Μανόλης Ανδρόνικος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μανόλης Ανδρόνικος
Γέννηση
Τόπος γέννησης Προύσα
Θάνατος
Τόπος θανάτου Θεσσαλονίκη
Εθνικότητα Έλληνες
Υπηκοότητα Ελλάδα
Ερευνητικός τομέας αρχαιολογία
Σπουδές Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Επάγγελμα/
ιδιότητες
ανθρωπολόγος, αρχαιολόγος, ιστορικός της τέχνης και καθηγητής πανεπιστημίου
Εργοδότης Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Ακαδημαϊκός τίτλος καθηγητής πανεπιστημίου
Ιδιότητα ανθρωπολόγος, αρχαιολόγος, ιστορικός της τέχνης και καθηγητής πανεπιστημίου

Ο Mανόλης Aνδρόνικος (23 Οκτωβρίου 1919 - 30 Μαρτίου 1992) ήταν Έλληνας αρχαιολόγος.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προτομή του Μανόλη Ανδρόικου απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.

Γεννήθηκε στην Προύσα στις 23 Οκτωβρίου 1919. Ο πατέρας του, Λεωνίδας, ήταν από τη Σάμο και η μητέρα του από την Ίμβρο.[1] Μετά την Μικρασιατική καταστροφή η οικογένειά εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Μπήκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1936, όπου προσωπικότητες όπως αυτή του καθηγητή Κωνσταντίνου Ρωμαίου, του κίνησαν σε πρώτο στάδιο το αρχαιολογικό του ενδιαφέρον. Ενώ ήταν φοιτητής, ο Ανδρόνικος εργάστηκε σαν βοηθός δίπλα στον Ρωμαίο στην ανασκαφή της Βεργίνας. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1941, διορίστηκε φιλόλογος σε γυμνάσιο του Διδυμότειχου. Στη συνέχεια διέφυγε στη Μέση Ανατολή, κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό και πήρε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις[2] όπου υπηρέτησε ως λοχίας στο 8ό τάγμα της ΙΙ ταξιαρχίας η οποία εστάλη στην Τρίπολη της Κυρηναικής να φυλάει αιχμαλώτους λόγω ότι ήταν «δημοκρατική»[3].

Μετά τον πόλεμο εργάστηκε στη σχολή «Σχοινά» της Θεσσαλονίκης και το 1949 διορίστηκε επιμελητής αρχαιοτήτων στην εφορεία Κεντρικής Μακεδονίας. Το 1952 έγινε καθηγητής Kλασικής Aρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το διάστημα 1954-1955 μετεκπαιδεύτηκε στην Οξφόρδη, δίπλα στον Σερ Τζον Μπίζλι (Sir John D. Beazley, 1954-1955). Το 1957 εξελέγη υφηγητής της Αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) με τη διατριβή «Λακωνικά ανάγλυφα». Το 1961 εκλέχτηκε έκτακτος καθηγητής της Β΄ έδρας Αρχαιολογίας και το 1964 τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα.

Ήταν παντρεμένος με την Ολυμπία Kακουλίδου (1921-2012), την οποία γνώρισε στη σχολή «Σχοινά». Αγαπούσε ιδιαίτερα τις τέχνες και τα γράμματα. Διάβαζε πολύ και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου «Η τέχνη». Aγαπούσε τον Παλαμά, τον Σεφέρη και τον Eλύτη.

