από το κανονικό ταχίνι. Αυτό επιτυγχάνεται με μία διαφορετική και πιο μακροσκελή διαδικασία καβουρντίσματος του σουσαμιού και έχει μια πιο έντονη γεύση. Το κόκκινο ταχίνι, χρησιμοποιείται στη sumagiyya (αρνάκι με σέσκουλα και σουμάκ) και σαλάτες που προέρχονται από τα falaheen από τα γύρω χωριά, καθώς και από τη νότια Γάζα.

Στο Λεβάντε, το ταχίνι (Αραβικά: t'hine) είναι ένα βασικό είδος διατροφής, που παρασκευάζεται με πολτοποιημένο σκόρδο και χυμό λεμονιού. Σερβίρεται ως ντιπ με πίτα, ένα κάλυμμα για το φαλάφελ, τη shwarma και ως συστατικό σε διάφορα αλείμματα. Επίσης, χρησιμοποιείται ως σάλτσα μαγειρέματος για κρέατα και πάντα σερβίρεται ως συνοδευτικό πιάτο στα ψάρια. Επίσης, είναι το κύριο συστατικό σε ένα θαλασσινό πιάτο που ονομάζεται siyadiyeh. Το ταχίνι βρίσκεται μέσα στα γλυκά επιδόρπια, όπως το χαλβά και το χαλβά με φιστίκια Αιγίνης.

Στην Ανατολική Ασία, το ταχίνι (Κινεζικά: 芝麻醬) είναι ένα σημαντικό καρύκευμα που χρησιμοποιείται στα ξηρά ζυμαρικά (ζεστά ή κρύα). Το ταχίνι μπορεί επίσης να καταναλωθεί ως σνακ, γνωστό ως 芝麻糊.

Διατροφικές πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω των ιδιοτήτων που περιέχει το ταχίνι, έχει χαρακτηριστεί ως υπέρ-τροφή (super food).[Σημ. 13][24] Στην κατηγορία αυτή ανήκει το ταχίνι, που προέρχεται από 100% αλεσμένο σουσάμι και που αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να διατηρεί όλα τα ευεργετικά συστατικά του πολύτιμου αυτού σπόρου.[24]

Χάρη στη σύστασή του και στα πλαίσια ενός ισορροπημένου διαιτολογίου, μπορεί να συμβάλλει στην πρόσληψη πρωτεΐνης, βιταμινών του συμπλέγματος Β, ασβεστίου, μαγνησίου, ψευδαργύρου, φωσφόρου και πολυακόρεστων λιπαρών οξέων.[24] Πρόκειται για μια τροφή, όσων θέλουν να προλάβουν την οστεοπόρωση, να προστατεύσουν την καρδιά, να ενισχύσουν τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και γενικότερα, να οχυρώσουν τον οργανισμό.[24]

Το σουσάμι έχει πολλές θρεπτικές ιδιότητες, πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας και πολλές βιταμίνες (Β1, Β2, Ε, νιασίνη), ιδιαίτερα χρήσιμες για ευαίσθητες ηλικιακές ομάδες, όπως είναι τα παιδιά. Περιέχει 20% πρωτεΐνες, εύπεπτες, πλούσιες σε θειούχα αμινοξέα (μεθειονίνη, αργινίνη, λευκίνη, τρυπτοφάνη), τα οποία συνδυαζόμενα με τροφές που περιέχουν λυσίνη, αποκτούν μεγαλύτερη διατροφική αξία και συνεισφέρουν στην καλή υγεία πολλών οργάνων, όπως το συκώτι και τα νεφρά. Περιέχει επίσης υδατάνθρακες (20%) κυρίως με τη μορφή των φυτικών ινών, οι οποίες βοηθούν στην ομαλή λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος, καθώς και καλής ποιότητας λίπος (50%), κυρίως μονοακόρεστα ή πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (ω-6), (που συμβάλλουν στη μείωση της χοληστερόλης [της ολικής και της ‘κακής’]).[24]

