Αλεξάνδρεια στον Καύκασο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

H Αλεξάνδρεια στον Καύκασο ή Αλεξάνδρεια η του Καυκάσου ή Αλεξάνδρεια η εν Παροπαμισσάδαις[1] ή Αλεξάνδρεια η εν Παροπαμισάδες, είναι μία εκ των πόλεων με το όνομα «Αλεξάνδρεια του Καυκάσου» και ήταν ελληνιστική πόλη που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος και μία από τις πολλές που έφεραν το όνομα «Αλεξάνδρεια» ή «Αλασάντρα».[2]

Πρόκειται για τη σύγχρονη πόλη Μπαγκράμ ή Μπεγκράμ 34°58′N 69°17′E / 34.967°N 69.283°E / 34.967; 69.283 με την οποία σήμερα πλέον σχεδόν ταυτίζεται και πολύ κοντά στην πόλη Καρικάρ ή Χαρικάρ 35°0′47″N 69°10′8″E / 35.01306°N 69.16889°E / 35.01306; 69.16889, που βρίσκονται στα βόρεια της πρωτεύουσας Καμπούλ στο Αφγανιστάν. Η πόλη μετά την ελληνιστική περίοδο απέκτησε την μεσαιωνική ονομασία Καπίσα.

Η πόλη αυτή δεν θα πρέπει να συγχέεται με την άλλη Αλεξάνδρεια, που ονομαζόταν Αλεξάνδρεια υπό τον Καύκασο, που σήμερα είναι γνωστή ως Καμπούλ και είναι η πρωτεύουσα του Αφγανιστάν.

Ιστορία πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

 Πόλεις που ιδρύθηκαν από τον Μέγα Αλέξανδρο

Είναι άγνωστο το πότε ακριβώς πρωτο-οικίστηκε η περιοχή και έγινε η εγκατάσταση της πρώτης αρχαίας πόλης.

Πάντως μεταξύ του διαστήματος της εξουσίας του (559 – 530 π.Χ.) ο βασιλιάς της Περσίας Κύρος Β (Κύρος Β΄ ο Μέγας, ή Κύρος ο πρεσβύτερος ), της δυναστείας των Αχαιμενιδών Περσών κατέστρεψε την πόλη κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του ενάντια στους Σάκες νομάδες της περιοχής και εγκατέστησε εκεί φρουρά. Την κατεστραμμένη πόλη, ωστόσο, σύντομα ανοικοδόμησε εκ νέου ο Δαρείος Α΄ της Περσίας που ήταν ο διάδοχος του Κύρου Β’ .

Όταν περί το 329 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος κατέλαβε την περιοχή δημιούργησε εκεί μια νέα οχυρωμένη αποικία, που ήταν και αυτή μια από τις πόλεις που έφεραν το όνομα Αλεξάνδρεια του Καυκάσου. Ο Αρριανός αναφέρει σχετικά με αυτήν: «Προς Καύκασον ήγεν, ίνα και πόλιν έκτισε και ωνόμασεν Αλεξάνδρειαν». «Yπερβαλών δε τον Καύκασον εν δέκα ημέραις αφίκετο ες Αλεξάνδρειαν πόλιν, την κτισθείσαν εν Παραπαμισάδαις, ότε το πρώτον επί Βάκτρων εστέλλετο». [3]

Η νέα πόλη, ήταν σχεδιασμένη με βάση το «Ιπποδάμειο Σχέδιο» ή «διαμαντένιο πλέγμα»,[4] το αρχιτεκτονικό σχέδιο που εμπνεύστηκε ο Έλληνας αρχιτέκτονας και πολεοδόμος Ιππόδαμος ο Μιλήσιος, σήμα κατατεθέν της ελληνικής πολεοδομίας (περιλάμβανε αρχιτεκτονικό μοτίβο με «σιδηρούν πλέγμα» που είχε τοίχους από τούβλα ενισχυμένους με πύργους στις γωνίες.

Ο κεντρικός δρόμος της πόλης διευκόλυνε την πρόσβαση σε καταστήματα και εργαστήρια. Ο Αρριανός αναφέρει αμέσως μετά. «Προσκατοικίσας δε και άλλους των περιοίκων τε και όσοι των στρατιωτών απόμαχοι ήσαν ες την Αλεξάνδρειαν Νικάνορα μεν, ένα των εταίρων, την πόλιν αυτήν κοσμείν εκέλευσε˙…». [5]

Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το 323 π.Χ., την πόλη ανέλαβε ένας από τους «επιγόνους» - διαδόχους του, ο στρατηγός Σέλευκος Α' Νικάτωρ και η πόλη έγινε αντικείμενο διεκδίκησης, διαπραγμάτευσης – ανταλλαγής και εμπορίου, μεταξύ του βασιλείου του και του Βασιλείου των Μαουρυανών ή Μαυρίων της Ινδίας το 305 π.Χ.. Η πόλη απετέλεσε το όριο προς ανατολάς της Σελευκιδικής αυτοκρατορίας. Κατά το 206 π.Χ. με την εισβολή του Αντιόχου Γ΄ στην Ινδία, ο πρώτος κατενίκησε κάποια ινδικά φύλα κοντά στην πόλη.

