Τίλια Τεπέ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°42′0″N 65°47′13.2″E / 36.70000°N 65.787000°E / 36.70000; 65.787000

Τίλια Τεπέ (Tillya Tepe)
Τίλια Τεπέ
Χρυσά κοσμήματα από το ΤίλιαΤεπέ, σήμερα στο Μουσείο Guimet. "Οι άνδρες με πανοπλία, σε ελληνική πάλη". Τάφος ΙΙΙ.
Περίοδος εξουσίας
1ος αιώνας π.Χ.- 1ος αιώνας μ.Χ.
Άλλα στοιχεία
Εθνικότητα Έλληνας, Σκύθης ή Γιουέζχι στην Παρθία
Τοποθεσία Ταφής

τάφοι I-VI: 5 γυναικών & 1 ανδρός,

κατασκευή: μεταξύ 1ου αιώνα π.Χ. και 1ου αιώνα μ.Χ.,

επικεφαλής αρχαιολόγος: Βίκτωρ Σαριγιαννίδης,

πολιτισμική περίοδος: Ελληνιστική περίοδος
Τίλια Τεπέ

Τίλια Τεπέ
Γεωγραφική θέση Τζοουζτζάν (περιοχή)

στο Αφγανιστάν
Περιοχή
Τιλιά Τεπέ ή Τίλλια Τεπέ (αγγλικά: Tilia Tepe Tomb, περσικά: طلا تپه) που σημαίνει: ο «Χρυσός Τύμβος» ή «Χρυσός Λόφος»)

Το Τίλια Τεπέ ή Τιλιά Τεπέ (αγγλικά: Tilia Tepe Tomb, περσικά: طلا تپه, κυριολεκτικά Χρυσός Τύμβος ή Χρυσός Λόφος), ή Νεκρόπολη της Τίλια Τεπέ είναι αρχαιολογικός χώρος, μέρος της αρχαίας Βακτριανής που σήμερα βρίσκεται στην Τζοουζτζάν, στο βόρειο Αφγανιστάν κοντά στην πόλη Σιμπεργκχάν -για την ακρίβεια βρίσκεται ανάμεσα στις πόλεις Άκτσα (Aqcha) και Σεμπεργκάν (Sheberghan)- και κοντά στα σύνορα με την πρώην Σοβιετική Ένωση, (σήμερα η ευρύτερη περιοχή αυτή συνορεύει με τις χώρες Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν).[1] Εξερευνήθηκε το 1979 από σοβιετική αποστολή αρχαιολόγων στο Αφγανιστάν, στην οποία επικεφαλής ήταν ο Ρώσος, ελληνικής καταγωγής, Βίκτωρ Σαριγιαννίδης, ένα χρόνο πριν από τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν.

Ο αρχαιολογικός θησαυρός του Τίλια Τεπέ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχαιολογικός θησαυρός που ανακαλύφθηκε στο Τίλια Τεπέ είναι συλλογή που περιλαμβάνει περίπου 20.000 χρυσά κτερίσματα και στολίδια που βρέθηκαν σε έξι τάφους (πέντε γυναικών και ενός άνδρα), με εξαιρετικά πλούσια κοσμήματα, που χρονολογείται ανάμεσα στον 1ο αιώνα π.Χ. και στον 1ο αιώνα μ.Χ.. Σύμφωνα με Έλληνες αρχαιολόγους, όπως ο Μανόλης Ανδρόνικος, οι τάφοι αυτοί θεωρήθηκαν ως βασιλικοί και ονομάσθηκαν Βασιλικοί τάφοι στη Βακτριανή. Συνολικά από τις ανασκαφές ανακτήθηκαν αρκετές χιλιάδες κομμάτια από κοσμήματα, κυρίως κατασκευασμένα από υλικά, όπως χρυσός, τιρκουάζ και/ή λάπις λάζουλι. Στα ευρήματα περιλαμβάνονται επίσης νομίσματα, περιδέραια με πολύτιμους λίθους, ζώνες, μετάλλια και στέμματα-κορώνες. Έχει ήδη προγραμματιστεί η κατασκευή ενός νέου μουσείου στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, την Καμπούλ, όπου τελικά ο χρυσός αυτός θησαυρός της Βακτριανής, όπως και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα, θα εκτίθενται εκεί μόνιμα.