Σε σύγκριση με άλλα γλυκά, όπως η σοκολάτα και τα παράγωγά της, το ταχίνι υπερτερεί διότι περιέχει ελάχιστα κορεσμένα λιπαρά. Είναι πλούσιο σε ασβέστιο (για την πρόληψη της οστεοπόρωσης), σίδηρο (για τη σωματική και πνευματική ευεξία), κάλιο και ψευδάργυρο (για την αύξηση της άμυνας του οργανισμού), φώσφορο, μαγνήσιο (δρα καταπραϋντικά, ηρεμιστικά, μειώνει τους πονοκεφάλους και τις ημικρανίες), μαγγάνιο και σελήνιο (έχουν έντονη αντιοξειδωτική δράση, καθώς καταπολεμούν τις ρίζες), χαλκό (για τη μείωση των πόνων στις αρθρώσεις), ενώ είναι καλή πηγή φυτοστερολών και λιγνανών (σεσαμίνη, σεσαμολίνη) που δρουν αντιοξειδωτικά, αποτοξινωτικά και φαρμακευτικά (μειώνουν την χοληστερίνη και την υπέρταση) στον οργανισμό (Yale J Biol Med. 2006).

Η βιταμίνη Ε (που προστατεύει τον οργανισμό από τη γήρανση) και που περιέχεται σε μεγαλύτερο ποσοστό από το ελαιόλαδο, δρα προστατευτικά στον οργανισμό από τις φθορές που προκαλούν οι παραγόμενες ελεύθερες ρίζες και τα υποπροϊόντα μεταβολισμού. Διαθέτει επίσης αντικαρκινική δράση (Ca μαστού) και ανασταλτική σε χρόνιες παθήσεις (καρδιαγγειακές παθήσεις, καταρράκτη, διαβήτη, νόσο Αλτσχάιμερ, νόσο του Πάρκινσον). Δεν περιέχει καθόλου χοληστερίνη.

Το ταχίνι είναι μια εξαιρετική πηγή χαλκού, μαγγανίου και του αμινοξέως μεθειονίνη. [25] Το ταχίνι είναι πηγή των υγιών λιπαρών οξέων ωμέγα-3 και ωμέγα-6 .[26][24]

Το ταχίνι που έχει παραχθεί από ακατέργαστους σπόρους σουσαμιού είναι χαμηλότερο σε λίπος από ότι το ταχίνι που γίνεται από τους καβουρδισμένους σπόρους.[27][28]