Η Αλεξάνδρεια αυτή έγινε πρωτεύουσα στο Ελληνοϊνδικό Βασίλειο από τους Ευκρατίδες, όταν αυτοί εκδιώχθηκαν από τη Βακτρία ή Βακτριανή από τους Γιουέζχι (Yuezhi) το 140 π.Χ..

Η Αλεξάνδρεια (που σταδιακά μετονομάσθηκε σε Καπίσα - Μπαγκράμ) έγινε επίσης η πρωτεύουσα στην Αυτοκρατορία του Κουσάν κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα.

Από εδώ ξεκίνησαν και τα στρατεύματα της αυτοκρατορίας που εισέβαλαν στο νότο και κατέλαβαν την Πεσαβάρ (σήμερα επαρχία και ομώνυμη πόλη στο Πακιστάν).

Ο «θησαυρός του Μπαγκράμ», όπως έχει ονομαστεί, είναι ενδεικτικός των έντονων εμπορικών συναλλαγών αλλά και της διασταύρωσης, μεταξύ όλων των πολιτιστικών κέντρων της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου, στο σταυροδρόμι με την Αυτοκρατορία του Κουσάν καθώς αναπτυσσόταν το εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Ωστόσο, τα έργα τέχνης που βρέθηκαν στο Μπαγκράμ δεν έχουν μικτές επιρροές και είναι πολύ καθαρά στην τεχνοτροπία, είτε ως ελληνιστικής, ρωμαϊκής, κινεζικής, είτε ινδικής τεχνοτροπίας, με μικρές μόνο ενδείξεις πολιτιστικού συγκρητισμού, που βρέθηκαν στην Ελληνο-βουδιστική τέχνη.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλεξάνδρεια στον Καύκασο βρίσκεται στα νότια της Βακτριανής, στα βουνά του Χίντου Κους

Ο Μέγας Αλέξανδρος ίδρυσε την Αλεξάνδρεια στον Καύκασο σε ένα σημαντικό για τις μεταφορές σταυροδρόμι, στις νότιες υπώρειες του βουνού Παροπαμισσός (αρχαία ελληνικά) ή ή Ινδοκαύκασος ή Χίντου Κους όπως είναι γνωστότερο σήμερα (επίσης γνωστό ως Pāriyātra Parvata), στην οροσειρά και την περιοχή που αυτή οροθετούσε, που ήταν γνωστή ως Παροπαμισάδαι. [6]

  • Επισημαίνεται επίσης, ότι στην κλασική εποχή, η ανωτέρω αναφερομένη οροσειρά, καθώς και το βουνό Παροπαμισσός ονομαζόταν επίσης «Καυκάσια Όρη» ή «Καύκασος» παράλληλα με τα δυτικά ισοδύναμά τους «Καυκάσια Όρη» ή «Καύκασος» ή Οροσειρά του Καυκάσου που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή που είναι γνωστή ως Καύκασος, μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας. [7]

Πληθυσμός της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μέγας Αλέξανδρος όταν ίδρυσε την πόλη αυτή, όπως και στις άλλες πόλεις, με παρόμοια χαρακτηριστικά (δηλαδή: ελληνιστικό φυλάκιο στην Ασία), έδωσε άδεια να εγκαταστάθηκαν βετεράνοι (συνταξιούχοι ή τραυματίες) του Μακεδονικού Στρατού.

Ο πληθυσμός, σύμφωνα με τους ιστορικούς περιλάμβανε, τουλάχιστον 10.000 Έλληνες (Μακεδόνες στρατιώτες και άλλους Έλληνες μισθοφόρους που ήταν μέρος της στρατιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου).

Στην προκειμένη περίπτωση εγκαταστάθηκαν τον Μάρτιο του 329 π.Χ.. περίπου 7.000 Μακεδόνες, 3.000 μισθοφόροι και αρκετές άλλες χιλιάδες ντόπιοι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής (σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Κουίντος Κούρτιος Ρούφος),[8] ή περίπου 7.000 Μακεδόνες στρατιωτικοί και 3.000 μη στρατιωτικοί (από το σώμα υποστήριξης της στρατιάς) και κάποιοι από τους υπόλοιπους ήταν διάφοροι (Έλληνες επί το πλείστον) άλλοι μισθοφόροι (σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Διόδωρος), [9]

Τείχη της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μέγας Αλέξανδρος οχύρωσε με τείχη επίσης και αυτήν την Αλεξάνδρεια, αντικαθιστώντας παλαιότερο οχυρό – φρούριο που είχε ανεγείρει κατά τη διάρκεια της εξουσίας του (559 – 530 π.Χ.) και μετά την καταστροφή της προγενέστερης πόλης στην ίδια θέση ο βασιλιάς της Περσίας Κύρος Β (Κύρος Β΄ ο Μέγας, ή Κύρος ο πρεσβύτερος ).