Η βαριά οχυρωμένη πόλη της Γιεμσί Τεπέ (Yemshi-Tepe), μόλις πέντε χιλιόμετρα βορειοανατολικά της σύγχρονης Σιμπεργκχάν στο δρόμο προς Άκτσα, απέχει μόνο μισό χιλιόμετρο από τη Νεκρόπολη της Τιλλιά-Τεπέ.

Χρονολογίες και ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανασύσταση - απεικόνιση δύο μελών από τις ταφές του Τιλλιά Τεπέ, («Βασιλικοί τάφοι στη Βακτριανή»), με τα αντίστοιχα αφιερωμένα κτερίσματα (ταφικά αντικείμενα-καλλιτεχνήματα): Αριστερά ο άνδρας (Τάφος IV) και δεξιά η γυναίκα (Τάφος ΙΙ).

Η περιοχή του Τίλια Τεπέ θεωρείται ότι ανήκε στους Σάκες (αρχαία ελληνικά: Σάκαι, Σακάς, λατινικά: Sacae αγγλικά Saka, παλαιά περσικά: Sakā, σανσκριτικά: शाक Śāka, παλαιά κινέζικα: Sək), που ήταν Σκύθες της Ασίας, και που πιθανόν αργότερα μετανάστευσαν προς την Ινδία, όπου έγιναν γνωστότεροι ως Ινδο-Σκύθες, Ορισμένοι προτείνουν την φυλή των Γιουέζι (Yuezhi, και εν συνεχεία φυλή των Κουσάν) ή ότι ήταν μέρος της ανατολικής Παρθίας.

Αρκετά νομίσματα που ανεβρέθηκαν στις ανασκαφές χρονολογούνται μέχρι και τις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ., (δεν υπάρχει μεταγενέστερο εύρημα), γεγονός που υποδηλώνει ως πιθανό χρόνο της ταφής τον 1ο αιώνα μ.Χ.. Η ταφή θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε Σκύθες ή Πάρθους ή άλλες φυλές της ευρύτερης περιοχής της Παρθίας ή μπορεί να αντιστοιχεί στην εξαφανισμένη τοπική φυλή και εν συνεχεία και βασιλική δυναστεία των Γιουέζι συγγενική ή ταυτιζόμενη με τη φυλή, που ήταν γνωστή ως Τοχάριοι.

Η περίοδος αυτή αντιστοιχεί επίσης στην εποχή μετά τις κατακτήσεις όλων των άλλων ηγεμόνων που ήταν επικεφαλής, δηλαδή «ξίχου» (xihou) ή «πρίγκιπες» στη Δαξία ή Ντα Ξια (αρχαία ελληνικά: Βακτρία ή Βακτριανή, η ελληνιστική απόδοση της παλαιάς περσικής: Bāxtriš), που ήταν το όνομα που είχε δοθεί στην περιοχή Βακτρία από την κινεζική Δυναστεία Χαν. Ηγεμόνας της περιοχής ήταν ο Κουζουλού Καδφιζού (γλώσσα Κουσάν: Κοζουλου Καδφιζου, επίσης: Κοζολα Καδαφες, γλώσσα Πάλι: Kujula Kasasa, αρχαία κινεζικά:丘就卻, Qiujiuque), που βασίλεψε μεταξύ του 30 – 80 μ.Χ. και ήταν πρίγκιπας της φυλής και δυναστείας των Κουσάν,. Αυτός ένωσε την φυλή των Γιουέζι κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα μ.Χ. και έγινε πρώτος αυτοκράτορας του Κουσάν.

Ο Κουζουλού Καδφιζού διαδέχθηκε στην μεν μία περιοχή, αυτή της φυλής των Κουσάν, έναν από τους πέντε ηγέτες τους, που ήταν ο Ηραίος, στην άλλη περιοχή που ήταν το Ινδοπαρθικό Βασίλειο συνέχισε την εξουσία που πριν κατείχε ο Γονδόφαρις Α’ ή Γονδόφαρης. Πρωτεύουσά του ήταν η Αλεξάνδρεια στον Καύκασο ή Αλεξάνδρεια η εν Παροπαμισάδες. Η Αλεξάνδρεια αυτή βέβαια είχε γίνει προγενέστερα πρωτεύουσα τουΕλληνοϊνδικού Βασιλείου των Ευκρατιδών, όταν αυτοί εκδιώχθηκαν από τη Βακτριανή από τους Γιουέζι το 140 π.Χ.. Αρκετά αργότερα, με την έναρξη της ισλαμικής περιόδου στο Αφγανιστάν ή κατά τον Μεσαίωνα, σταδιακά μετονομάσθηκε σε Καπίσα - Μπαγκράμ.