Τα σχετικά υψηλά επίπεδα ασβεστίου και πρωτεϊνών στο ταχίνι είναι μια χρήσιμη προσθήκη για τις χορτοφαγικές και τις δίαιτες vegan,[Σημ. 14][29] καθώς και στη διατροφή των ακατέργαστων τροφίμων, όταν καταναλώνεται στη μη καβουρντισμένη της μορφή. Σε σύγκριση με το φυστικοβούτυρο, το ταχίνι έχει υψηλότερα επίπεδα ινών και ασβεστίου και χαμηλότερα επίπεδα σακχάρου και κορεσμένα λίπη.[30]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταχίνι σε βάζο, όπου ο φυσικός διαχωρισμός του σησαμέλαιου είναι ορατός στην κορυφή του.
  1. Το χούμους (Αραβικά: حُمُّص) είναι ένα τρόφιμο της κουζίνας των Λεβαντίνων και της Αιγύπτου, βούτηγμα ή άλειμμα παρασκευασμένο από μαγειρεμένο πουρέ ρεβιθιών αναμεμειγμένων με ταχίνι, ελαιόλαδο, χυμό λεμονιού, αλάτι και σκόρδο.
  2. Το baba ghanoush (στα Αραβικά: بابا غنوج bābā ghannūj, εμφανίζεται επίσης ως baba ganush, baba ghanouj ή baba ghanoug), είναι ένα πιάτο των Λεβαντίνων, μαγειρεμένης μελιτζάνας αναμεμειγμένης με κρεμμύδια, ντομάτες, ελαιόλαδο και διάφορα καρυκεύματα. Ο Αραβικός όρος σημαίνει «χαϊδεμένος μπαμπάς» ή «ντροπαλός μπαμπάς», ίσως σε σχέση με ένα μέλος από το βασιλικό χαρέμι.
  3. Τα φούλια (ful medames) (Αραβικά: فول مدمس, ful midammis ful medæmmes), οι εναλλακτικοί τρόποι γραφής συμπεριλαμβάνουν ful mudammas καθώς και foule mudammes ή απλά fūl, είναι ένα Αιγυπτιακό πιάτο μαγειρεμένης φάβας, σερβιρισμένης με φυτικό λάδι, κύμινο και προαιρετικά με ψιλοκομμένο μαϊντανό, σκόρδο, κρεμμύδι, χυμό λεμονιού και πιπέρι τσίλι. Είναι ένα βασικό γεύμα στην Αίγυπτο, ιδιαίτερα στις βόρειες πόλεις του Καΐρου και της Γκίζα.
  4. Το βούτυρο των ξηρών καρπών είναι ένα επαλείψιμο τρόφιμο που γίνεται από την άλεση των ξηρών καρπών σε μία πάστα. Το αποτέλεσμα, έχει υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και μπορεί να απλωθεί σαν το αληθινό βούτυρο, αλλά κατά τα άλλα είναι άσχετο με το βούτηρο.
  5. Το λαχματζούν (Αρμενικά: լահմաջուն lahmaǰun ή լահմաջո lahmaǰo· Τουρκικά: Lahmacun, από τα Αραβικά: لحم عجين, Lahm'ajīn, συντομογραφία του لحم بعجين, Lahm bi'ajīn, "κρέας με ζύμη"), είναι ένα στρογγυλό, λεπτό κομμάτι ζύμης που είναι καλυμμένο στην κορυφή του με κιμά (συνήθως από μοσχάρι ή αρνί) και ψιλοκομμένα λαχανικά και βότανα, όπως κρεμμύδια, ντομάτες και μαϊντανό, που στη συνέχεια ψήνεται.
  6. Το pekmez (Τουρκικά: pekmez από το Τουρκικό Ογκούζ (Oghuz) bekmes ή dibs (στα Αραβικά), είναι ένα σιρόπι μελάσας, που λαμβάνεται μετά από τη συμπύκνωση των χυμών φρούτων μούστου, ιδιαίτερα των σταφυλιών δια του βρασμού των με ένα πηκτικό παράγοντα.
  7. Το μέλι χουρμαδιάς ή σιρόπι χουρμαδιάς, rub (Αραβικά: رب, προφέρεται [rubb]) (Εβραϊκά και Ιουδαιο-Ιρακινά Αραβικά: סילאן, προφέρεται [silan]), είναι ένα παχύ σκούρο καφέ πολύ γλυκό σιρόπι φρούτων, που προέρχεται από τους χουρμάδες. Χρησιμοποιείται ευρέως στο μαγείρεμα, της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.
  8. Το φαλάφελ (fəlɑːfəl· Αραβικά: فلافل [fælæːfɪl]), είναι καλά τηγανισμένες μπαλίτσες ή μπουρεκάκια που γίνονται από αλεσμένα ρεβίθια, φάβα ή και από τα δύο.
  9. Το sabich ή sabikh (Εβραϊκά: סביח [saˈbiχ]) είναι ένα Ισραηλινό σάντουιτς, που αποτελείται από πίτα γεμιστή με τηγανητές μελιτζάνες και βραστά αυγά. Η τοπική κατανάλωση λέγεται ότι προήλθε από μια παράδοση μεταξύ των Ιρακινών Εβραίων, οι οποίοι το έτρωγαν το πρωί του Σαββάτου.