Θρησκεία της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασική θρησκεία της πόλης ήταν το ελληνικό δωδεκάθεο και κύρια θεότητα της πόλης φαίνεται να ήταν ο Δίας, όπως αποδεικνύεται από τα νομίσματα που εξέδωσε ο βασιλιάς Ευκρατίδης Α΄ της Βακτρίας στο Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής. Σε μεταγενέστερη εποχή αναπτύχθηκε και ο ινδουϊσμός.

Ινδο-ελληνική πρωτεύουσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλεξάνδρεια του Καυκάσου ήταν μια από τις πρωτεύουσες στο Ελληνοϊνδικό Βασίλειο (180 π.Χ.- 10 μ.Χ.). Όταν βρισκόταν στην εξουσία ο Μένανδρος ο Δίκαιος ή Μένανδρος Α’ ο Σωτήρ, η πόλη είχε καταγραφεί και ως ακμάζουσα βουδιστική κοινότητα, με επικεφαλής Έλληνες μοναχούς[εκκρεμεί παραπομπή].

Στη βουδιστική λογοτεχνία, αναφέρεται ότι ο Έλληνας βουδιστής μοναχός Μαχαντχαμμαρακκχίτα είπε ότι προερχόταν (καταγόταν) από την «Αλασάντρα», που πιστεύεται ότι πρόκειται για την Αλεξάνδρεια του Καυκάσου, και προσήλθε μαζί με 30.000 μοναχούς για την ιδρυτική τελετή της «Μεγάλης Στούπας» (Maha Thupa) στην πόλη Ανουραντχαπούρα (Anuradhapura) της Σρι Λάνκα: «Από την Αλασάντα (Αλεξάνδρεια), την πόλη των Ιώνων (Ελλήνων) ήρθε ο γέροντας Έλλην Μαχαντχαμμαρακκχίτα με τριάντα χιλιάδες μοναχούς».[10]

Αρχαιολογικά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά αρχαιολογικά ευρήματα που αφορούν την Αλεξάνδρεια του Καυκάσου συγκεντρώθηκαν από τον στρατιωτικό και εξερευνητή Τσαρλς Μασσόν (Charles Masson,1800-1853), που παρέχουν στοιχεία για την ιστορία της χαμένης πόλης. Στα ευρήματα του Τσαρλς Μασσόν περιλαμβάνονται νομίσματα, δαχτυλίδια, σφραγίδες και άλλα μικρά αντικείμενα.

Τη δεκαετία του 1930, ο Γάλλος αρχαιολόγος Ρομάν Γκίρσμαν (Roman Ghirshman – με τόπο γέννησης την Ουκρανία), ενώ διεξήγαγε ανασκαφές κοντά στο Μπαγκράμ, βρήκε γυαλικά από την Αίγυπτο και τη Συρία, χάλκινα αγαλματίδια, κύπελλα και άλλα αντικείμενα, όπως αγάλματα. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου «άνοιξαν την αγορά» στις εισαγωγές από την Ινδία προς τη Δύση.

