Συκοφαντία του αίματος (Ρόδος 1840)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα αλλά και την περίοδο της Αναγέννησης, και αργότερα, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, με αφορμή δολοφονίες και εξαφανίσεις κυρίως παιδιών χριστιανικών οικογενειών (αλλά και ενηλίκων χριστιανών σε κάποιες περιπτώσεις), κατηγορήθηκαν και διώχτηκαν ως υπεύθυνοι Εβραίοι. Συγκεκριμένα κατηγορούνταν ότι θυσίαζαν τα παιδιά και χρησιμοποιούσαν το αίμα τους για την παρασκευή του άζυμου άρτου, κατά την εορτή του εβραϊκού Πάσχα. Αυτή η κατηγορία, που είχε ως αποτέλεσμα να συλληφθούν, να υποστούν βασανιστήρια και να δολοφονηθούν εκατοντάδες άνθρωποι, μόνο και μόνο λόγω της θρησκείας τους, είναι γνωστή ως συκοφαντία του αίματος ή λίβελος του αίματος.

Συκοφαντίες του αίματος συνέβησαν και στο ελλαδικό χώρο. Μια από αυτές έλαβε χώρα το 1840 στη Ρόδο, όπου τότε ζούσαν 2.000 με 4.000 Εβραίοι.

Τα γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 7 Φεβρουαρίου του 1840 χάθηκε στη Ρόδο το αγόρι μιας ορθόδοξης οικογένειας. Την επόμενη ημέρα η μητέρα του δήλωσε την εξαφάνισή του στις Οθωμανικές αρχές και ξεκίνησαν έρευνες χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι χριστιανοί της Ρόδου ήταν σίγουροι ότι το παιδί είχε πέσει θύμα τελετουργικής δολοφονίας από τους Εβραίους και σε όλο το νησί επικρατούσε μεγάλη ένταση. Εντωμεταξύ οι πρόξενοι των ευρωπαϊκών χωρών στη Ρόδο πίεζαν τον κυβερνήτη του νησιού, Γιουσούφ Πασά, για την επίλυση της υπόθεσης.[1]

Μερικές μέρες αργότερα δύο Ελληνίδες ανέφεραν ότι είχαν δει το παιδί να κατευθύνεται προς την πόλη συνοδευόμενο από τέσσερις Εβραίους, ένας από τους οποίους είπαν ότι ήταν ο Ελιακίμ Στάμπολι (Eliakim Stamboli). Ο Στάμπολι συνελήφθη και αφού ανακρίθηκε του επιβλήθηκε ποινή 500 χτυπημάτων με φάλαγγα (bastinado). Στις 23 Φεβρουαρίου ανακρίθηκε και βασανίστηκε εκ νέου παρουσία του κυβερνήτη, του καδή, του αρχιεπισκόπου, των Ευρωπαίων προξένων και άλλων αξιωματούχων και τελικά μην αντέχοντας τα βασανιστήρια «ομολόγησε» και ενοχοποίησε και άλλους Εβραίους, δεκάδες από τους οποίους συνελήφθησαν.[2]

Με την υποκίνηση του ορθόδοξου κλήρου και των Ευρωπαίων προξένων, ο Γιουσούφ Πασά προχώρησε στον αποκλεισμό της εβραϊκής γειτονιάς της Ρόδου την παραμονή της εβραϊκής γιορτής του Πουρίμ και στη σύλληψη του αρχιραββίνου Γιάκομπ Ίσραελ.[3]. Ο αποκλεισμός αυτός είχε ως αποτέλεσμα οι Εβραίοι της Ρόδου να μην έχουν πρόσβαση σε νερό και τρόφιμα.[4] Ο μουσουλμάνος αξιωματούχος που ήταν υπεύθυνος για τον αποκλεισμό συνελήφθη να μεταφέρει λαθραία ψωμί στους αποκλεισμένους κατοίκους και με απαίτηση του Βρετανού προξένου στη Ρόδο υπέστη φάλαγγα και διώχθηκε από τη θέση του.

Εντωμεταξύ ο καδής της Ρόδου, που έβλεπε με συμπάθεια τους Εβραίους, ξεκίνησε νέες έρευνες σχετικά με την υπόθεση, από τις οποίες αποδείχτηκε ότι τα στοιχεία με βάση τα οποία είχαν φυλακιστεί διάφοροι Εβραίοι της Ρόδου δεν επαρκούσαν για να στηρίξουν τις κατηγορίες. Στις αρχές Μαρτίου ο κυβερνήτης ζήτησε οδηγίες σχετικά με την υπόθεση από την Κωνσταντινούπολη. Τελικά, και αφού η εβραϊκή γειτονιά ήταν αποκλεισμένη για δώδεκα μέρες, ο Γιουσούφ Πασά ήρε τον αποκλεισμό, ύστερα από εντολή που έλαβε από υψηλόβαθμο αξιωματούχο που επισκέφθηκε το νησί.[5]

