Ακινάκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Δαρείος Α΄ της Περσίας κρατώντας ακινάκη στα γόνατά του

Ο ακινάκης ή ακινάκα (πιθ. αρχ. περσ. *akīnakah, σογδ. kyn-ak) ήταν αρχαίο κοντό ξίφος, σε χρήση κυρίως κατά την 1η χιλιετία π.Χ. στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, ιδίως από τους Μήδους[1], τους Πέρσες και τους Σκύθες, και αργότερα από τους Έλληνες.[2] Χρησίμευε κυρίως ως όπλο για τη μάχη σώμα με σώμα.

Ο ακινάκης επινοήθηκε από τους Σκύθες, αλλά έγινε πολύ γνωστός από τους Πέρσες και εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι πίστευαν ότι το ξίφος αυτό καταγόταν από τους Μήδους.[2]

  • Οι Ακινάκες (Ακινάκαι) ήταν αρχαίος λαός αναφερόμενος από τον Πτολεμαίο, που ζούσε στο νοτιότατο τμήμα της Βακτριανής.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ακινάκης ήταν ευθύγραμμος, είχε συνήθως μήκος 40 έως 60 εκατοστά και είχε κόψη και από τις δύο πλευρές (δίκοπο ξίφος).[2] Παρά το ότι το σχέδιό του δεν ήταν παντού και πάντοτε το ίδιο, η λαβή έμοιαζε με λαβή εγχειριδίου (μαχαιριού).[3] Το θηκάρι καθόριζε εξίσου με το ίδιο το ξίφος τον ακινάκη και συνήθως είχε μια μεγάλη διακοσμητική προεξοχή στη μία πλευρά κοντά στο στόμιο, που επέτρεπε την ανάρτησή του από μία ζώνη στη δεξιά πλευρά αυτού που το έφερε.[4][2]

Ταυτοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρχαία κείμενα αναφέρουν σχετικώς πολύ λίγα για τον ακινάκη, πέρα από το ότι ήταν ένας τύπος «περσικού ξίφους». Εξαιτίας αυτού, οι συγγραφείς που έγραφαν στη λατινική σε όλες τις περιόδους έτειναν να εξισώνουν τον όρο με οποιοδήποτε τύπο όπλου έφεραν οι Πέρσες της συγκεκριμένης περιόδου. Χρησιμοποιείται έτσι συχνά σε μεσαιωνικά λατινικά κείμενα με την έννοια «γιαταγάνι» ή και πιο καμπυλόγραμμο ξίφος, μια σημασία που διατηρεί στις περιγραφικές επιστημονικές επιστημονικές λατινικές ονομασίες ζωντανών οργανισμών. Παρόμοια, στα έργα Ιησουιτών συγγραφέων που περιγράφουν την Ιαπωνία, το acinaces χρησιμοποιείται για την ιαπωνική σπάθη κατάνα.

Ωστόσο, το περσικό σαμσίρ είναι σχετικώς πρόσφατο όπλο και δεν υπήρχε κατά την κλασική αρχαιότητα. Οι Πέρσες της εποχής των Αχαιμενιδών χρησιμοποιούσαν περισσότερα του ενός είδη ξιφών. Αρχαίες περσικές εικονογραφήσεις, ιδίως σε ανάγλυφα της Περσέπολης, εμφανίζουν συνήθως τους σωματοφύλακες του Μεγάλου Βασιλιά και σημαντικούς ευγενείς να φορούν διακοσμημένα εγχειρίδια σε σχήμα πολύ μακρόστενου τριγώνου (σχέδιο που στα ελληνικά αποδίδεται ως μάχαιρα). Η ελληνική τέχνη από την άλλη δείχνει συχνά Πέρσες στρατιώτες να φέρουν κοπίδα. Πρέπει συνεπώς να καταφύγει κάποιος σε άλλα στοιχεία για να διαπιστώσει ποιος ακριβώς τύπος ήταν ο πραγματικός ακινάκης.

Μια χρήσιμη ένδειξη είναι ότι κλασικά ελληνικά και λατινικά κείμενα αναφέρουν ότι κάποιες φορές ο ακινάκης δινόταν από τον βασιλιά ως δείγμα εύνοιας. Αυτό θα έτεινε προς τη σημασία της «μάχαιρας».

Μια τελετουργική χρήση του ακινάκη, να προσφέρεται ως δώρο στη θάλασσα από τον Πέρση μεγάλο βασιλιά Ξέρξη, αναφέρεται από τον Ηρόδοτο (Ιστορίαι, VII 54) στην τελετουργική μετάνοια που ακολουθεί το επεισόδιο της μαστιγώσεως του Ελλησπόντου.

Μία πολύ αποκαλυπτική περικοπή βρίσκεται στην Ιουδαϊκή Αρχαιολογία του Ιώσηπου (20.186), όπου περιγράφονται τα όπλα των Σικαρίων:

Και οι λεγόμενοι «σικάριοι», ένα είδος ληστών, έφθαναν εκείνη την εποχή στον μέγιστο αριθμό τους και χρησιμοποιούσαν μικρά σπαθιά, παρόμοια με τον περσικό ακινάκη ως προς το μέγεθός τους, αλλά καμπυλόγραμμα όπως είναι η ρωμαϊκή σίκα, από όπου πήραν το όνομά τους.

Αυτό επίσης δείχνει ότι ο πραγματικός ακινάκης ήταν μεγάλη μάχαιρα ή εγχειρίδιο, αν και υπάρχουν και όσοι αρνούνται αυτή την ερμηνεία, μεταφράζοντας την περικοπή ως «και κοίλα, όπως η ρωμαϊκή σίκα».

Συνήθειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σκύθες ορκίζονταν στον ακινάκη («νη τον ακινάκην») και τον τιμούσαν ως σύμβολο του θεού τους του πολέμου. Στους τάφους των Σκυθών βασιλέων βρέθηκαν ακινάκες, πολλά κατασκευασμένα από Έλληνες τεχνίτες περί το 500 π.Χ., ένα από τα οποία βρίσκεται στο Μουσείο του Βερολίνου. Οι Πέρσες βασιλείς έφεραν ακινάκη με χρυσαφένια λαβή.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Medes and Persian swords». Members.ozemail.com.au. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Φεβρουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2012. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Blair, Claude & Tarassuk, Leonid (επιμ.): The Complete Encyclopedia of Arms and Weapons, σελ. 17, Simon & Schuster, ISBN 0-671-42257-X
  3. «Akinakes Dagger». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Απριλίου 2008. 
  4. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2020. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το ομώνυμο λήμμα στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 3, σελ. 298

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]