Σήμερα η Αλεξάνδρεια του Καυκάσου, πόλη - φρούριο, εξακολουθεί να σχηματίζει ένα ορθογώνιο Π σε 500 με 200 μέτρα γύρω από μια κυκλική ακρόπολη στην ευρύτερη περιοχή, όπου προαναφέρθηκαν οι σημερινές πόλεις Μπαγκράμ και Καρικάρ ή Χαρικάρ (Charikar), περίπου 3 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Στρατιωτικής - Αεροπορικής Βάσης των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, (ονομαζόμενη και Αεροπορική Βάση Μπαγκράμ).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Αλεξάνδρεια εν Παροπαμισσάδαις, επί του όρους Παροπαμίσσου, κτισθείσα και αύτη υπό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Αρριανός Αν. δ’, 22. Τανύν Κανδαχούρ’ (εννοείται: το Καρικάρ του Αφγανιστάν και όχι η Κανδαχάρ - Cəndəhar ή Cəndəhar ή Çəndahar ή Chandakhar) του Αζερμπαϊτζάν) έτι δε και η προς Καυκάσω, Αρριανός Αν. ε’,1.» Νικόλαος Λωρέντης, «Λεξικόν των Αρχαίων Μυθολογικών, Ιστορικών και Γεωγραφικών Κυρίων Ονομάτων», Βιέννη Αυστρίας 1837, λήμμα για την «Αλεξάνδρεια», σελ. 29. [1].
  2. Γρηγόρης Ζώρζος, οικονομολόγος, «Τα Μεγάλα Έργα στην Εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», (μέρος του βιβλίου «Ναυτικό Μεγάλου Αλεξάνδρου»), στο περιοδικό «Στρατιωτική Επιθεώρηση», Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2005, σελ. 145. [2].
  3. Αρριανός, Αλεξ. Ανάβ., Δ΄22.4).
  4. Το «διαμαντένιο πλέγμα» που επινόησε ο Έλληνας αρχιτέκτονας και πρωτοπόρος της πολεοδομίας Ιππόδαμος ο Μιλήσιος, ήταν μια σειρά από ευρείες και ευθείες οδούς που τέμνονταν σε γωνίες 45 και 135 μοιρών. Η Μίλητος μας παρέχει το αρχετυπικό ιπποδάμειο σχέδιο, βάσει του οποίου ξαναχτίστηκε αυτή το 479 π.Χ.. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του σχεδίου είναι η εκτεταμένη κεντρική περιοχή, που με μακροχρόνια πρόβλεψη, κρατήθηκε ελεύθερη για να αναπτυχθεί ως δημόσιο κέντρο, η γνωστή «αγορά». Γύρω από αυτή την κεντρική περιοχή αναπτύσσονταν τα οικοδομικά τετράγωνα των περιοχών κατοικίας, οργανωμένα σε ένα ορθογώνιο δίκτυο δρόμων, χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το τοπογραφικό ανάγλυφο.
  5. Αρριανός, Αλεξ. Ανάβ., Δ΄22.5).
  6. «Αλεξάνδρεια η εν Παροπαμισάδαις. Ιδρύθηκε το 329/8 π.Χ. Έκειτο μεταξύ Αριανής, Βακτριανής και Ινδικής στη δυτική πλευρά του Παροπαμίσου όρους (Καυκάσου). Ο Αρριανός αναφέρει γι αυτή. ‘’Προς Καύκασον ήγεν, ίνα και πόλιν έκτισε και ωνόμασεν Αλεξάνδρειαν’’. ‘’Yπερβαλών δε τον Καύκασον εν δέκα ημέραις αφίκετο ες Αλεξάνδρειαν πόλιν, την κτισθείσαν εν Παραπαμισάδαις, ότε το πρώτον επί Βάκτρων εστέλλετο’’. (Αλεξ. Ανάβ., Δ΄22.4). Ο Αρριανός αναφέρει αμέσως μετά. ‘’Προσκατοικίσας δε και άλλους των περιοίκων τε και όσοι των στρατιωτών απόμαχοι ήσαν ες την Αλεξάνδρειαν Νικάνορα μεν, ένα των εταίρων, την πόλιν αυτήν κοσμείν εκέλευσε˙…’’. (Αλεξ. Ανάβ., Δ΄22.5). Ο Διόδωρος αναφέρει ότι στη χώρα των Παροπαμισαδών ο Μέγας Αλέξανδρος έκτισε και άλλες Αλεξάνδρειες, άποψη την οποία επιβεβαιώνει και ο Πλίνιος». (Αναφορά σε 24 πόλεις αναφερόμενες ως Αλεξάνδρεια): Δόγας Ι. Μηνάς, «Θησαυρός Μακεδόνων», Αθήνα 2008.Σελ. 112-115.
  7. «Η Αλεξάνδρεια στον Καύκασο / Παραπαμισάδες. Οικοδομήθηκε το 329/8 π.Χ στην μεσημβρινή κλιτύ του όρους Παροπαμίσου, που ονομαζόταν Ινδικός Καύκασος. Σημερινό χωριό Μπεγράμ του Αφγανιστάν, 40-50 μίλια βορειοανατολικά της πρωτεύουσας Καμπούλ». Πηγή: Χολέβας Κ. Ιωάννης, «Τα Οικονομικά του Μεγάλου Αλεξάνδρου», σελ. 116-121. Εκδόσεις «Πελασγός», Αθήνα 1994.
  8. Κουίντος Κούρτιος Ρούφος - Curtius «Historiae Alexandri Magni», VII.3.23.
  9. Διόδωρος, XVII.83.2.
  10. «From Alasanda the city of the Yonas came the thera (elder) Yona Mahadhammarakkhita with thirty thousand bhikkhus». (Μαχαβάμσα - Mahavamsa, XXIX).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Livius.org, καθώς και το σχετικό άρθρο Jona Lendering

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Alexandria on the Caucasus της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bagram της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).