Οι Εβραίοι του νησιού πίστεψαν ότι τα βάσανα τους τελείωσαν, όμως πολύ σύντομα, στις αρχές Μαρτίου, έφτασε στη Ρόδο η είδηση για την εξαφάνιση και δολοφονία ενός Χριστιανού μοναχού και του υπηρέτη του στη Δαμασκό την ίδια περίοδο, γεγονός για το οποίο κατηγορήθηκαν και υπέστησαν βασανιστήρια και πάλι Εβραίοι.[6]. Η είδηση αυτή επανέφερε την ένταση στο νησί καθώς για τους Χριστιανούς «αποδείκνυε» την τέλεση τελετουργικών δολοφονιών από την πλευρά των Εβραίων. Σύμφωνα με τον Βρετανό πρόξενο «οι Έλληνες φώναζαν ότι δεν είχε αποδοθεί δικαιοσύνη και ότι οι επικεφαλής των Εβραίων έπρεπε να φυλακιστούν». Τελικά για να κατευνάσουν τους Χριστιανούς οι αρχές προχώρησαν στη σύλληψη οκτώ Εβραίων, μεταξύ των οποίων και του αρχιραββίνου, και τους υπέβαλαν σε βασανιστήρια.[7]

Ο ρόλος των Ευρωπαίων διπλωματών της Ρόδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ευρωπαίοι διπλωμάτες στη Ρόδο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις ανακρίσεις και ορισμένοι ήταν παρόντες στα βασανιστήρια. Ο Βρετανός πρόξενος J. G. Wilkinson απευθυνόμενος στον αρχιραββίνο εξέφρασε την πεποίθησή του, ύστερα και από τα γεγονότα της Δαμασκού, ότι οι Εβραίοι διέπρατταν τελετουργικές δολοφονίες Χριστιανών ενώ ο Αυστριακός υποπρόξενος Anton Giuliani όταν ο αρχιραββίνος, που ήταν Αυστριακός υπήκοος και ήταν υπό κράτηση από τις οθωμανικές αρχές και υφίσταντο βασανιστήρια, ζήτησε τη βοήθειά του, του απάντησε: «Γιατί διαμαρτύρεσαι; Δεν πέθανες ακόμα».[7]

Κάποιοι Εβραίοι της Ρόδου κατηγόρησαν τους Ευρωπαίους διπλωμάτες ότι εκμεταλλεύθηκαν την υπόθεση για να καταστρέψουν οικονομικά ένα Εβραίο του νησιού, τον Elias Kalimati. Ο Kalimati αντιπροσώπευε στη Ρόδο τα επιχειρηματικά συμφέροντα του Joel Davis, ενός Εβραίου επιχειρηματία από το Λονδίνο, που ασχολούνταν με την εξαγωγή σπόγγων από το νησί, και ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς ανταγωνιστές των Ευρωπαίων προξένων. Ο ισχυρισμός όμως αυτός αμφισβητείται, καθώς ο Elias Kalimati δεν ήταν ανάμεσα στους συλληφθέντες Εβραίους. Άλλες εβραϊκές πηγές αναφέρουν ότι σκοπός των προξένων ήταν ή να εξαφανίσουν τους Εβραίους της Ρόδου ή να τους αναγκάσουν αν αλλάξουν θρησκεία.[4]

Έκκληση για βοήθεια και ενέργειες Εβραίων της Ευρώπης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενόσω διαρκούσε ο αποκλεισμός της εβραϊκής γειτονιάς στη Ρόδο, κάποιος από τους εγκλείστους κατάφερε να βγει από την αποκλεισμένη περιοχή και να μεταφέρει στην ηγεσία της εβραϊκής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης έκκληση των Εβραίων της Ρόδου για βοήθεια. Στις 27 Μαρτίου οι ηγέτες των Εβραίων της οθωμανικής πρωτεύουσας προώθησαν την επιστολή των ομοθρήσκων τους της Ρόδου, μαζί με αντίστοιχη έκκληση των Εβραίων της Δαμασκού, σε μέλη της πλούσιας γερμανοεβραϊκής οικογένειας Ρότσιλντ.[8]