Αρχαιολογικά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ασημένιο νόμισμα από τη εποχή που ήταν βασιλιάς ο Μιθριδάτης Β΄ της Παρθίας (βασίλευσε από 124/3 π.Χ. έως 88 π.Χ.) βρέθηκε, κατά την ανασκαφή, στο χέρι της σορού της γυναίκας του Τάφου ΙΙΙ.
  • Απομίμηση χρυσού νομίσματος που έκοψε ο Γοτάρζης Α’ της Παρθίας (περσικά: گودرز يکم) (βασίλεψε από 95 έως 90 π.Χ.) ο οποίος ήταν ο διάδοχος της θέσης που είχε πριν ο Μιθριδάτης Β΄ της Παρθίας, βρέθηκε το αριστερό χέρι της σωρού της γυναίκας στον Τάφο VI. Το γεγονός ότι αυτό το νόμισμα είναι επίσης χρυσό και δεν ήταν αργυρό ή χάλκινο, όπως είναι συνήθως η περίπτωση για τα αντίγραφα - απομιμήσεις νομισμάτων της Παρθίας, υποδεικνύει ότι πιθανόν αυτή η μίμηση να έγινε για λόγους γοήτρου.
  • Χρυσό νόμισμα βρέθηκε επίσης στον Τάφο ΙΙΙ, με προτομήτου Ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβέριου. Στην πίσω πλευρά απεικονίζεται ένθρονη και πολυτελώς ενδεδυμένη γυναικεία μορφή που κρατάει σκήπτρο. Νομίσματα αυτού του τύπου κόπηκαν στην πόλη της Λυών (λατινικά: Colonia Copia Claudia Augusta Lugdunum) στη Γαλατία, μεταξύ του 16 μ.Χ. και του 21μ.Χ.[2]
Η νεκρόπολη Τίλια Τεπέ βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της αρχαία Βακτρίας
  • Βουδιστικής περιόδου χρυσό νόμισμα από την Ινδία βρέθηκε επίσης στον Τάφο IV (όπου ήταν θαμμένος ο άνδρας πολεμιστής). Στην πίσω πλευρά του νομίσματος, απεικονίζεται λιοντάρι με σύμβολο Ναντιπάντα (ο «τρίανθος» ή «πολύτιμη τριάδα» ή τριπλό κόσμημα, ινδικά: nandipada), με τον θρύλο – μύθο του αρχαίου ινδικού κειμένου Καρόσθι για το «Το λιοντάρι που διέλυσε τον φόβο». Στην εμπρόσθια όψη του νομίσματος, απεικονίζεται άνδρας φορώντας ελληνιστική χλαμύδα και καπέλο (πέτασο) σε μορφή παρόμοια με αυτή που απεικονίζεται συνήθως ο Ερμής να ρίχνει μια ρόδα[ασαφές]. . Ο θρύλος στην Καρόσθι διαβάζεται ως "Dharmacakrapravata[ko]", δηλαδή «Αυτός που γύρισε τον Τροχό του Νόμου». Έχει προταθεί από τους ερευνητές ότι η εμφάνιση αυτή μπορεί να είναι πρώιμη αναπαράσταση του Ζωροάστρη.[3]
  • Τέλος, ένα πολύ φθαρμένο νόμισμα έχει αναγνωριστεί ότι ανήκε στον Ηραίο, ηγέτη των Γιουέζι και ενός από τους ηγέτες του λαού των Κουσάν (λίγο πριν την δημιουργία του βασιλείου του Κουσάν, γνωστότερο και ως Αυτοκρατορία του Κουσάν), όπως προαναφέρθηκε και ανωτέρω.
Η αυτοκρατορία των Πάρθων (με κόκκινο χρώμα).

Πολιτισμικές επιρροές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνιστικοί τρίτωνες με δελφίνια (Τάφος Ι).

