Οικοαναρχισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο οικοαναρχισμός (ή αλλιώς: οικολογική αναρχία) υποστηρίζει ότι μικρές οικοκοινότητες (των 50-150 ανθρώπων) είναι η μορφή που πρέπει να έχουν οι ανθρώπινοι οικισμοί ώστε να αναπτυχθεί ο ανθρώπινος πολιτισμός. Τα πολιτικά συστήματα –και κάθε είδους κοινωνικοπολιτική δομή– οφείλουν να αλλάξουν και να οργανωθούν ξανά ώστε να εξασφαλιστούν οι συνθήκες για τη δημιουργία αυτών των οικοκοινοτήτων. Οι οικοαναρχικοί επίσης υποστηρίζουν ότι κάθε είδους κοινωνικός οργανισμός πρέπει να λειτουργεί υπέρ της φύσης και όχι ενάντιά της.

Ο οικοαναρχισμός δεν είναι μια ξεκάθαρη θεωρία, αφού η ίδια η έννοια δεν έχει διατυπωθεί ή οριστεί μονάχα από έναν άνθρωπο. Οι ιδέες και οι προτάσεις του για τη διακυβέρνηση της κοινωνίας είναι πολύ όμοιες με τις ιδέες του Μ. Μπακούνιν και του αναρχοκολεκτιβισμού. Προτάσσουν δηλαδή τη δημιουργία πολλών αυτόνομων κολεκτίβων, όπου οι φυσικοί πόροι και τα μέσα παραγωγής αποτελούν συλλογική ιδιοκτησία της κοινότητας, ως τον υγιή τρόπο που θα πρέπει να ζουν οι άνθρωποι.

Ο οικοαναρχισμός προτάσσει έντονα ότι ο άνθρωπος και η φύση θα πρέπει να ζουν συνεργατικά. Στο επίπεδο αυτό, δηλαδή της οικολογίας, έχει επηρεαστεί κυρίως από τη δουλειά δύο ανθρώπων: του Μάρεϋ Μπούκτσιν (Murray Bookchin) και του Τζων Σερζάν (John Zerzan). Η κοινωνική οικολογία του πρώτου και ο πρωτογονισμός του δεύτερου άσκησαν ιδιαίτερη επιρροή.

Ο οικοαναρχισμός, στη συνέχεια, κράτησε αποστάσεις από τη σχολή του Σερζάν και διαφοροποίησε τη θέση του και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την έννοια του «πολιτισμού» και της «τεχνολογίας». Επικεντρώνεται σε ιδέες όπως το «κοινωνικό κεφάλαιο» ή «κεφάλαιο ενός χωριού» παρά στο ζήτημα αν «δεχόμαστε ή απορρίπτουμε την τεχνολογία» ή αν «ο πολιτισμός είναι ή όχι η αιτία της εξουσίας». Οι περισσότεροι οικοαναρχικοί δεν είναι πρωτογονιστές, δέχονται δηλαδή την ύπαρξη κάποιας τεχνολογίας συμβατής με το φυσικό περιβάλλον (π.χ. ανανεώσιμες πηγές ενέργειας).

Υπάρχει μια ακόμη διαφορά μεταξύ του πράσινου αναρχισμού και του οικοαναρχισμού: ο μεν πρώτος πιστεύει ότι ένα γενικό πλαίσιο κανόνων πρέπει να εφαρμοστεί σε κάθε οικοπεριοχή (βιοπεριοχή) και σε κάθε οικοκοινότητα της κάθε οικοπεριοχής. Αντίθετα ο οικοαναρχισμός επικεντρώνεται στη πλήρη αποκέντρωση θεωρώντας ότι κάθε οικοκοινότητα (και κατά επέκταση κάθε οικοπεριοχή) μπορεί να ορίσει τους δικούς της, ιδιαίτερους, κανόνες για την ίδια. Δεν υπάρχει δηλαδή, για αυτούς, κάποιο «οικολογικό πρότυπο».

Κάποιοι από τους οικοαναρχικούς πιστεύουν ότι το χωριό (ή η φυλή) είναι η προτιμώμενη μονάδα ανθρώπινης ζωής, σε αντίθεση με την οικογένεια ή το σόι. Το κομμάτι αυτό των οικοαναρχικών θεωρεί ως σημαντικότερο το ζήτημα της οικογένειας παρά τις θεωρίες για την οργάνωση των οικονομικών ή εργασιακών ρόλων. Προωθούν δηλαδή τον τρόπο ζωής σε μικρές ομάδες (φυλές) επειδή πιστεύουν ότι αυτό λειτουργεί καλύτερα από τον συγκεντρωτισμό που δημιούργησε ο αστικός πολιτισμός. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται αυτή η αντίληψη με τον πρωτογονισμό διότι δεν καταλήγουν εκεί έπειτα από κριτική της τεχνολογίας και μια αντι-πολιτισμική διάθεση, αλλά από υπεράσπιση των μικρών (σε αριθμό) κοινωνικών ομάδων. Έχουν δηλαδή μια κοινωνική εστίαση.

Πολλοί οικοαναρχικοί ζουν και εργάζονται σε κοινότητες όπου είναι έντονο το στοιχείο της κοινωνικής μέριμνας. Φροντίζουν για τη επιμόρφωση των νέων (σε «εναλλακτικά σχολεία») όπως επίσης και την φροντίδα των μεγαλύτερων.

Ο οικοαναρχισμός δεν είναι κάτι δεδομένο και βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Σαν γενικό πλαίσιο ιδεών, αποτελεί τη βάση για το κίνημα των συνειδητών κοινοτήτων (Intentional Communities).

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο οικοαναρχισμός έχει δεχτεί κριτική επειδή οι παραδοσιακές τάσεις κοινωνικού αναρχισμού (αναρχοκολεκτιβισμός, αναρχοκομμουνισμός, αναρχοσυνδικαλισμός) τον βλέπουν ως «αναχωρητικό». Πολλές φορές οι οικοαναρχικοί δεν αγωνίζονται και δεν προτάσσουν ξεκάθαρα πολιτικές ή οικονομικές θεωρίες, αλλά επικεντρώνονται σε κοινωνικά και οικολογικά ζητήματα. Στην προσπάθειά τους για δημιουργία οικοκοινοτήτων μπορούν να έρθουν σε επαφή με κοινωνικές και πολιτικές δομές της υπάρχουσας κοινωνίας (π.χ. ένα απλό χωριό της περιοχής ή έναν δήμαρχο) και να συνεννοηθούν ή να συνεργαστούν με αυτές. Αυτό αντιμετωπίζεται με έντονο σκεπτικισμό από τους παραδοσιακούς κοινωνικούς αναρχικούς, αφού πρόκειται για οργανισμούς που τους βλέπουν και τους αντιμετωπίζουν ως εχθρούς.

Σχετική Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καραγεωργάκης, Σταύρος (επ.), Αναρχισμός και Οικολογία, Η οικοαναρχική θεωρία και δράση από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, Ευτοπία, Αθήνα, 2015.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]