Ο επικεφαλής της τράπεζας των Ρότσιλντ στη Βιέννη, Salomon Mayer von Rothschild, που είχε παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στην αύξηση της χρηματοδότησης της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, είχε στενές σχέσεις με τον Αυστριακό καγκελάριο Μέττερνιχ, τις οποίες χρησιμοποίησε για να βοηθήσει τους Εβραίους της Ρόδου και της Δαμασκού. Στις 10 Απριλίου ο Μέττερνιχ έστειλε επιστολή στον πρεσβευτή της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη, Bartolomäus von Stürmer, και στον πρόξενο της χώρας του στην Αλεξάνδρεια, Anton von Laurin, με οδηγίες αναφορικά με το τι θα έπρεπε να πράξουν σε σχέση με τις διώξεις των Εβραίων σε Ρόδο και Δαμασκό και την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στις δύο πόλεις. Στην επιστολή αυτή ο Αυστριακός καγκελάριος χαρακτήριζε τις κατηγορίες εναντίον των Εβραίων τελείως παράλογες.[9]

Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο στην Μ. Βρετανία (Board of Deputies of the British Jews) συνήλθε στις 21 Απριλίου για να αποφασίσει σε ποιες ενέργειες θα έπρεπε να προβεί για να βοηθήσει τους Εβραίους της Ρόδου και της Δαμασκού. Καταρχάς συνέταξε και δημοσίευσε σε δεκάδες βρετανικές εφημερίδες, ένα κείμενο στο οποίο τα μέλη του δήλωναν ότι οι κατηγορίες κατά των Εβραίων, ότι τελούν τελετουργικές δολοφονίες, είναι ψευδείς και καταδίκαζαν τις διώξεις εναντίον των ομοθρήσκων τους. Επιπλέον αποφάσισε να ζητήσει από τις κυβερνήσεις της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας να ασκήσουν πιέσεις στις οθωμανικές αρχές για να σταματήσουν οι διώξεις των Εβραίων. Τέλος εξέλεξε μια επιτροπή που στις 30 Απριλίου συναντήθηκε με τον Υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας λόρδο Πάλμερστον. Ο Πάλμερστον χαρακτήρισε τις κατηγορίες κατά των Εβραίων συκοφαντία και υποσχέθηκε ότι η βρετανική κυβέρνηση θα ασκούσε την επιρροή της για να σταματήσουν οι θηριωδίες. Στις 5 Μαΐου έστειλε επιστολή στον Βρετανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, λόρδο Πόσονμπι (Ponsonby), με την οποία του έδινε εντολή να ζητήσει από τις οθωμανικές αρχές να διεξαγάγουν έρευνα κυρίως σχετικά με τους ισχυρισμούς ότι διαπράχθηκαν θηριωδίες κατά των Εβραίων της Ρόδου με παρότρυνση και Ευρωπαίων προξένων στο νησί.[10] Τελικά οι πρέσβεις της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Πρωσίας και της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη συμφώνησαν ότι οι διώξεις των Εβραίων έπρεπε να σταματήσουν, μολονότι από την αλληλογραφία του Bartolomäus von Stürmer αποκαλύπτεται ότι δεν ήταν καθόλου πεπεισμένος για την αθωότητα των Εβραίων και η γαλλική κυβέρνηση είχε στηρίξει τους προξένους της σε Ρόδο και Δαμασκό που είχαν υποστηρίξει τις συκοφαντίες του αίματος.[11]

Η εξέλιξη της υπόθεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα Μαΐου αφέθηκαν ελεύθεροι οι Εβραίοι που κρατούνταν, γεγονός που προκάλεσε την οργή των Χριστιανών της Ρόδου. Εβραίοι του νησιού υπέστησαν επιθέσεις και ξυλοδαρμούς από Χριστιανούς ενώ όταν παραπονέθηκαν στον κυβερνήτη αυτός διέταξε να υποβληθούν σε φάλαγγα οι Εβραίοι που διαμαρτύρονταν και προχώρησε σε συλλήψεις άλλων πέντε Εβραίων. Ο καδής διαχώρισε τη θέση του από τις ενέργειες του κυβερνήτη.[12]

Στις 10 Μαΐου έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη εκπρόσωποι της χριστιανικής και της εβραϊκής κοινότητας της Ρόδου, πέντε από κάθε πλευρά,[13] και με τον Γάλλο πρόξενο, τον Αυστριακό υποπρόξενο και τον καδή, παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο που θα ερευνούσε την υπόθεση και στο οποίο επικεφαλής ήταν ο Rifaat Bey. Ο καδής υποστήριξε ότι όλη η υπόθεση ήταν προϊόν του μίσους που το είχαν υποκινήσει ο Άγγλος και ο Αυστριακός πρόξενος ενώ οι πρόξενοι επέμεναν για την ενοχή των Εβραίων και παρουσίασαν γραπτή κατάθεση των συναδέλφων τους που είχαν μείνει στη Ρόδο.[14]