Πραγματοποίησε πολλές ανασκαφικές έρευνες στη Βέροια, τη Νάουσα, το Κιλκίς, τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη, αλλά το κύριο ανασκαφικό του έργο συγκεντρώθηκε στη Βεργίνα, όπου ανέσκαψε το σημαντικότατο νεκροταφείο τύμβων των γεωμετρικών χρόνων και συνέχισε σε συνεργασία με τον Γ. Μπακαλάκη την ανασκαφή του ελληνιστικού ανακτόρου που είχε αρχίσει το 1937 ο Κ. Α. Ρωμαίος, εκ μέρους του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του θεωρείται η 8η Νοεμβρίου 1977, όταν στη Βεργίνα έφερε στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία, τον ασύλητο μακεδονικό τάφο ΙΙ της Μεγάλης Τούμπας. Διατύπωσε την άποψη ότι στο μνημείο αυτό τάφηκε ο Φίλιππος Β΄, βασιλιάς της Μακεδονίας (359-336 π.Χ.). Στο εσωτερικό του τάφου διασώζονταν πολυάριθμα ευρήματα, μεταξύ των οποίων και αξιόλογα έργα τέχνης, τα οποία εκτίθενται στη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας. Η ταυτότητα του νεκρού αμφισβητείται από μέρος αρχαιολόγων,[4] όμως ο ιστορικός κ. Χατζόπουλος τεκμηριώνει ότι πρόκειται για τον τάφο του Φιλίππου Β΄[5]. Το 2010, επιστημονική μελέτη των οστών που βρέθηκαν στον τάφο απορρίπτει την περίπτωση να πρόκειται για τον Φίλιππο Γ΄ τον Αρριδαίο και υποστηρίζει βάσιμα ότι τα ευρήματα είναι συμβατά μόνο με τον Φίλιππο τον Β΄[6].Νεότερη επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences αποδεικνύει ότι ο τάφος είναι όντως του Φιλίππου Β και δεν έχει σχέση με τον Αρριδαίο.[7] Η σημασία του μνημείου είναι αναμφισβήτητη και θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ού αιώνα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο Βρετανός ιστορικός Νίκολας Χάμοντ αναφερόμενος στο έργο του Ανδρόνικου δήλωσε: «Στις πολλές επισκέψεις μου στη Βεργινα θαύμασα την εκπληκτική δεινότητα του Ανδρόνικου και της ομάδας αρχαιολόγων και τεχνικών του, όπως και την τελειότητα των ερευνών τους υπό την καθοδήγησή του. Ήταν ο εξαιρετικός ανασκαφέας, μελετητής και ιστορικός τέχνης της γενιάς του, που ανέτρεψε άρδην την αντίληψή μας για την αρχαία Μακεδονία σε τέτοιο βαθμό που ποτέ δεν θα υπάρξει όμοιός του. Όπως φάνηκε και από την επιστολή που μου έστειλε, ήταν ένας εξαιρετικά γενναιόδωρος συνάδελφος, ένας τολμηρός στοχαστής και άνθρωπος της δράσης, στον οποίο οι απανταχού μελετητές πρέπει να αισθάνονται βαθύτατο χρέος».[8]

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Μιχάλης Τιβέριος αναφέρει πως ο Ανδρόνικος είχε πολύ σημαντική προσφορά στην κατανόηση των επιτύμβιων μνημείων. Στη διατριβή «Λακωνικά ανάγλυφα» έδειξε πως μια ομάδα αναγλύφων, που ως τότε θεωρούνταν επιτύμβια για αφηρωισμένους νεκρούς, ήταν αναθηματικά ανάγλυφα σε χθόνιες θεότητες. Στη μελέτη «Ελληνικά επιτάφια μνημεία» παρουσίασε μια συνολική εικόνα της μορφής και του ρόλου του επιτάφιου μνημείου των προϊστορικών και γεωμετρικών χρόνων. Στη μελέτη αυτή και την «Ομηρικά και Μυκηναϊκά έθιμα ταφής» ο Ανδρόνικος εκθέτει τις διαφορές που παρουσιάζει ο τρόπος ταφής στον μυκηναϊκό και τον γεωμετρικό κόσμο, και υποστηρίζει πως τα ταφικά έθιμα που αναφέρονται στον Όμηρο δεν είναι της Μυκηναϊκής εποχής αλλά φανερώνουν έθιμα και ιδέες των γεωμετρικών χρόνων. Ο Τιβέριος χαρακτηρίζει το έργο του Ανδρόνικου «Totenkult» (Λατρεία νεκρών) «κλασσικό έργο των αρχαιογνωστικών επιστημών».[9]

Υπήρξε μέλος του Αρχαιολογικού Συμβουλίου (1964-1965), της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Association Internationale des Critiques d' Art, καθώς και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου.

Έλαβε μέρος με ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια. Προσκλήθηκε από γερμανικά πανεπιστήμια για διαλέξεις και σχεδόν απ' όλα τα πανεπιστήμια της Ελλάδας. Διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης (1968-1969). Μιλούσε εκτός της μητρικής του γλώσσας, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά.

Μνήμη Μανόλη Ανδρόνικου στους Βασιλικούς Τάφους Αιγών, στη Βεργίνα.

Το όνομά του γράφεται κάποιες φορές με ωμέγα (Μανώλης). Ο ίδιος το έγραφε με όμικρον (Μανόλης).

Το 1992 του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Φοίνικος.[10] Mόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης (επί της οδού Παπάφη), πέθανε στις 30 Μαρτίου 1992.

