Τσαριτσάνη Λάρισας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τσαριτσάνη Λάρισας
Τσαριτσάνη 4135.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Τσαριτσάνη Λάρισας
39°52′55″N 22°13′41″E
Koinotita Tsaritsanis.png
ΧώραΕλλάδα
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Ελασσόνας
Γεωγραφική υπαγωγήΘεσσαλία
Υψόμετρο310 μέτρο
Πληθυσμός2 040 (2011)
Ταχ. κωδ.402 00
Ζώνη ώραςUTC+02:00 (επίσημη ώρα)
UTC+03:00 (θερινή ώρα)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Τσαριτσάνη είναι ημιορεινή κωμόπολη (υψόμ. 320μ., 2.507 κάτ.) του νομού Λαρίσης. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού, στις δυτικές απολήξεις του κάτω Ολύμπου, 35 χλμ. ΒΔ της Λάρισας. Υπάγεται διοικητικά στο Δήμο Ελασσόνας.

Στην Τσαριτσάνη σώζονται παραδοσιακά αρχοντικά, δείγματα της άνθησης που γνώρισε η κωμόπολη στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Τσαριτσάνη - αρχοντικό Αδαμουλα - 1

Έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή της κατά τον 17ο και 18 αι., με την ανάπτυξη της βιοτεχνίας χρωστικών ουσιών, μεταξωτών και ερυθρών νημάτων, τα οποία πωλούνταν στις μεγαλύτερες αγορές της Ευρώπης. Στην περιοχή υπήρχε ελληνική σχολή πανελλήνιας φήμης, στην οποία δίδασκαν ονομαστοί λόγιοι, μεταξύ των οποίων ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, ενώ στο σχολείο φοίτησε και ο αγωνιστής του 1821 Χριστόφορος Περραιβός. Στις αρχές του 19ου αι. η κωμόπολη άρχισε να παρακμάζει, όπως και τα Αμπελάκια εξαιτίας της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας χρωμάτων, ενώ παράλληλα δοκιμάστηκε από τις λεηλασίες των Τουρκοαλβανών του Αλή πασά και ο πληθυσμός της αποδεκατίστηκε από φοβερή πανώλη (1813).[1]

Η έκτασή της είναι 60.000 στρέμματα και το έδαφός της ημιορεινό. Κατά την θεωρία του Γάλλου γεωλόγου Μπουέ, η πεδιάδα της Τσαριτσάνης, που περιβάλλεται από τις πλαγιές του κάτω Ολύμπου και από μικρούς λόφους ήταν η κοίτη μιας αρχαίας λίμνης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πλάτανος
Πύργος του Μάμτζιου
Πλατεία της Σ. Βέμπο
Επιτύμβια πλάκα εκτελεσμένων 1943 και 1944

Η πρώτη γραπτή αναφορά στον οικισμό, που σήμερα ονομάζεται Τσαριτσάνη, γίνεται στο Χρυσόβουλο της ιεράς μονής Παναγίας της Ολυμπιώτισσας που χρονολογείται στο έτος 1296, επί αυτοκράτορος Ανδρονίκου Β’ Κομνηνού. Εκεί αναφέρεται σαν Σταρίστα ή Σταρίτα, όνομα που υπάρχει και σε βουλγαρικά έγγραφα. Σε πρόθεση της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου που χρονολογείται στο 1520, αναφέρεται σαν «χορίον Τζερνιτζηανί». Η ονομασία αυτή, όπως και οι μεταγενέστερες Σταρίτσανη, Σαρίτσιανη, Τσαρίτσιανη ή Τσαρίτσανη, έχει σλάβικη προέλευση. Κατά καιρούς δόθηκαν διάφορες ερμηνείες για τη σημασία του τοπωνυμίου, με επικρατέστερη εκείνη που το αποδίδει ως «βασιλικό χωριό». Η τουρκική ονομασία «Καλίσαλη» ή «Κλίσαρι», δηλαδή πόλη των εκκλησιών, η οποία δόθηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση, αν και χρησιμοποιήθηκε στα επίσημα Τουρκικά έγγραφα της εποχής αγνοήθηκε από τους κατοίκους και την ιστορία. Επίσης επί Τουρκοκρατίας, οι Τούρκοι την αποκαλούσαν Τζάρι- Τζένι (μανδήλι αγαπητό) λόγω της παραγωγής πολύχρωμων μανδηλιών και υφασμάτων. Από την σλαβική προέλευση της ονομασίας του οικισμού και άλλων τοπωνυμίων (Βαλέτσικο) εξάγεται το συμπέρασμα πως η περιοχή κατοικήθηκε από σλαβικά φύλα, τα οποία από 7ο αι. μ.Χ. κατήλθαν στον ελλαδικό χώρο.

Η περιοχή κατοικήθηκε από τον Νεολιθικό άνθρωπο ευρύτατα, εξ αιτίας της μεγάλης και εύφορης κοιλάδας της. Στην τοποθεσία «Τρανός Αηλιάς», η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε τα ίχνη κάποιας αρχαίας θεσσαλικής πόλης. Οι ανασκαφές, που πραγματοποιήθηκαν από τον αρχαιολόγο Αρβανιτόπουλο το 1912, έφεραν στο φως θολωτούς τάφους, τείχη ακρόπολης και νομίσματα που ανάγονται στην αρχαϊκή εποχή. Η ομηρική αναφορά στην «Λευκή Ολοσσών» και σε μια γειτονική πόλη, που έφερε την ονομασία «Όρθη», οδήγηση στη σύνδεση των ευρημάτων με την αρχαία αυτή πόλη. Η αναφορά, που κατά μελετητές θεωρείται νεότερη προσθήκη και δεν περιλαμβάνεται στο πρωτότυπο κείμενο, κάνει λόγο για συμμετοχή της στην Τρωική εκστρατεία. Το εδάφιο έχε ως εξής: «Οι δ' Αργισσαν έχον και Γυρτώνην ενέμοντο Όρθην, Ηλώνην τε πόλιν τ' Ολοοσσόνα λευκήν των δ' αυ ηγεμόνευε μενεπτόλεμος Πολυποίτης υιός Πειριθόοιο τον αθάνατος τέκετο Ζευς...». Ομήρου Ιλιάδα, Ραψωδία Β, στίχοι 748 επ.

Η κωμόπολη άνθισε την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αριθμώντας το 18ο αιώνα πληθυσμό δέκα χιλιάδων κατοίκων. Θεωρήθηκε, όχι άδικα, ως μία από τις πιο ακμάζουσες πολιτείες του υπόδουλου Ελληνισμού. Την περίοδο αυτή αναπτύσσεται η βιοτεχνία και το εμπόριο. Κύρια απασχόληση των κατοίκων αποτελεί η μεταξοκαλλιέργεια και η υφαντουργία, η οποία αξιοποιεί το ερυθρόδανο (ριζάρι), μια φυσική κόκκινη βαφή που έκανε τα νήματα και τα υφαντά να γίνονται ανάρπαστα στις ευρωπαϊκές αγορές και ιδιαίτερα στη Βιέννη, Βουδαπέστη και τη Λειψία. Σταθμό αποτελεί η ίδρυση του Συνεταιρισμού Τσαριτσάνης. Παρ' ότι δεν σώζονται τα παλαιά αρχεία των συντροφιών της Τσαριτσάνης, πιστεύεται ότι από τα τέλη του 18ου αιώνα υπήρχαν τέτοιοι "συνεταιρισμοί" ή "εταιρίες" της εποχής, όπως υπήρχαν και στα Αμπελάκια. Οι συντροφίες της Τσαριτσάνης αναφέρονται σε έγγραφα του 1832 και 1834.[2]

Η οικονομική ανάπτυξη έχει σαν αποτέλεσμα μια αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα και ανάπτυξη. Το 1690 λειτουργεί το πρώτο σχολείο, ενώ το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα εμφανίζεται το περίφημο Ελληνικό Σχολείο. Στα Εκπαδευτήρια της διδάσκουν σπουδαίες πνευματικές μορφές της εποχής, όπως ο Νικόλαος Πεταλιάς, ο Χρύσανθος Κουλούρης, ο Κων. Κούμας, ο Ιωάννης Πέζαρος, ο Κων. Οικονόμος ο εξ Οικονόμων κ.α.

Από το 1422 μέχρι και το 1917, η Τσαριτσάνη αποτέλεσε έδρα της αρχιεπισκοπής Τσαριτσάνης, Ελασσόνας και Δομενίκου.

Το 1813, η επιδημία της πανώλης πλήττει την Τσαριτσάνη. Αποδεκατίζει τον πληθυσμό της, γεγονός που σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που ξεσπά συντελεί στην παρακμή της.

Η Τσαριτσάνη εντάσσεται στον κορμό του ελληνικού κράτους κατά τους Βαλκανικούς πολέμους το 1912, όντας η πρώτη πόλη που ελευθερώνεται από τον τούρκικο ζυγό, στις 5 Οκτωβρίου 1912.

Στα χρόνια που ακολουθούν η Τσαριτσάνη αναπτύσσεται. Δημιουργείται παράλληλα μια δραστήρια εργατική τάξη που γίνεται φορέας προοδευτικών ιδεών. Σημαντικοί κοινωνικοί αγώνες σημαδεύουν ολόκληρη την περίοδο μέχρι την κατοχή.

Τσαριτσανιώτες διωκόμενοι από τις αρχές κατοχής δημιουργούν τον πρώτο αντιστασιακό πυρήνα της περιοχής. Τον Αύγουστο του 1942 ιδρύεται η πρώτη ομάδα ανταρτών του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) από 12 Τσαριτσανιώτες μαχητές. Ακολουθεί ραγδαία εξάπλωση του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης. Η Τσαριτσάνη σύσσωμη συντάσσεται με Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και δίνει τα πάντα για τον Αγώνα. Για το λόγο αυτό μπαίνει στο μάτι των κατακτητών. Στις 12 Μάρτη του 1943 καταστρέφεται από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και 45 πατριώτες εκτελούνται στην Κεντρική Πλατεία. Άλλοι 7 εκτελούνται στις 20 Αυγούστου 1944 από τους Γερμανούς. Η Τσαριτσάνη πληρώνει βαρύ φόρο αίματος και στα χρόνια που ακολουθούν, με την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού και στον αγώνα του για τη δικαίωση τον οραμάτων της Αντίστασης.


Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τσαριτσάνη αποτελεί έδρα της ομώνυμης Κοινότητας, η οποία συστάθηκε με την ενσωμάτωσή της στο Ελληνικό κράτος, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους το 1914 (Β.Δ./ΦΕΚ 3/1919). Καταργήθηκε με το νόμο των αναγκαστικών συνενώσεων «Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» (άρθρ. 1 του Ν. 259/1997) για να ενταχθεί στο Δήμο Ελασσόνας, από τον οποίο τελικά αποσπάται στις 1.1.2007 με τροπολογία του Υπουργείου Εσωτερικών που ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων την 1η Μαρτίου 2006.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 29, σ.305 ISBN 960-8177-81-2
  2. Κουσαής Τάκης, "Η ιδέα του συνεταιρισμού στην Τσαριτσάνη", στο "Τσαριτσάνη. Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων", Πρακτικά Συνεδρίου, Τσαριτσάνη, 21-23 Σεπτεμβρίου 2007, έκδοση Αθήνα 2016, σ. 185-187.