Στις 21 Ιουλίου ανακοινώθηκε η απόφαση του δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτή οι Εβραίοι αθωώθηκαν από τις κατηγορίες και ο κυβερνήτης της Ρόδου Γιουσούφ Πασά απαλλάχθηκε των καθηκόντων τους επειδή επέτρεψε να γίνουν ενέργειες και να ληφθούν μετρά εναντίον των Εβραίων που απαγορεύονταν από το Hatt-i Sharif της 3ης Νοεμβρίου. Ο Βρετανός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη χαρακτήρισε την απόφαση απόδειξη ότι η Υψηλή Πύλη ενεργεί με ανθρωπιά και δικαιοσύνη απέναντι στους υπηκόους της.[15]

Τον Ιούλιο του 1840, μια επιτροπή με επικεφαλής τους Adolphe Crémieux και Moses Montefiore πήγαν στην Αίγυπτο για να προσπαθήσουν να σώσουν τους Εβραίους της Δαμασκού. Ζήτησαν από τον Μοχάμεντ Άλι να μεταφέρει τις έρευνες στην Αλεξάνδρεια ή να επιληφθούν της υπόθεσης Ευρωπαίοι δικαστές, το αίτημά τους όμως αυτό απορρίφθηκε. Η επιτροπή έχοντας ως πρώτιστο στόχο την απελευθέρωση των Εβραίων της Δαμασκού που κρατούνταν, αποφάσισε να δεχτεί την απελευθέρωση τους χωρίς να κηρυχθούν από το δικαστήριο αθώοι ή να γίνει επίσημη καταδίκη της συνωμοσίας του αίματος της Δαμασκού. Η εντολή για την απελευθέρωσή τους δόθηκε στις 28 Αυγούστου του 1840 και συμβιβαστικά αναφέρθηκε ότι επρόκειτο για ενέργεια δικαιοσύνης και όχι για χάρη που δόθηκε από τον κυβερνήτη.

Στις 15 Οκτωβρίου του 1840 ο Montefiore συναντήθηκε στην Κωνσταντινούπολη με τον λόρδο Πόσονμπι από τον οποίο ζήτησε να παρέμβει στο σουλτάνο προκειμένου να εκδώσει διάταγμα (φιρμάνι) με το οποίο θα καταδίκαζε τη συκοφαντία του αίματος ώστε να κλείσει έτσι επίσημα η υπόθεση και στη Ρόδο και στη Δαμασκό. Ο Βρετανός πρέσβης συμφώνησε και κανόνισε ο Montefiore να συναντηθεί με τον Reshid Pasha. Ο Montefiore ετοίμασε ένα σχέδιο για το φιρμάνι με τη γαλλική μετάφραση την οποία διάβασε στον Reshid Pasha που ήταν θετικός στο συγκεκριμένο κείμενο. Στις 28 Οκτωβρίου ο Montefiore παρουσιάστηκε τον σουλτάνο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι το αίτημά του θα υλοποιούνταν.

Στο φιρμάνι, που στάλθηκε στον Montefiore στις 7 Νοεμβρίου και αντίγραφό του δόθηκε και στον Αρχιραββίνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναφερόταν ότι ο προσεκτικός έλεγχος των εβραϊκών πεποιθήσεων και των θρησκευτικών τους βιβλίων είχε δείξει ότι οι κατηγορίες εναντίον τους ήταν καθαρή συκοφαντία. Επιπλέον αναγνωρίζονταν ότι οι Εβραίοι είχαν τα ίδια προνόμια που δίνονταν στα άλλα έθνη που ζούσαν στην οθωμανική αυτοκρατορία και ότι είχαν δικαίωμα προστασίας από τις αρχές.[16]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Frankel, Jonathan. The Damascus Affair: "Ritual Murder," Politics, and the Jews in 1840. Cambridge University Press, σελ. 69
  2. ο.π. Frankel 69-70
  3. http:// www.jewishencyclopedia.com/articles/12727-rhodes
  4. 4,0 4,1 ο.π. Frankel 70
  5. ο.π. Frankel 70-71
  6. http://www.jewishencyclopedia.com/articles/4862-damascus-affair
  7. 7,0 7,1 ο.π. Frankel 71-72
  8. ο.π. Frankel 80
  9. ο.π. Frankel 159
  10. ο.π. Frankel 123-127
  11. ο.π. Frankel 160-161
  12. ο.π. Frankel 156-158
  13. ο.π. Frankel 157
  14. ο.π. Frankel 161-162
  15. ο.π. Frankel 162-163
  16. ο.π. Frankel 377

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Frankel, Jonathan. The Damascus Affair: "Ritual Murder," Politics, and the Jews in 1840. Cambridge University Press, 1997.
  • Encyclopedia Judaica (CD-ROM Edition Version 1.0). Ed. Cecil Roth. Keter Publishing House, 1997.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Rhodes blood libel της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).