Προς τιμήν του έχει ανεγερθεί η προτομή του απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ενώ η οδός μπροστά από το Μουσείο φέρει το όνομά του. Στον Εύοσμο έχει ανεγερθεί το μαρμάρινο Μνημείο Μανόλη Ανδρόνικου σε σχήμα αναθηματικής στήλης με λαξευμένο τον ήλιο της Βεργίνας και τα ονόματα των τριών σημαντικών πόλεων της ζωής του: Προύσα, Βεργίνα, Θεσσαλονίκη. Επίσης το Μουσείο Μικρασιατικού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη ονομάζεται Μανόλης Ανδρόνικος. Τιμητικά το όνομά του φέρουν πολλά σχολεία όπως το 2ο Γυμνάσιο Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, το Γυμνάσιο Βεργίνας και το 1ο Πειραματικό Λύκειο Θεσσαλονικης.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο και μελέτες, κυριότερα των οποίων είναι:

  • Αρχαίαι επιγραφαί Βεροίας, (1951)
  • Ο Πλάτων και η Τέχνη, (1952)
  • Πλάτωνος Φίληβος, (1957)
  • Toten Kult, (1968)
  • Έθιμα ταφής των ομηρικών χρόνων, (1968 στα γερμανικά στον τόμο «Ομηρική Αρχαιολογία»)
  • Βεργίνα, Ι, Το νεκροταφείο των Τύμβων, (1969)
  • Το ανάκτορο της Βεργίνας, (σε συνεργασία με άλλους) (1971)
  • Βεργίνα, οι βασιλικοί τάφοι και οι άλλες αρχαιότητες, (1984)

Και επίσης πολλές δημοσιεύσεις, με κυριότερες:

  • Ελληνικά επιτάφια μνημεία, (1961 - 1962)
  • Mycenean and Greek Writing, (1967)
  • Sarissa, (1970) κ.ά.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σερέζης, Κώστας (5 Απριλίου 1992). «Ευγένεια, ήθος, πνευματικότητα». Το Βήμα, Νέες Εποχές: σελ. Β7. 
  2. «Στη γη που αγάπησε όσο κανείς». Τα Νέα: σελ. 20. 31 Μαρτίου 1992. 
  3. Κούλα Ξηραδάκη: Σελίδες από τον αντιφασιστικό αγώνα στη Μέση Ανατολή 1941-1944. Μαρτυρίες και ντοκουμέντα. Εκδ. «Φιλίστωρ», 1996, σελ. 19
  4. Οι Borza & Palagia 2008 χρονολογούν το περιεχόμενο του τάφου μετά το 317 π.Χ. και πιστεύουν ότι είναι του Φιλίππου Γ΄ Αρριδαίου. Πρβλ. Hatzopoulos 2008 και Lane Fox 2011
  5. Hatzopoulos, Milt. B. (2008). «The Burial of the Dead (at Vergina) or The Unending Controversy on the Identity of the Occupants of Tomb II». Τεκμήρια 9: 91-118.
  6. «Musgrave J, Prag A. J. N. W., Neave R., Lane Fox R., White H. (2010) The Occupants of Tomb II at Vergina. Why Arrhidaios and Eurydice must be excluded, Int J Med Sci 2010; 7:s1–s15». http://www.medsci.org/v07p00s1.htm. 
  7. «The lameness of King Philip II and Royal Tomb I at Vergina, Macedonia». http://www.pnas.org/content/112/32/9844. 
  8. «Τολμηρός στοχαστής και άνθρωπος της δράσης». Τα Νέα: σελ. 31. 1 Απριλίου 1992. 
  9. Τιβέριος, Μιχάλης (28 Μαρτίου 1993). «Ο αρχαιολόγος - επιστήμονας». Το Βήμα, Νέες Εποχές: σελ. Β5. 
  10. Hamilakis 2007, σελ. 127

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Borza, Eugene M.; Palagia, Olga (2008). «The Chronology of the Macedonian Royal Tombs at Vergina». Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts: 81-125. 
  • Hamilakis, Yannis (2007). The Nation and its Ruins: Antiquity, Archaeology, and National Imagination in Greece. Oxford: Oxford University Press. 
  • Hatzopoulos, Michael B. (2008). «The Burial of the Dead (at Vergina) or the Unending Controversy on the Identity of the Occupants of Tomb II». Tekmeria (9): 91-118. 
  • Lane Fox, Robin (2011). «Introduction: Dating the Royal Tombs at Vergina». Στο: Lane Fox, Robin J.. Brill's Companion to Ancient Macedon: Studies in the Archaeology and History of Macedon, 650 BC - 300 AD. Λάιντεν / Βοστόνη: Brill, σελ. 1-34. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]