Τζατζίκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τζατζίκι

Το τζατζίκι είναι ορεκτικό το οποίο συναντάται στις κουζίνες της Μέσης Ανατολής και της Νότιοανατολικής Ευρώπης, όπως την ελληνική κουζίνα. Το κύριο συστατικό του είναι το στραγγιστό γιαούρτι, «σακούλας» όπως συνήθως λέγεται, στο οποίο προστίθενται τριμμένο αγγούρι, λιωμένο σκόρδο, άνηθος, ελαιόλαδο και ξύδι. Πέρα από την Ελλάδα και την Τουρκία, το τζατζίκι είναι γνωστό στή Κύπρο, τη Βουλγαρία, το Ιράκ, ενώ θεωρείται παρόμοιο με το ραϊτά της Ινδίας και το ash-e doogh του Ιράν.

Βιομηχανικά παράγεται με τη μίξη βακτηριακής καλλιέργειας γάλακτος, αγγουριού (Cucumis sativus) και σκόρδου (Allium vineale) σε προκαθορισμένη αναλογία των συστατικών.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη τζατζίκι στα ελληνικά προέρχεται από την τουρκική γλώσσα, από τη λέξη cacık (οθωμανικά τουρκικά جاجیگ‎‎ [cacıg]), της οποία η προέλευση είναι αβέβαιη. Στα αγγλικά (tzatziki) εμφανίστηκε στο μέσο του 20ου αιώνα ως δάνειο από τα ελληνικά.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προέλευση του φαίνεται να είναι το ταρατόρ (tarator), πιάτο από αλεσμένα καρύδια και ξύδι το οποίο συναντάται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Διάφορα πιάτα στην περιοχή, όπως σαλάτες και σάλτσες, ξεκίνησαν να αποκαλούνται τζατζίκι. Στον Λίβανο, το ταρατόρ έχει βάση το ταχίνι, ενώ στην Τουρκία και τα Βαλκάνια συνήθως είναι συνδυασμός γιαουρτιού με αγγούρια, καθώς και μία παραλλαγή με προσθήκη καρυδιών.

Χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σερβίρεται ως επιτραπέζιο ορεκτικό, κυρίως συνοδεύοντας ψητά κρέατα. Μπορεί να σερβιριστεί, αλειμμένο πάνω σε ψωμί, και ως μεζές για το ούζο ή το τσίπουρο. Το τζατζίκι είναι συνηθισμένο συστατικό και στο σουβλάκι με πίτα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]