  10. Είναι μια ποικιλία από ψητά της Ιερουσαλήμ (Jerusalem mixed grill) (Εβραϊκά: מעורב ירושלמי) (me'orav Yerushalmi), ένα πιάτο με ψητά κρέατα που θεωρείται μια σπεσιαλιτέ της Ιερουσαλήμ, Ισραήλ. Αποτελείται από καρδιές κοτόπουλου, σπλήνες και συκώτια αναμεμιγμένα με κομμάτια από αρνί, μαγειρεμένο σε μια επίπεδη σχάρα, καρυκευμένο με κρεμμύδι, σκόρδο, μαύρο πιπέρι, κύμινο, κουρκούμη και κόλιανδρο.
  11. Το shawarma ή shawurma (Αραβικά: شاورما, Σάουρμα), είναι η προετοιμασία του κρέατος των Λεβαντίνων Αράβων, όπου αρνί, κοτόπουλο, γαλοπούλα, μοσχάρι ή αναμεμιγμένα κρέατα, τοποθετούνται στην σούβλα (κοινώς, μια κάθετη σούβλα στα εστιατόρια) και μπορεί να ψήνονται έως και μια ημέρα.
  12. Το Taboon (Αραβικά: خبز طابون: είναι ένα παραδοσιακό ψωμί της Ιορδανίας και της Παλαιστίνης, Εβραϊκά: לאפה: la-fah Εβραϊκά: פיתה עירקית: Ιρακινή πίτα στην Ιερουσαλήμ: Εβραϊκά: אַשתנוּר ash-tanur), είναι ένα πλατύ-ψωμί περιτυλίγματος, που χρησιμοποιείται σε πολλές κουζίνες. Παραδοσιακά ψήνεται σε φούρνο tabun και τρώγεται με διαφορετικές γεμίσεις.
  13. Μια τροφή χαρακτηρίζεται ως υπέρ-τροφή (super food), όταν μικρή ποσότητά της συγκεντρώνει ένα πλήθος από ευεργετικές ουσίες και αποτελεί έναν αξιόλογο σύμμαχο στην προάσπιση της ανθρώπινης υγείας.
  14. Η διατροφή vegan, αναφέρεται στις διατροφικές δίαιτες - που δεν περιλαμβάνουν ζωικά προϊόντα. Οι κακώς σχεδιαζόμενες δίαιτες vegan, μπορούν να είναι ελλιπείς σε βιταμίνη Β1212), βιταμίνη D, ασβέστιο, ιώδιο, σίδηρο, ψευδάργυρο, ριβοφλαβίνη2) και ωμέγα-3 λιπαρά οξέα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sami Zubaida, "National, Communal and Global Dimensions in Middle Eastern Food Cultures" in Sami Zubaida and Richard Tapper, A Taste of Thyme: Culinary Cultures of the Middle East, London and New York, 1994 and 2000, ISBN 1-86064-603-4, p. 35.
  2. Egyptian Cuisine and Recipes
  3. Oxford English Dictionary
  4. Ghillie Basan, Jonathan Basan (2006), The Middle Eastern Kitchen: A Book of Essential Ingredients with Over 150 Authentic Recipes, p.146, Hippocrene Books 
  5. 5,0 5,1 Mariposa, Hollywood Glamour Cook Book, 1940, p. 101.
  6. Treasury decisions under customs and other laws, 1938, p. 1080 snippet
  7. Laniado, Limor (2012-04-12). «Get your juices going again». Haaretz.com. http://www.haaretz.com/weekend/week-s-end/get-your-juices-going-again-1.423963. Ανακτήθηκε στις 2013-01-18. 
  8. Laniado, Limor (2011-05-12). «The glory of tahini». Haaretz.com. http://www.haaretz.com/culture/food-wine/be-merry-the-glory-of-tahini-1.361176. Ανακτήθηκε στις 2013-01-18. 
  9. Alice Fordham (October 10, 2008). «Middle Eats: What are Lebanon’s chances of legally laying claim to hummus?». NOW Lebanon. http://www.nowlebanon.com/NewsArticleDetails.aspx?ID=62188. Ανακτήθηκε στις 2008-11-25. 
  10. Sanjeev Kapoor, Khazana of Indian Vegetarian Recipes, p. 94
  11. «What is tahini». Ochef. http://www.ochef.com/235.htm. Ανακτήθηκε στις 2013-01-18. 
  12. «Refrigerated or Not, How Long Does Tahini Last?». Ochef. http://www.ochef.com/1285.htm. Ανακτήθηκε στις 2013-01-18. 
  13. Gil Marks (1999). The: World of Jewish Cooking. Simon and Schuster, σελ. 37–. ISBN 978-0-684-83559-4. 
  14. TDK Online - Pekmez entry[νεκρός σύνδεσμος]
  15. Nisanyan.com - Etymological Dictionary - Pekmez[νεκρός σύνδεσμος]
  16. Maan Z. Madina, Arabic-English Dictionary, s.v.
  17. «Tales of a wandering chickpea». The Santa Fe New Mexican. http://www.santafenewmexican.com/Food/1022LEDE-Hummus. Ανακτήθηκε στις 2008-10-21. 
  18. Daniel Rogov (2007-03-22). «Dining Out / Mixed Jerusalem grill in Tel Aviv». Haaretz. http://www.haaretz.com/culture/arts-leisure/dining-out-mixed-jerusalem-grill-in-tel-aviv-1.216305. Ανακτήθηκε στις 2013-03-20. 
