Πολιτικές θέσεις του Νόαμ Τσόμσκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νόαμ Τσόμσκι

Ο Νόαμ Τσόμσκι (γεν. 7 Δεκεμβρίου 1928) είναι ευρέως γνωστός διανοούμενος, πολιτικός ακτιβιστής και επικριτής της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και άλλων κυβερνήσεων. Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται ελευθεριακός σοσιαλιστής, υπoστηρικτής του αναρχοσυνδικαλισμού ενώ θεωρείται σημαίνουσα προσωπικότητα στο χώρο της Αριστεράς στις ΗΠΑ.[1]

Πολιτικές Θέσεις [Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τσόμσκι συχνά περιγράφεται ως μια από τις πλέον γνωστές προσωπικότητες της αμερικανικής Αριστεράς, παρόλο που δε συμφωνεί με τη χρήση του όρου. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του "συνταξιδιώτη" στην παράδοση του αναρχισμού, και αυτοαποκαλείται ελευθεριακός σοσιαλιστής. Συνοψίζει αυτήν την πολιτική φιλοσοφία λέγοντας πως αμφισβητεί όλες τις μορφές εξουσίας και επιχειρεί να τις εξαλείψει αν είναι αδικαιολόγητες ενώ το βάρος της απόδειξης εναπόκειται αποκλειστικά σε αυτόν που επιχειρεί να ασκήσει εξουσία. Ταυτίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις με το εργατικό αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα του αναρχισμού και είναι μέλος της οργάνωσης Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου. Επίσης, φαίνεται να υποστηρίζει το όραμα της συμμετοχικής οικονομίας του ελευθεριακού σοσιαλισμού,[2] με τον ίδιο να είναι μέλος της Ενδιάμεσης Επιτροπής του Διεθνούς Οργανισμού για μια Συμμετοχική Κοινωνία (Interim Committee for the International Organization for a Participatory Society).[3]

Πιστεύει ότι οι αρχικές μη αναδομημένες κλασσικές φιλελεύθερες και ριζοσπαστικές ουμανιστικές ιδέες που λογικά και ηθικά, σταθερά προεκτείνονται στο βιομηχανικό πλαίσιο, βρίσκουν τα πρότυπα τους στις αξίες του ελευθεριακού σοσιαλισμού.[4]

Ο Τσόμσκι επιπλέον αυτοπροσδιορίζεται ως σιωνιστής, αν και σημειώνει ότι ο δικός του ορισμός του Σιωνισμού θα θεωρούταν από τους περισσότερους ως Αντισιωνισμός, ως αποτέλεσμα αυτού που θεωρεί στροφή στην έννοια του Σιωνισμού από τη δεκαετία του '40.

Ο Τσόμσκι θεωρείται "ένας από τους πιο ισχυρούς αριστερούς επικριτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής" στο Λεξικό των Σύγχρονων Αμερικανών Φιλοσόφων (Dictionary of Modern American Philosophers).[5]

Οι απόψεις του για την παγκοσμιοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τσόμσκι με τον αντιπρόεδρο της Βολιβίας στη Νέα Υόρκη

Ο Τσόμσκι επιχείρησε νωρίς μια κριτική ανάλυση της παγκοσμιοποίησης. Συνοψίζει τη διαδικασία με τη φράση "παλιό κρασί σε καινούριο μπουκάλι", επιμένοντας ότι το κίνητρο των ελίτ παραμένει το ίδιο όπως πάντα: επιδιώκουν να απομονώσουν το γενικό πληθυσμό από τις διαδικασίες λήψης σημαντικών αποφάσεων, με τη διαφορά ότι τα κέντρα εξουσίας είναι τώρα διεθνικές επιχειρήσεις και υπερεθνικές τράπεζες. Ο Τσόμσκι υποστηρίζει ότι η διεθνική επιχειρηματική εξουσία "αναπτύσσει τα δικά της κυβερνητικά όργανα" που αντικατοπτρίζουν την παγκόσμια εμβέλειά της.[6]

Σύμφωνα με τον Τσόμσκι, το πρωταρχικό σχέδιο ήταν ο προσεταιρισμός των παγκόσμιων οικονομικών ιδρυμάτων που ιδρύθηκαν στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείο (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας, τα οποία όλο και περισσότερο προσχωρούσαν στη συναίνεση της Ουάσιγκτον, απαιτώντας από τις αναπτυσσόμενες χώρες να εφαρμόσουν περιορισμούς στις δαπάνες και να προχωρήσουν σε διαρθρωτικές αλλαγές που συχνά περιλάμβαναν περικοπές σε προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας. Τα προγράμματα βοήθειας και δανεισμού του ΔΝΤ εξαρτώνται από αυτές τις μεταρρυθμίσεις. Ο Τσόμσκι ισχυρίζεται ότι η δημιουργία παγκόσμιων ιδρυμάτων και συμφωνιών όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου, η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (NAFTA) και η Πολυμερής Συμφωνία Επενδύσεων αποτελούν νέες μεθόδους διασφάλισης των προνομιών των ελίτ ενώ υπονομεύουν τη Δημοκρατία.[7] Ο Τσόμσκι πιστεύει ότι αυτά τα νεοφιλελεύθερα μέτρα λιτότητας εξασφαλίζουν ότι οι πιο φτωχές χώρες απλά εξυπηρετούν έναν ρόλο παρέχοντας φθηνή εργασία, πρώτες ύλες και επενδυτικές ευκαιρίες για τον αναπτυγμένο κόσμο. Επιπλέον, αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να απειλούν ότι θα μεταφερθούν σε φτωχότερες χώρες και ο Τσόμσκι αυτό το θεωρεί ισχυρό όπλο για να κρατούν τους εργαζόμενους στις πλουσιότερες χώρες υπό έλεγχο.

Ο Τσόμσκι διαφωνεί με τους όρους που χρησιμοποιούνται στο διάλογο για την παγκοσμιοποίηση, ξεκινώντας από τον ίδιο τον όρο "παγκοσμιοποίηση" ο οποίος, όπως ισχυρίζεται, αναφέρεται σε μια οικονομική ολοκλήρωση επιχορηγούμενη από επιχειρήσεις και δεν αποτελεί ένα γενικό όρο για κάτι που γίνεται διεθνές. Διαφωνεί και με τον όρο αντιπαγκοσμιοποίηση, ο οποίος χρησιμοποιείται για να περιγράψει, αυτό που εκείνος θεωρεί, κίνημα για την παγκοσμιοποίηση της κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης. Ο Τσόμσκι αντιλαμβάνεται αυτό που ευρέως αποκαλείται "ελεύθερο εμπόριο" ως ένα "μείγμα φιλελευθεροποίησης και προστασίας που σχεδιάστηκε από τους κύριους αρχιτέκτονες της πολιτικής για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους, τα οποία μπορεί να είναι οποιαδήποτε ανά πάσα στιγμή."[6] Στα γραπτά του, ο Τσόμσκι εφιστά την προσοχή των αναγνωστών στα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης. Περιγράφει την αντίσταση των Ζαπατίστας κατά της NAFTA στο δοκίμιό του "Η εξέγερση των Ζαπατίστας" (The Zapatista Uprising). Επίσης, επκρίνει την Πολυμερή Συμφωνία Επενδύσεων και αναφέρει τις προσπάθειες των ακτιβιστών που οδήγησαν στην ήττα της. Η φωνή του Τσόμσκι ήταν σημαντική ανάμεσα σε αυτές των επικριτών που παρήχαν το θεωρητικό πλαίσιο για τις διάφορες ομάδες που ενώθηκαν για να διαδηλώσουν κατά του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Σιάτλ το Νοέμβριο του 1999.[8]

Ανάλυση των ΜΜΕ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλο κεντρικό σημείο του πολιτικού έργου του Τσόμσκι είναι η ανάλυση των κυρίαρχων μέσων μαζικής ενημέρωσης, ειδικά στις ΗΠΑ, τα οποία κατηγορεί ότι περιορίζουν το διάλογο προκειμένου να προωθούν επιχειρηματικά και κυβερνητικά συμφέροντα.

Ο Έντουαρντ Σ. Χέρμαν και ο Τσόμσκι στο βιβλίο τους "Κατασκευάζοντας τη συναίνεση: η Πολιτική Οικονομία των ΜΜΕ" ερευνούν το θέμα σε βάθος, παρουσιάζοντας το δικό τους "μοντέλο προπαγάνδας" των ειδησεογραφικών μέσων με αρκετές λεπτομερείς περιπτωσιολογικές μελέτες που το στηρίζουν. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο προπαγάνδας, οι πιο δημοκρατικές κοινωνίες, όπως οι ΗΠΑ, χρησιμοποιούν διακριτικά, μη βίαια μέσα ελέγχου, σε αντίθεση με τα ολοκληρωτικά συστήματα, όπου η σωματική βία μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα για να εκβιάσει το γενικό πληθυσμό. Σύμφωνα με μια παρατήρηση του Τσόμσκι που αναπαράγεται συχνά, "η προπαγάνδα είναι για τη δημοκρατία ό,τι το ρόπαλο για το ολοκληρωτισμό" (Media Control).

Το μοντέλο επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτή τη συστημική μεροληψία στο πλαίσιο δομικών οικονομικών αιτιών παρά ως συνωμοσία. Υποστηρίζεται ότι η μεροληψία προκύπτει από πέντε φίλτρα από τα οποία όλες οι δημοσιευμένες ειδήσεις πρέπει να περάσουν και τα οποία συνθέτουν τη συστηματική παραποίηση των ειδήσεων.

  1. Πρώτο φίλτρο: ιδιοκτησία. Επισημαίνεται ότι τα μεγαλύτερα ειδησεογραφικά συγκροτήματα είναι ιδιοκτησία μεγάλων εταιρειών.
  2. Δεύτερο: χρηματοδότηση. Επισημαίνεται ότι τα συγκροτήματα αντλούν το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησής τους από τη διαφήμιση και όχι από τους αναγνώστες. Επομένως, εφόσον είναι επιχειρήσεις με στόχο το κέρδος που πουλάνε ένα προϊόν -αναγνώστες και κοινό- σε άλλες επιχειρήσεις (διαφημιστικές), σύμφωνα με το μοντέλο προκύπτει ότι θα δημοσιεύουν ειδήσεις που θα αντανακλούν τις επιθυμίες και τις αξίες αυτών των επιχειρήσεων.
  3. Επιπλέον, τα μέσα εξαρτώνται από κυβερνητικά ιδρύματα και μεγάλες επιχειρήσεις με έντονη μεροληψία ως πηγές (τρίτο φίλτρο) πληροφόρησης.
  4. Πυρά, το τέταρτο φίλτρο, αναφέρεται στις διάφορες ομάδες πίεσης οι οποίες κατηγορούν τα μέσα για υποτιθέμενη μεροληψία κ.λπ. όταν παρεκκλίνουν.
  5. Νόρμες, το πέμπτο φίλτρο, αναφέρεται στις κοινές αντιλήψεις που επικρατούν στο χώρο της δημοσιογραφίας.[9]

Επομένως, το μοντέλο επιχειρεί να περιγράψει πώς τα μέσα δημιουργούν ένα αποκεντρωμένο, μη-συνωμοτικό αλλά ωστόσο πολύ ισχυρό σύστημα προπαγάνδας το οποίο είναι ικανό να προωθήσει μια συναίνεση στους κόλπους της ελίτ, να περιορίσει τη δημόσια αντιπαράθεση μέσα από την προοπτική της ελίτ και ταυτόχρoνα να δίνει την έντυπωση της δημοκρατικής συναίνεσης.

Οι Τσόμσκι και Χέρμαν υποβάλλουν το μοντέλο τους σε εμπειρικό έλεγχο επιλέγοντας "ζεύγη παραδειγμάτων" -ζεύγη γεγονότων που αντικειμενικά είναι όμοια εκτός από τη σχέση τους με συγκεκριμένα συμφέροντα. Για παράδειγμα, επιχειρούν να δείξουν ότι σε περιπτώσεις όπου ένας "επίσημος εχθρός" κάνει κάτι (όπως να δολοφονήσει έναν θρησκευτικό λειτουργό), ο τύπος ερευνά εξονυχιστικά το θέμα και το καλύπτει εκτεταμένα, αλλά όταν η κυβέρνηση της χώρας ή ένας σύμμαχος κάνει το ίδιο (ή χειρότερο), ο τύπος το υποβιβάζει. Επίσης, αντιπαραβάλουν το μοντέλο τους ακόμη και με αυτό που θεωρείται το καλύτερο παράδειγμα του ελεύθερου και μαχητικού ανεξάρτητου τύπου, της κάλυψης της επίθεσης του Τετ κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Βιετνάμ. Ακόμη και σ'αυτήν την περίπτωση, υποστηρίζουν ότι ο τύπος συμπεριφέρθηκε δουλοπρεπώς υπέρ των συμφέροντων της "ελίτ".

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Noam Chomsky - Linguistics and Philosophy, Massachusetts Institute of Technology, MIT». VideoLectures.NET. 7 Δεκεμβρίου 1928. Ανακτήθηκε στις 25 Απριλίου 2015. 
  2. 'Suggested Reading from Noam Chomsky Retrieved 2012-3-31
  3. 'International Organization for a Participatory Society – Interim Committee Retrieved 2012-3-31
  4. Chomsky, Noam (1996). Perspectives on Power. Black Rose Books, Montréal. σελ. 77. ISBN 978-1-55164-048-8. 
  5. Noam Chomsky, by Zoltán Gendler Szabó, Dictionary of Modern American Philosophers, 1860–1960
  6. 6,0 6,1 Old Wine, New Bottles
  7. Notes of NAFTA: The Masters of Man
  8. Z Interview
  9. In the original text, published in 1988, the fifth filter was "anticommunism". However, with the fall of the Soviet Union, it has been broadened to allow for shifts in public opinion.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Political positions of Noam Chomsky της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).