Πολλά από τα εκθέματα είναι σε μεγάλο βαθμό συγγενή με άλλα πρωτότυπα σκυθικής προέλευσης, όπως το βασιλικό στέμμα ή διάφορα διακοσμημένα μαχαίρια που ανακαλύφθηκαν στους τάφους. Αρκετές από τις σορούς βρέθηκαν με τελετουργικά διαμορφωμένη παραμόρφωση στο κρανίο, μία συνήθης και καλά τεκμηριωμένη πλέον σήμερα πρακτική την οποία ακολουθούσαν οι νομάδες της Κεντρικής Ασίας της περιόδου εκείνης.

Η ανεύρεση ελληνιστικών κοσμημάτων που είχαν μορφή τριτώνων με δελφίνια υποδεικνύει ότι τα ευρήματα έχουν πολλά κοινά στοιχεία με τα περίφημα χρυσά αντικείμενα των Σκυθών που έχουν ανακαλυφθεί χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικότερα από την περιοχή του Τίλια Τεπέ, κοντά στον Εύξεινο Πόντο, εκεί που βρισκόταν η αρχαία Χερσόνησος.

Χάρτης όπου εικονίζεται η έκταση της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών (με κίτρινο χρώμα).
  • Αν και παρατηρείται συνονθύλευμα επιρροών από πολιτισμούς της ευρύτερης περιοχής (πολιτιστικός συγκριτισμός), οι ελληνιστικές πολιτιστικές και καλλιτεχνικές επιρροές βρίσκονται σε πολλές από τις μορφές και τις ανθρώπινες παραστάσεις με ερωτιδείς ή από τα παιδιά με την μορφή αγγέλων (λατινικά: Amorini) στους δακτυλίους με την απεικόνιση της θεάς Αθηνά και το όνομά της γραμμένο στην ελληνική γλώσσα. Αυτό οφείλεται σαφώς στην προΰπαρξη στην ίδια περιοχή μεγάλων ελληνικών δυναστειών, όπως η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών και το Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής μέχρι περίπου το 140 π.Χ. και την συνέχιση με το Ελληνοϊνδικό Βασίλειο.
  • Τα ευρήματα επίσης είναι αναμειγμένα με στοιχεία που προέρχονται από πολύ πιο μακριά, όπως μερικά κινεζικά έργα τέχνης (κυρίως κινέζικα χάλκινα κάτοπτρα), καθώς και μερικά ινδικά (πλακίδια από διακοσμημένο ελεφαντόδοντο). Αυτό μαρτυρά τον πλούτο των πολιτισμικών επιρροών στη Βακτριανή εκείνη την εποχή.

Η προέλευση του θησαυρού του Αφγανιστάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για αρχαιολογικά ευρήματα - έργα τέχνης που προέρχονται από τέσσερις σηµαντικές διαφορετικές θέσεις, οι οποίες ανήκουν στα γεωγραφικά σύνορα του Αφγανιστάν:

  • Έναν αγροτικό οικισμό της Εποχής του Χαλκού, το Τέπε Φουλόλ, που χρονολογείται στο 2000 π.Χ., που µε τα χρυσά του κοσμήματα αποδεικνύει πως ήδη από τα χρόνια εκείνα υπήρχαν επαφές µε τα κέντρα του Ιράκ και του Ιράν.
  • Από την ελληνιστική πόλη Αϊ Χανούµ, κοντά στον Ώξο ποταμό στα σύνορα µε το Τατζικιστάν, (Αλεξάνδρεια η επί του Ώξου Α’) που ιδρύθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο.
  • Από το Μπαγκράµ, (Αλεξάνδρεια η εν Παροπαμισσάδαις), όπου στα έργα τέχνης της περιοχής συναντώνται τρεις διαφορετικοί κόσµοι, ο ελληνορωμαϊκός, ο κινεζικός και ο ινδικός.
  • Από το Τιλιά Τεπέ.
  • Σύμφωνα με την καθηγήτρια στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο Αθηνών Ποτίτσα Γρηγοράκου: «Η τεκμηρίωση ήλθε με την ανασκαφή πολλών ελληνικών πόλεων της ελληνιστικής εποχής, από την Συρία ως το Αφγανιστάν (Δούρα-Ευρωπός, Σελεύκεια στον Τίγρη, Απάμεια, Πέλλα, Γέρασα, Ζεύγμα, Ντιλβερζίν Τεπέ, Τερμέζ κλπ., από τους καθ. Ρτβελάντζε, Π. Λερίς, Μ. Ινβερνίτσι κ.ά.), με κορωνίδα την μεγαλειώδη πολιτεία Αϊ Χανούμ στο Β. Αφγανιστάν (ϊσως η Αλεξάνδρεια του Ώξου) (καθ. Πωλ Μπερνάρ). Για ορισμένες πόλεις δεν έχει βρεθεί το ελληνικό όνομα».[4]
  • Ο καθηγητής Μάριο Μπουσάλι από τη Ρώμη γράφει ότι αρχαιολογικά καλλιτεχνικά ευρήματα, με την ιδιαίτερη τεχνοτροπία Γανδάρα ήταν έργο των Γιάβανας, Ελλήνων της Ινδίας, που έφεραν βαθειά μέσα τους την ελληνική τέχνη και φιλοσοφία μαζί με την βουδιστική σοφία. Όπως ο Έλληνας βασιλιάς Μένανδρος, του Ινδο-Ελληνικού βασιλείου (160-130 π.Χ.), που είχε επιτύχει συγκερασμό και όσμωση των δύο πολιτισμών και αναφέρεται στις Ιερές Ινδικές Γραφές Μιλίντα Πάνχα ως ο βασιλιάς-σοφός, με την θεά Αθηνά στο νόμισμά του, ως θεά της σοφίας και προστάτιδά του.[4]
  • «Ο μηχανισμός της ελληνιστικής επιρροής έγινε γνωστός από την σοβιετική τότε ανασκαφή στο Τίλια Τεπέ (Δρ Βίκτωρ Σαριγιαννίδης, 1968-78), που αναδεικνύει τεχνουργήματα τοπικών λαών (Γιουέντζι, Κουσάν) που κατέλαβαν τα Ελληνο-Βακτριανά βασίλεια. Υιοθέτησαν στοιχεία της ελληνικής τέχνης και θεματολογίας με Έλληνες θεούς και ήρωες, καθώς και το ελληνικό αλφάβητο. Όταν αργότερα ασπάσθηκαν τον Βουδισμό, δημιούργησαν στην πρωτύτερα εξελληνισμένη περιοχή της Γανδάρα (όρια Αφγανιστάν-Πακιστάν, τότε Ινδία), ιερό χώρο Βουδισμού με πολλά μοναστήρια. Η ανασκαφή τους, από διάφορους αρχαιολόγους, με πρωταρχικό ρόλο των Γάλλων (καθ. Φουσέ, Μπαρτού, Σλουμπερζέ, Ταρζί) απεκάλυψε τα γλυπτά αριστουργήματα της τέχνης που ονομάσθηκε Γανδάρα. Ορισμένα εξ αυτών παρουσιάζουν έντονη ελληνική επιρροή, ιδιαίτερα στην περιοχή της Χάντα (κοντά στην Καμπούλ), επιρροή που διήρκεσε 6 αιώνες (1ο-6ο αι.) μετά την αποχώρηση των Ελλήνων».[4]

Απώλεια και επανεύρεση του θησαυρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θησαυρός, τόσο της περιοχής του Τίλια Τεπέ, αλλά και από τρεις ακόμα άλλες σηµαντικές διαφορετικές αρχαιολογικές θέσεις του Αφγανιστάν, που είχε τοποθετηθεί στο στην Καμπού, στο Εθνικό Μουσείο Αφγανιστάν ,θεωρήθηκε ότι είχε απολεσθεί ή καταστραφεί κατά τη λεηλασία του μουσείου από τους Ταλιμπάν το 2000. Έτσι, η τύχη του θησαυρού του Τιλιά Τεπέ για πολλά χρόνια παρέμενε άγνωστη, σύμφωνα και με την αγωνιώδη μαρτυρία του πρώτου αρχαιολόγου Βίκτορα Σαριγιαννίδη, που τον έφερε στην επιφάνεια.[5]

Τελικά έγινε γνωστό ότι οι πολύτιμοι θησαυροί είχαν διασωθεί[6] χάρη στην εχεμύθεια των συνεργατών του Εθνικού Μουσείου της Καμπούλ. Μόλις το 2004 η κυβέρνηση της Καμπούλ παραδέχθηκε ότι οι πολύτιμοι θησαυροί δεν είχαν χαθεί[7] και με διεθνή υποστήριξη στάθηκε δυνατόν από το 2006 να παρουσιαστούν με τη μορφή έκθεσης, αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια στο Τορίνο, το Άμστερνταμ, στην Ουάσιγκτον, στο Σαν Φραντσίσκο, το Χιούστον και στην Οττάβα.

Ο περιοδεύων θησαυρός - Εκθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θησαυρός περιόδευσε μεταξύ των ετών 2007-2009 στο Musée Guimet (αγγλικά: Guimet Museum) στο Παρίσι, στην Εθνική Πινακοθήκη, στην Ουάσιγκτον, το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο, το Μουσείο Καλών Τεχνών του Χιούστον, στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στην Νέα Υόρκη και αλλού.[8]

Κάποια από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα είναι μέρος της περιοδεύουσας έκθεσης με τίτλο «Αφγανιστάν: Κρυμμένοι θησαυροί από το Εθνικό Μουσείο της Καμπούλ» ή «Αφγανιστάν: Σταυροδρόμια του αρχαίου κόσμου», η οποία ήταν από τις πρώτες διεθνείς εμφανίσεις του θησαυρού το 2006 στο «Μουσείο της Γαλλίας Guimet» στο Παρίσι. Η έκθεση υποστηρίχθηκε από τη National Geographic και συνέχισε επίσης στην «Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον» από τις 25 Μαΐου 2008 - 7 Σεπτεμβρίου 2008. Στη συνέχεια από 24 Οκτωβρίου 2008 ως την 25η Ιανουαρίου του 2009 η συλλογή ήταν στο «Μουσείο Ασιατικής Τέχνης» του Σαν Φρανσίσκο και από τις 22 Φεβρουαρίου ως τις 17 Μαΐου 2009 ταξίδεψε στο «The Museum of Fine Arts» στο Χιούστον και στη συνέχεια στο «Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης» από τις 23 Ιουνίου 2009 ως τις 20 Σεπτεμβρίου 2009. Εκτέθηκε επίσης στο «Canadian Museum of Civilization» στην Οττάβα, όπου πραγματοποιήθηκε έκθεση από τις 23 Οκτωβρίου 2009, στις 28 Μαρτίου, 2010, επίσης στο «Μουσείο της Βόννης» στη Γερμανία, από 11 Ιουνίου 2010 μέχρι 2 Ιανουαρίου 2011 και επίσης στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο, από τις 3 Μαρτίου 2011 έως 3 Ιουλίου 2011.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. Στοιχεία από το κείμενο – παρουσίαση του Μανόλη Ανδρόνικου για το αρχαιολογικό έργο που παρήγαγε ο Βίκτωρ Σαριγιαννίδης στο ειδικό «Αφιέρωμα» της εφημερίδας Καθημερινή (11.2.1996) που αναδημοσιεύθηκε από το αρχικό κείμενο που ήταν γραμμένο στις 7.3.1991, και στο οποίο ο Μανόλης Ανδρόνικος προλογίζει το βιβλίο «Βασιλικοί τάφοι στη Βακτριανή» του Βίκτορα Σαριγιαννίδη, εκδ. «Αδελφών Κυριακίδη», Θεσσαλονίκη 1996. H Βασιλική νεκρόπολη Τιλιά Τεπέ & Κείμενο του Μανόλη Ανδρόνικου για τις ανασκαφές του Βίκτωρα Σαριγιαννίδη στο Αφγανιστάν.
  2. Sarianidi, Victor. 1985. The Golden Hoard of Bactria: From the Tillya-tepe Excavations in Northern Afghanistan. Harry N. Abrams, New York, 1985.
  3. (στα γαλλικά): "Il semble qu'on ait là la plus ancienne représentation du Zoroaster, selon une modalité qui n'est pas encore celle de l'iconograhie boudhique traditionnelle" (στα ελληνικά:) "Φαίνεται να υπάρχει, ως μια παλαιότερη απεικόνιση του Ζωροάστρη, σύμφωνα με μια μορφή που δεν είναι ακόμη όμοια με  την παραδοσιακή βουδιστική εικονογραφία". in Afghanistan, les trésors retouvés, p. 280.
  4. 4,0 4,1 4,2 Πηγή και το άρθρο με τίτλο «Οι Ελληνικές Πόλεις της Κεντρικής Ασίας» που έγραψε η Ποτίτσα Γρηγοράκου, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Παρισίων, Ιστορικός Ερευνητής του Ελληνιστικού Πολιτισμού της Ανατολής και καθηγήτρια στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Οι Ελληνικές Πόλεις της Κεντρικής Ασίας.
  5. «Τι απέγινε ο θησαυρός της Βακτρίας - Η άγνωστη τύχη των 20.000 χρυσών κοσμημάτων και αντικειμένων του Τιλιά Τεπέ» Από την συνέντευξη που έδωσε στη δημοσιογράφο Χαρά Κιοσσέ και την εφημερίδα Το Βήμα (11.11.201) ο ελληνικής καταγωγής ρώσος αρχαιολόγος Βίκτωρ Σαριγιαννίδης, ανασκαφέας των αρχαιοτήτων. Τι απέγινε ο θησαυρός της Βακτρίας.
  6. Από το άρθρο της δημοσιογράφου Μαίρη Αδαμοπούλου με τίτλο «Σώθηκαν από τη µανία των Ταλιµπάν», στην εφημερίδα Τα Νέα (Δευτέρα 28.3.2011) και στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Σώθηκαν από τη µανία των Ταλιµπάν.
  7. Από το άρθρο που έγραψε η Μαρία Pηγούτσου στην εφημερίδα Καθημερινή με τίτλο «Ο πολιτιστικός πλούτος του Αφγανιστάν - Μοναδικοί θησαυροί που σώθηκαν από τα χέρια των Σοβιετικών και των Ταλιμπάν παρουσιάζονται στο Μουσείο Τέχνης στη Βόννη» (27.6.2010) Ο πολιτιστικός πλούτος του Αφγανιστάν.
  8. Fredrik Hiebert and Pierre Cambon, eds. Afghanistan: Hidden Treasures from the National Museum, Kabul. Washington DC: National Geographic, 2007. (στα αγγλικά). «Αφγανιστάν: Κρυμμένοι Θησαυροί από το Εθνικό Μουσείο», έκδοση: National Geographic, Καμπούλ, Ουάσιγκτον 2007.

Άλλες πηγές – ενδεικτική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στα αγγλικά:
  • Sarianidi, V. I. "The Treasure of Golden Hill." American Journal of Archaeology, Vol. 84, No. 2 (Apr., 1980), pp. 125–131.
  • Sarianidi, Victor. 1990–1992. "Tilya Tepe: The Burial of a Noble Warrior." PERSICA XIV, 1990–1992, pp. 103–130.
  • "Afghanistan, les trésors retrouvés", Musée des arts asiatiques Guimet, ISBN 2-7118-5293-8
  • Afghanistan: Hidden Treasures from the National Museum, Kabul (2008). Eds., Friedrik Hiebert and Pierre Cambon. National Geographic, Washington, D.C. ISBN 978-1-4262-0374-9.
  • Στα γερμανικά:
  • Wiktor Iwanowitsch Sarianidi: Baktrisches Gold – aus den Ausgrabungen der Nekropole von Tillja-Tepe in Nordafghanistan. Leningrad 1985.
  • Viktor Iwanowich Sarianidi: Bactrian Gold, from the Excavations of the Tillya-Tepe Necropolis in Northern Afghanistan. Leningrad 1985.
  • Viktor Iwanowich Sarianidi: Zur Kultur der frühen Kusana. In: Jokob Ozols, Volker Thewalt (Hrsg.): Aus dem Osten des Alexanderreiches, Völker und Kulturen zwischen Orient und Okzident, Iran, Afghanistan, Pakistan, Indien. Köln 1984, ISBN 3-7701-1571-6, S. 98–109.
  • Viktor Iwanowich Sarianidi: Die Kunst des alten Afghanistan. Leipzig 1986, ISBN 3-527-17561-X.
  • V. I. Sarianidi, V. Schiltz: Ancient Bactria's Golden Hoard. In: Friedrik Hiebert, Pierre Cambon (Hrsg). Afghanistan: Hidden Treasures from the National Museum, Kabul. National Geographic, Washington, D.C. 2008, ISBN 978-1-4262-0295-7, S. 211–293. (Begleitbuch zu einer Sonderausstellung in den USA über antike Kunst aus Afghanistan)
  • Viktor Iwanowich Sarianidi: Khram i nekropolʹ Tilli︠a︡tepe. Moskva 1989, ISBN 5-02-009438-2. (Zusammenfassung auf russisch mit ausführlicher Beschreibung des Tempels und seiner Funde; es finden sich Pläne und Zeichnungen der Gräber)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Tillya Tepe της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).