  19. Philip Mattar (2004). Encyclopedia of the Modern Middle Eastern (Hardcover έκδοση). Macmillan Library Reference, σελ. 840. ISBN 0028657713. http://books.google.com/books?id=yqgUAQAAIAAJ&q=%22Shawarma+is+a+popular+Levantine+Arab+specialty.%22&dq=%22Shawarma+is+a+popular+Levantine+Arab+specialty.%22. «Shawarma is a popular Levantine Arab specialty.» 
  20. John A La Boone III (2006). Around the World of Food: Adventures in Culinary History (Paperback έκδοση). iUniverse, Inc, σελ. 115. ISBN 0595389686. http://books.google.com/books?id=Ier6CmQ-e-kC&pg=PA115&dq=Shawarma+arab#v=onepage&q=Shawarma%20arab&f=false. «Shawarma - An Arab sandwich similar to the gyro.» 
  21. Claudia, Roden (1997) The Book of Jewish Food: An Odyssey from Samarkand to New York, Knopf, New York ISBN 0-394-53258-9
  22. Rogov, Daniel, Halvah Parfait
  23. Ambassador of peace or cuisine from mideast?
  24. 24,0 24,1 24,2 24,3 24,4 24,5 Γιάννης ΧΡΥΣΟΥ - Κλινικός Διαιτολόγος Διατροφολόγος (ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2015). [www.iasisnews.gr «Ταχίνι: «super food» από τη φύση»]. IASSIS. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΜΑΡΥΣΙΑ, ΕΚΔΟΤΗΣ Χρήστος Ζαγκλής: σελ. 06. www.iasisnews.gr. Ανακτήθηκε στις 7 Αυγούστου 2015. 
  25. «Tahini». http://www.naturaltherapypages.com.au/article/Tahini. 
  26. «The health benefits of tahini». Livestrong.com. http://www.livestrong.com/article/445899-the-health-benefits-of-tahini/. Ανακτήθηκε στις 2013-01-18. 
  27. «Nutrient data for 12198, Seeds, sesame butter, tahini, from raw and stone ground kernels». http://ndb.nal.usda.gov/ndb/foods/show/3737. 
  28. «Nutrient data for 12166, Seeds, sesame butter, tahini, from roasted and toasted kernels». http://ndb.nal.usda.gov/ndb/foods/show/3725. 
  29. For an overview, see:
    • American Dietetic, Association; Dietitians Of, Canada (2003). «Position of the American Dietetic Association and Dietitians of Canada : Vegetarian Diets». Canadian Journal of Dietetic Practice and Research 64 (2): 62–81. doi:10.3148/64.2.2003.62. PMID 12826028. 
    • Key, Timothy J.; Appleby, Paul N.; Rosell, Magdalena S. (2007). «Health effects of vegetarian and vegan diets». Proceedings of the Nutrition Society 65 (1): 35–41. doi:10.1079/PNS2005481. PMID 16441942. 
      • For vitamin D and calcium: Appleby, P; Roddam, A; Allen, N; Key, T (2007). «Comparative fracture risk in vegetarians and nonvegetarians in EPIC-Oxford». European Journal of Clinical Nutrition 61 (12): 1400–6. doi:10.1038/sj.ejcn.1602659. PMID 17299475. 
      • For iron: «Iron deficiency—adults». Better Health Channel. Government of Victoria, Australia. http://www.betterhealth.vic.gov.au/bhcv2/bhcarticles.nsf/pages/iron_deficiency_adults. Ανακτήθηκε στις February 4, 2011. «High-risk groups such as vegetarians, adolescent girls and women athletes need to eat iron-rich foods each day (combined with foods that are high in vitamin C). …Vegetarians who exclude all animal products from their diet may need almost twice as much dietary iron each day as non-vegetarians. Sources include dark green leafy vegetables—such as spinach—and raisins, nuts, seeds, beans, peas, and iron-fortified cereals, breads and pastas.» Πρότυπο:MEDRS
  30. «Nutrient data for 16167, USDA Commodity, Peanut Butter, smooth». http://ndb.nal.usda.gov/ndb/foods/show/4869. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Tahini (έκδοση 669896626) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα